Ταίριαζαν σε όλα: ίδια ηλικία, ίδιο ύψος, ίδιο χρώμα, ίδια μόρφωση, ίδιο επάγγελμα (δικηγορία) και εξ ίσου συμπαθητική εξωτερική εμφάνιση. Ακόμη και στο όνομα ταίριαζαν: Αλκίνοος εκείνος, Ναυσικά εκείνη.Όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, και εκείνη είπε το όνομά της,”Ναυσικά”, εκείνος είπε: “Θα προτιμούσα να σε έλεγαν Αρήτη“. Γέλασαν και οι δύο, και από εκείνη την στιγμή έγιναν ένα. Η μόνη διαφορά που είχαν ήταν φιλοσοφικού χαρακτήρα, η οποία, όμως, ποτέ δεν έγινε αιτία σύγκρουσης ή δυσαρέσκειας και διατάραξης της αρμονικής τους συμβίωσης.
Η Ναυσικά ήταν πιστή χριστιανή. Δεν είχε ερωτηματικά, ούτε αμφιβολίες για την ύπαρξη του θεού, ούτε για τον ρόλο της Εκκλησίας. Ο Αλκίνοος ήταν αγνωστικιστής. Υποστήριζε ότι “δεν υπάρχει λογικό επιχείρημα που να με πείθει ότι υπάρχει θεός “ και η Ναυσικά απαντούσε: ”Ωραία, δος μου εσύ ένα λογικό επιχείρημα ότι δεν υπάρχει“. Τέτοιες συζητήσεις τελείωναν πάντα με νικητή τη Ναυσικά, που δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει το ίδιο επιχείρημα: “Αν δεν υπάρχει θεός, το τι λέμε εμείς δεν έχει καμία συνέπεια, αλλά αν υπάρχει είναι συμφέρον μας να το πιστεύουμε“. Για να διαφυλάξει τη λογική της σκέψης του, ο Αλκίνοος απαντούσε ότι αυτό το επιχείρημα ήταν φανερή υποκρισία: ή πιστεύεις ή δεν πιστεύεις. Πίστη υπό όρους δεν είναι πίστη, είναι πονηριά. Τέτοιες αψιμαχίες δεν ήταν σπάνιες, αλλά δεν είχαν και καμία αρνητική συνέπεια για την κοινή πορεία τους στη ζωή. Είχαν αναπτύξει μια γνήσια φιλία και μια πλούσια ερωτική σχέση που δεν άφηνε τίποτα και κανέναν να παρεισφρήσει ανάμεσά τους.

Οι αμφιβολίες του Αλκίνοου για την ύπαρξη θεού δεν τον οδήγησαν σε μια στείρα άρνηση ή αδιαφορία· αντίθετα, ήταν κίνητρο για μελέτη και έρευνα. Μελετούσε την Αγία Γραφή και τα ιερά κείμενα άλλων θρησκειών για να καταλάβει τι ακριβώς είναι αυτό που οι άνθρωποι ονομάζουν Θεό, Αλλάχ, Γιαχβέ, Βράχμα, Ρα, Όντιν κτλ. Έμαθε πολλά για τις θρησκείες, αλλά τίποτα για τον Θεό. Το είπε στη Ναυσικά με φανερή απογοήτευση:

—Όλοι αυτοί που έχουν γράψει τα ιερά κείμενα είναι είτε άσχετοι ή πονηροί. Δεν ξέρουν και δεν λένε τίποτα για τον Θεό. Προωθούν δικές τους ιδέες και πιθανότατα δικά τους συμφέροντα.
—Μπορεί να έχεις δίκιο. Κι εγώ έχω διαβάσει στην Καινή Διαθήκη πράγματα με τα οποία διαφωνώ. Επίσης, διαφωνώ πολλές φορές και με την ερμηνεία που δίνει η εκκλησία και με τα συμπεράσματα για το πώς πρέπει να ζούμε, αλλά, αγάπη μου, σημαία έχει πώςεσύ ερμηνεύεις τα ιερά κείμενα.
—Τι εννοείς; Ότι ο καθένας μπορεί να δώσει τον δικό του ορισμό στην έννοια του θεού;
—Νομίζω ναι, κάτι τέτοιο λέω…
—Ωραία, από αύριο προσκυνάω τον Δία και πηγαίνουμε για προσευχή στους Δελφούς.
—Εσύ, εγώ θα συνεχίσω να πηγαίνω και να προσεύχομαι στον Άγιο Νικόλαο.

*

Πρωτομαγιά. Ηλιόλουστη μέρα, ζεστή. Η φύση οργιάζει, οι εργάτες απεργούν. Ξύπνησε πρώτος και σκούντηξε ελαφρά την Ναυσικά που κοιμόταν ακόμη:
—Σήκω, είναι ωραία μέρα για να πάμε στο Σούνιο, στο ναό του Ποσειδώνα.
—Δεν είμαι ειδωλολάτρισσα, είμαι χριστιανή.
—Τότε σήκω να πάμε στην πλατεία Κοτζιά, στην συγκέντρωση των εργατών.
—Δεν είμαι σοσιαλίστρια.
—Άρα πάω μόνος μου;
—Ναι, και εγώ ξανακοιμάμαι.
Ο Αλκίνοος έφυγε μόνος. Δεν πήγε στο Σούνιο, ούτε στη πλατεία Κοτζιά. Ήταν ωραία μέρα· δεν θα την περνούσε οδηγώντας, ούτε ακούγοντας τους εργατοπατέρες της ΓΣΕΕ να επαναλαμβάνουν τα γνωστά τσιτάτα. Προτίμησε την Ακρόπολη. Του ήρθε ξαφνικά η επιθυμία να ξαναδεί την θεά Νίκη σκυμμένη να λύνει το σανδάλι της.

