Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Αντρέα Πολυκάρπου, η οποία τιτλοφορείται «Εις Άδου Κάθοδος», νιώθει κανείς την ματαίωση μιας ολόκληρης εποχής. Σαν να συνοψίζει όλους τους ανθρώπους που βίωσαν την συντριβή μιας πραγματικότητας που διέψευσε κάθε προσδοκία.

Το ποιητικό υποκείμενο, ως αυτοδιηγητικός αφηγητής, πραγματεύεται τα αδιέξοδα μιας κατάστασης που είναι a priori έκπτωτη. Το κάθε ποίημα έρχεται να ερμηνεύσει τους λόγους που συνθέτουν την ολοκληρωτική και απόλυτη παρακμή. Μέσα στην ποιητική εργαλειοθήκη του Πολυκάρπου κυριαρχεί η ιδέα του θανάτου. Ο θάνατος, όμως, λειτουργεί σαν σύμβολο παρά σαν καταλύτης για τις απαραίτητες υποδηλώσεις στην εκκλησιαστική γραμματεία, κάτι άλλωστε στο οποίο προδιαθέτει και ο τίτλος της συλλογής.

Η ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου είναι «έρμαιο της μοναξιάς». Τα όνειρα έπαψαν να γεννιούνται και η στειρότητα δεν αναιρείται ούτε από την ένωση των σωμάτων «σ’έναν βαθύ τάφο». Το ποιητικό υποκείμενο παραπέμπει σε μεγάλες μορφές του λόγου για να τεκμηριώσει το τοπίο της ψυχικής καταβαράθρωσης. Η γραφίδα του Πολυκάρπου μοιάζει να βρίσκεται σε μια συνεχή διαλεκτική με τα  μεγάλα πνεύματα της διανόησης σε μια ιστορική διαχρονία προκειμένου να κτίσει το ποιητικό οικοδόμημα.

Οι στίχοι «Θυμάσαι την κηδεία;/ Θυμάμαι τα λουλούδια./ Τι όμορφα που ευωδίαζαν θάνατο» έρχονται σε άμεση κειμενική συνάφεια με τις δηλώσεις απόγνωσης της Μπλανς Ντυμπουά προς την αδελφή της Στέλλα στο θεατρικό έργο του Τένεσι Ουίλιαμς «Λεωφορείο ο Πόθος»: «Εσύ ερχόσουν μόνο στις κηδείες, οι κηδείες είναι όμορφες, με ωραία λουλούδια».

Στο ποίημα «Διάλογος με τον Καρυωτάκη», το ποιητικό υποκείμενο δεν αποδίδει μόνο φόρο τιμής στον ποιητή του πεσσιμισμού, αλλά χρησιμοποιεί ποιητικό λεξιλόγιο και ρυθμό που παραπέμπει στον Παρθενώνα της νεοελληνικής ποίησης, την «Ιθάκη» του Καβάφη σε συνδυασμό με την «Πόλη». «Την πόλη αυτή θα βρεις ξένη/ μόνο αν εσύ είσαι ξένος./ Αν στην ψυχή σου/ στέρεψαν οι θύμισες», γράφει ο Αντρέας Πολυκάρπου.

Τέλος, η εφιαλτική πραγματικότητα, ο παραλογισμός, οι εικόνες του τερατώδους οδηγούν στον Μίλτο Σαχτούρη και στον υπερρεαλισμό. «Τα σκεβρωμένα αρμυρίκια και το λευκό σου χέρι/ να ψαχουλεύει τον ήλιο» είναι στίχος που συνομιλεί με τον δικό του τρόπο με το γεμάτο μίσος φεγγάρι του Σαχτούρη που «το ‘δέσαν και το πέταξαν στη θάλασσα». Η αφή σε λυρικό πάντρεμα με τα ουράνια σώματα που καθορίζουν την επίγεια δράση.

Μέσα στη σκοτεινιά και το τέλμα η υπό συζήτηση ποίηση δεν γίνεται ποτέ μεμψίμοιρη και ανερμάτιστη. Δεν καταλήγει στην αυτολύπηση, αφού μέσα της φέρει την δημιουργική ορμή της «Νεφελοκοκκυγίας». Η ουτοπία του Αριστοφάνη, είναι ένα διανοητικό καταφύγιο, όπου μαζί με τους όρνιθες μπορεί να παρακολουθεί και να παρεμβαίνει στα ανθρώπινα πράγματα ο παντεπόπτης ποιητής.

Η ποίηση του Αντρέα Πολυκάρπου είναι ανεξάντλητη και επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και ερμηνείες. Ο ανθρωπόμορφος Θεός του που σαν βασιλιάς προσπαθεί να ξεχαστεί στα νούμερα του αρλεκίνου συνιστά μια τραγική αλληγορία που παραπέμπει στον αποξενωμένο από τον άνθρωπο Θεό του Καμύ στο θεατρικό έργο «το λάθος». Η ειρωνεία των νησιωτών που σαν άλλοι «δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα» φοβούνται να μην δυσαρεστήσουν τους τουρίστες, αποτελεί μεταξύ άλλων ένα πικρό σχόλιο για τον βίο και την πολιτεία των συμπατριωτών του ποιητή.

Ακόμη, η αυτοαναφορικότητα του σκεπτόμενου όντος που καταντά να ζηλεύει τους ρηχούς, επιφανειακούς και ανίκανους να προβληματιστούν ανθρώπους, συνιστούν μόνο ενδεικτικές θεματικές που θα μπορούσαν να τύχουν εκτενούς ανάλυσης από τους μελετητές της λογοτεχνίας στο μέλλον.