(Φωτογραφία, από τις εφημερίδες της εποχής, στιγμιότυπο της επίσκεψης
του Χεμινγουαίη στον Μπαρόχα λίγο πριν αυτός πεθάνει]
Είμαι ένας άνθρωπος ανήσυχος, νευρικός, πολύ νευρικός ∙ αλλά δεν έχω σαλέψει, καταπώς λένε οι γιατροί που μ’ έχουν δει. Έχω αναλύσει τα πάντα, τα έχω εμβαθύνει, και ζω αγαλήνευτος. Γιατί; Δεν το ’χω μάθει ακόμη.
Πάει καιρός που κοιμάμαι πολύ, μ’ έναν ύπνο χωρίς όνειρα ∙ αν μη τι άλλο, όταν ξυπνώ, δεν θυμάμαι αν ονειρεύτηκα ∙ αλλά πρέπει να ονειρεύομαι ∙ δεν καταλαβαίνω γιατί νομίζω πως πρέπει να ονειρεύομαι. Αν βέβαια δεν ονειρεύομαι τώρα καθώς μιλάω ∙ όμως κοιμάμαι πολύ ∙ μια ξεκάθαρη απόδειξη πως δεν έχω παλαβώσει.
Το μεδούλι μου πάντα δονείται, και τα μάτια του πνεύματος μου άλλο δεν κάνουν απ’ το να παρατηρούν ένα άγνωστο αντικείμενο, ένα γκρίζο αντικείμενο που κουνιέται στον ρυθμό των σφυγμών των αρτηριών του εγκεφάλου μου.
Αλλά ο εγκέφαλός μου δεν σκέφτεται, και, ωστόσο, βρίσκεται σε υπερένταση∙ θα μπορούσε να σκέφτεται, αλλά δεν σκέφτεται… Α! Χαμογελάτε, αμφιβάλλετε για τα λεγόμενά μου; Ωραία, λοιπόν, μάλιστα. Το ’χετε μαντέψει. Υπάρχει ένα πνεύμα που πάλλεται στα εσώτατα της ψυχής μου. Θα σας το ιστορήσω:
Είναι ωραία η παιδική ηλικία-δεν είναι; Κατ’ εμέ, η πιο τρομαχτική περίοδος της ζωής μου. Εγώ είχα, όταν ήμουν παιδί, έναν φίλο ∙ λεγόταν Ρομάν Χάντσον ∙ ο πατέρας του ήταν Εγγλέζος, και η μάνα του Ισπανίδα.
Τον γνώρισα στο σχολείο. Ήταν ένα παιδί καλό ∙ ναι, πιθανότατα ήταν ένα καλό παιδί ∙ ευγενικό πολύ, πολύ καλό ∙ εγώ ήμουν ακοινώνητος κι άξεστος.
Παρά τις όποιες διαφορές μας, γίναμε φίλοι και περνούσαμε συνέχεια μαζί. Εκείνος ήταν ένας καλός μαθητής, κι εγώ, δύστροπος κι απροσάρμοστος ∙ όμως, καθώς ο Ρομάν ήταν ανελλιπώς ένα παιδί σωστό, δεν είχε ενδοιασμούς να με πάει στο σπίτι του και να μου δείξει τις συλλογές του με τα γραμματόσημα.
Το σπίτι του Ρομάν ήταν πελώριο και βρισκόταν παραπλεύρως στην πλατεία Ντε Λα Μπάρκας, σ’ ένα στενό δρομάκι, κοντά σε μια κατοικία όπου είχε διαπραχθεί ένα φονικό, που είχε συζητηθεί πολύ στη Βαλένθια. Δεν το έχω πει: έχω περάσει τα μικράτα μου στη Βαλένθια. Η σπιταρόνα ήταν θλιβερή, πολύ θλιβερή, όσο θλιβερή μπορούσε να γίνει μια σπιταρόνα, κι είχε στην πίσω μεριά ένα περιβόλι πολύ μεγάλο, με τους τοίχους γεμάτους αναρριχητικά με λευκές και μωβ καμπανούλες.