Δεν βιαζόταν· ανέβαινε αργά την Διονυσίου Αρεοπαγίτου μαζί με το πολύχρωμο πλήθος, που τον προσπερνούσε σπρώχνοντάς τον πότε δεξιά, πότε αριστερά. Δεν τον πείραζε, αντίθετα, χαιρόταν που βρισκόταν ανάμεσα σε τόσους, φανερά χαρούμενους ανθρώπους, άντρες, γυναίκες, μικρούς, μεγάλους, τουρίστες και ντόπιους, κάθε φυλής και κάθε χρώματος. Αυτό το πολυποίκιλο πλήθος και ο λαμπρός ήλιος του έφεραν ένα έντονο αίσθημα ευεξίας, και την ίδια στιγμή μια ύπουλη σκέψη ότι υπήρχαν τόσα που θα ήθελε να κάνει, να δει και να απολαύσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Χωρίς να το θέλει, μια απροσδιόριστη φωνή μέσα του υπέδειξε τους ενόχους: το επάγγελμα και η Ναυσικά. Αντέδρασε γρήγορα και έδιωξε τις δηλητηριώδεις σκέψεις· κανείς δεν του έφταιγε· αυτός ήταν υπεύθυνος τόσο για τις πράξεις του όσο και για τις παραλείψεις.
Συνέχισε τον περίπατό του προς τα προπύλαια με σκοπό να ανεβεί στον ιερό βράχο. Βρήκε μια ατελείωτη ουρά ανθρώπων που περίμεναν τη σειρά τους για τον ίδιο σκοπό. Καλύτερα να επισκεπτόταν το μουσείο της Ακρόπολης. Γύρισε να φύγει, έκανε ένα βήμα,και τότε την είδε. Μαρμάρωσε. Κάρφωσε τα μάτια του πάνω της. Εκείνη, αμήχανη, χαμογέλασε, ψιθύρισε κάτι σαν «καλημέρα» και προχώρησε. Την κοιτούσε καθώς, αργάαργά, απομακρυνόταν. Δεν ήξερε αν ήταν πραγματική γυναίκα· μπορεί να ήταν μάγισσα, νεράιδα ή ξωτικό που τον είχε μαγέψει. Μια δύναμη υπέρτερη της θέλησής του τον έσπρωχνε να την ακολουθήσει, να την πλησιάσει, να της πιάσει το χέρι, να την αγγίξει. Ένιωσε μια ακατανίκητη επιθυμία για την άγνωστη γυναίκα, έκανε μερικά βήματα για να την προλάβει, αλλά δεν μπόρεσε να συνεχίσει. Αισθάνθηκε ότι το αίμα του εξατμιζόταν και το κεφάλι του γύριζε. Μπόρεσε όμως να την διακρίνει μέσα στο πλήθος που προχωρούσε αργά, και την είδε να κοιτά προς τα πίσω σανα έψαχνε να δει κάποιον ή κάτι. Του φάνηκε πως τον κοίταξε, μάλλον τον κοίταξε, δεν είχε αμφιβολία, σίγουρα τον κοίταξε. Ένιωσε το βλέμμα της να τον πυρπολεί.

*

Η Ναυσικά είχε αρχίσει να ανησυχεί. Είχαν περάσει πάνω από τρεις ώρες και ο Αλκίνοος δεν είχε επιστρέψει. Σκέφτηκε ότι μπορεί να πήγε στο Σούνιο να “προσκυνήσει” τον Ποσειδώνα, οπότε θα αργούσε. Έτσι ησύχασε και ετοίμαζε κάτι πρόχειρο για μεσημεριανό. Άκουσε την πόρτα του διαμερίσματος να ανοίγει και του φώναξε:
—Φτιάχνω σάντουιτς, θέλεις ή έχεις φάει;
Δεν πήρε απάντηση και πηγαίνοντας προς το μέροςτου φώναξε πάλι:
—Έχεις φάει; Θες ένα σάντουιτς;
—Όχι.
—Ωραία, πες μου τι θέλεις.
Τον πλησίασε και ξαφνιάστηκε από το ύφος του· κατάλαβε ότι κάτι δυσάρεστο είχε συμβεί. Το ύφος του της θύμισε τους καταδικασμένους στο δικαστήριο τη στιγμή που ο δικαστής ανακοινώνει ότι κρίνονται ένοχοι. Προσποιήθηκε ότι δεν το πρόσεξε και ξαναείπε:
—Έλα, αγάπη μου, πες μου, θέλεις ένα σάντουιτς;
—Όχι.
—Θες κάτι άλλο; Πες μου τι θέλεις;
—Θέλω να μου βγάλεις το δεξί μου μάτι.
Η Ναυσικά κοκάλωσε· ήξερε ότι δεν ήταν αστείο. Τέτοια αστεία δεν ήταν συνήθεια του Αλκίνοου. Ήξερε, ακόμα, ότι σε στιγμές κρίσης δεν αντιδράς αρνητικά, αντίθετα δείχνεις κατανόηση και αγάπη. Τον πλησίασε, του χάιδεψε τα μαλλιά και είπε με φωνή που μόλις ακουγόταν:
—Γιατί, αγάπη μου, τι έχει το μάτι σου;
—Με σκανδάλισε.
—Τι έκανε και σε σκανδάλισε;
—Με σκανδάλισε. Με έκανε να επιθυμήσω άλλη γυναίκα. Σε πρόδωσα.
Έμειναν ακίνητοι και σιωπηλοί για λίγα δευτερόλεπτα. Τον αγκάλιασε τρυφερά και ψιθύρισε:
— Μπορεί να φταίω κι εγώ.