Ο φίλος μου κι εγώ παίζαμε στον κήπο, στον κήπο με τα αναρριχητικά, και σε μια πλατιά ταράτσα, με πλάκες, που είχε πάνω της έναν φράχτη με τεράστιες γλάστρες με κάκτους. Μια μέρα είχαμε τη φαεινή ιδέα να κάνουμε μια εκστρατεία απ’ τα κεραμίδια και να προσεγγίσουμε το σπίτι του φονικού, που μας τραβούσε εξαιτίας του μυστηρίου του. Όταν επιστρέψαμε στην ταράτσα, ένα κορίτσι μας είπε πως μας γύρευε η μάνα του Ρομάν.
Κατεβήκαμε απ’ τη στέγη και μας πέρασαν σε μια σάλα μεγάλη και καταθλιπτική. Κοντά στο μπαλκόνι ήταν καθισμένες η μάνα και η αδερφή του φίλου μου. Η μάνα διάβαζε ∙ η αδερφή κένταγε. Δεν ξέρω γιατί, μου μετέδωσαν φόβο.
Η μάνα με τη σοβαρή της φωνή, μας τα έψαλε για τις αλητείες μας, κι ύστερα άρχισε να μου κάνει ένα σωρό ερωτήσεις για την οικογένεια μου και τις σχολικές μου
επιδόσεις. Ενόσω η μάνα μιλούσε, η κόρη χαμογελούσε ∙ όμως με ένα τρόπο τόσο παράξενο, τόσο παράξενο…
_Πρέπει να μελετάς, είπε συμπερασματικά η μάνα.
Βγήκα από το δωμάτιο, έφυγα για το σπίτι μου κι όλο το απόγευμα κι όλο το βράδυ δεν έκανα άλλο τίποτα απ’ το να συλλογιέμαι τις δυο γυναίκες.
Από εκείνη τη μέρα, όσο μπορούσα, απέφευγα να πηγαίνω στο σπίτι του Ρομάν. Μια μέρα είδα τη μάνα και την αδερφή του να βγαίνουν από μια εκκλησία, μαυροφορεμένες κι οι δυο ∙ και με κοίταξαν κι ένιωσα παγωμάρα καθώς τις αντίκρισα. Όταν τελείωσε η σχολική χρονιά, δεν έβλεπα πλέον τον Ραμόν: είχα ησυχάσει. Αλλά μια μέρα με ειδοποίησαν απ’ το σπίτι του, λέγοντάς μου πως ο φίλος μου ήταν άρρωστος. Πήγα, και τον βρήκα κατάκοιτο, κλαίγοντας, και με χαμηλή φωνή μου είπε πως μισούσε την αδερφή του. Ωστόσο η αδερφή, που τη λέγαν Άνχελες, τον φρόντιζε επιμελώς και τον περιποιούταν με στοργή ∙ όμως είχε ένα χαμόγελο τόσο παράξενο, τόσο παράξενο…
Κάποια στιγμή, γραπώνοντας απ’ το μπράτσο τον Ρομάν, έκανε μια γκριμάτσα πόνου.
Τι έχεις;-τον ρώτησα.
Και μου ’δειξε μια υπερμεγέθη μελανιά, που κύκλωνε με ένα δαχτυλίδι το μπράτσο του. Κατόπιν, μουρμούρισε χαμηλόφωνα:
_Η αδερφή μου ήταν….
_Α! Εκείνη!
_ Δεν φαντάζεσαι τι δύναμη που έχει ∙ σπάει κρύσταλλο με τα δάχτυλα, κι υπάρχει κάτι ακόμη πιο παράξενο: μετακινεί ένα οποιοδήποτε αντικείμενο, από το ένα μέρος στο άλλο, δίχως καν να το αγγίξει.
Κάποιες μέρες μετά μου εξιστόρησε, τρέμοντας από φόβο, ότι στις δώδεκα τη νύχτα, σχεδόν επί μια βδομάδα ηχούσε το κουδουνάκι της σκάλας, άνοιγε την πόρτα και δεν αντίκριζε κανέναν. Ο Ρομάν κι εγώ κάναμε πολλές απόπειρες. Σταθήκαμε δίπλα στην πόρτα…, καλούσαν…., ανοίγαμε…., κανείς…. Αφήναμε μισάνοιχτη την πόρτα, για να μπορούμε να ανοίξουμε αμέσως…. Χτυπούσαν…, κανείς.
Εντέλει βγάλαμε απ’ το ρόπτρο το καμπανάκι, και το καμπανάκι ήχησε, ήχησε…., και κοιταχτήκαμε αμφότεροι κατατρομαγμένοι από φόβο.
_Είναι η αδερφή μου, η αδερφή μου-είπε ο Ρομάν.
Και, πεπεισμένοι επ’ αυτού, αναζητήσαμε παντού φυλαχτά, και βάλαμε στο δωμάτιο του έναν σύρτη, ένα πεντάγραμμο και διάφορες τριγωνικές επιγραφές με τη μαγική λέξη: «Άμπρακατάμπρα».
Εις μάτην, τα πάντα ανώφελα ∙ τα πράγματα χοροπηδούσαν από ’κει που ήταν, και στους τοίχους σχηματιζόταν σκιές δίχως περιγράμματα και δίχως όψη.
Ο Ρομάν δεινοπαθούσε, και η μητέρα του, για να τον κάνει να αφαιρεθεί, τού αγόρασε μια ωραία φωτογραφική μηχανή. Όλες τις μέρες πηγαίναμε να βολτάρουμε μαζί και κουβαλούσαμε και τη μηχανή στις εκστρατείες μας. Μια μέρα η μάνα του είχε την ιδέα να τους απαθανατίσω, εγώ, τους τρεις τους σαν σύνολο, για να στείλει το φωτογραφικό τους πορτραίτο στους συγγενείς της στην Αγγλία. Ο Ρομάν κι εγώ βάλαμε ένα πανί από λινάτσα στη βεράντα, και κάτω από αυτό μπήκαν η μητέρα με τα παιδιά. Εστίασα, και σε περίπτωση που δεν μου έβγαινε καλό, τύπωσα δυο πλάκες. Πάραυτα εγώ με τον Ρομάν πήγαμε να τις εμφανίσουμε. Βγήκαν καλές, όμως πάνω από το κεφάλι της αδερφής του φίλου μου φαινόταν μια σκοτεινή κηλίδα.
Αφήσαμε τις πλάκες να στεγνώσουν, και την άλλη μέρα τις βάλαμε στη πρέσα, στον ήλιο, για να εμφανίσουμε τα θετικά.
Η Άνχελες, η αδερφή του Ρομάν, ήρθε μαζί μας στη βεράντα. Βλέποντας το πρώτο δείγμα, ο Ρομάν κι εγώ παρατηρούσαμε ο ένας τον άλλος δίχως να λέμε
κουβέντα. Πάνω στο κεφάλι της Άνχελες φαινόταν μια λευκή σκιά γυναίκας με παρειές που μοιάζαν με τις δικές της. Στο δεύτερο δείγμα φαινόταν η ίδια σκιά, αλλά σε διαφορετική στάση: γέρνοντας προς την Άνχελες, λες και της μιλούσε στ’ αυτί. Η τρομάρα που πήραμε ήταν τόσο μεγάλη που εγώ και ο Ρομάν μείναμε άλαλοι, παραλυμένοι. Η Άνχελες κοίταξε τις φωτογραφίες και χαμογέλασε, χαμογέλασε.
Αυτό ήταν το πιο σοβαρό. Εγώ βγήκα από τη βεράντα και κατέβηκα τις σκάλες σκοντάφτοντας, πέφτοντας κι αφού έφτασα στον δρόμο βάλθηκα να τρέχω, κυνηγημένος απ’ την ανάμνηση του χαμόγελου της Άνχελες. Μπαίνοντας στο σπίτι, καθώς πέρναγα κοντά σ’ έναν καθρέφτη, την είδα στο βάθος, χαμογελώντας, χαμογελώντας, συνεχώς. Ποιος λέει πως είμαι τρελός; Ψεύδεται! Γιατί οι τρελοί δεν κοιμούνται κι εγώ κοιμάμαι… Α! Νομίζετε πως εγώ δεν το ήξερα αυτό; Οι τρελοί δεν κοιμούνται κι εγώ κοιμάμαι. Από τότε που γεννήθηκα, ακόμη δεν έχω ξυπνήσει.









