Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, με αφορμή το νέο της βιβλίο «Όταν οι Λακούβες ήταν Χαρά» (Εκδόσεις Κέδρος), μιλά στο Ποιείν και μας ταξιδεύει σε έναν κόσμο όπου οι γειτονιές, τα παιχνίδια της αλάνας και οι μυρωδιές των γλυκών ζωντανεύουν ως πολύτιμοι φορείς μνήμης, συναισθημάτων και ανθρώπινων σχέσεων.

Με ζωντάνια και τρυφερότητα, οι λέξεις της ξυπνούν τις αναμνήσεις μιας εποχής που μοιάζει να ανασαίνει, ενώ η μουσική, το ραδιόφωνο και οι καθημερινές μικρές στιγμές αποκτούν τη δύναμη να γίνουν ποίηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που λειτουργεί σαν βάλσαμο ψυχής, κρατώντας ζωντανό το φως της παιδικής ηλικίας στις καρδιές των αναγνωστών

 

-Κυρία Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη, με ποιον τρόπο ο χώρος της γειτονιάς μεταμορφώνεται μέσα στο έργο σας σε φορέα συναισθημάτων, ανθρώπινων σχέσεων και μνήμης που ξεπερνά τα όρια ενός απλού τόπου;

Οι άνθρωποι της γενιάς μου που μεγάλωσαν σε αστικά κέντρα τις δεκαετίες του 1950 και 1960 έπαιξαν τα ίδια παιχνίδια σε γειτονιές με κήπους, χωματόδρομους και αλάνες. Άκουσαν τις ίδιες μουσικές, χόρεψαν τους ίδιους χορούς, είδαν τις ίδιες ταινίες, διάβασαν όλοι τους τον Μικρό Ήρωα, έπαιξαν Καραγκιόζη, γεύτηκαν όλοι το πρωτόγνωρο παγωτό ξυλάκι κρέμα με επικάλυψη σοκολάτας… Μοιραστήκαμε συνεπώς κοινά ήθη, νοοτροπίες, συναισθήματα, μνήμες. Ασχέτως τόπου, ανήκουμε στην ίδια φυλή.

 

-Σκεφτόμουν ότι η γειτονιά στο έργο σας μοιάζει να ανασαίνει. Είναι άραγε ένας τόπος ή μια καρδιά ανθρώπου που συνεχίζει να χτυπά μέσα στην αφήγηση;

Όταν άρχισα να γράφω το συγκεκριμένο βιβλίο είχα την αίσθηση ότι οι μνήμες αυτές καθαυτές απαιτούσαν να αποτυπωθούν δια της γραφής. Αναβλύζανε από μέσα μου σαν αστείρευτος πίδακας, συνωστίζονταν και με συνεπαίρνανε. Ξαναζούσα τα παιδικά μου χρόνια με απίστευτη ζωντάνια. Με περικυκλώνανε εικόνες, μουσικές, αρώματα, ήχοι, ακόμη και λέξεις διαγραμμένες από το λεξιλόγιό μας. Αυτή η ζωντάνια, αυτό το κέφι αν θέλετε, περνάει στο κείμενο, νιώθει κανείς τον παλμό.

 

-Τα παιδικά παιχνίδια στις αλάνες και στους χωματόδρομους μοιάζουν με τραγούδι ελευθερίας. Ήταν για εσάς ένας ύμνος στην αθωότητα που φεύγει;

Όσο πιο μεστά ζήσουν τα παιδιά την παιδικότητά τους τόσο πιο ευχαριστημένοι ενήλικες θα είναι. Θεωρώ ότι οι γονείς που βιάζονται να ανοίξουν τα μάτια των παιδιών τους, π.χ. λέγοντάς τους ότι ο Άι Βασίλης είναι ψέμα, κάνουν μεγάλο λάθος. Το παιδί και το παιχνίδι δεν είναι απλώς συνυφασμένα, είναι ένα και το αυτό. Εδώ βλέπουμε ντοκιμαντέρ με βομβαρδισμένες πόλεις και τα παιδιά να τρεχοβολούν ανάμεσα στα συντρίμμια, να παίζουν ποδόσφαιρο μ’ ένα τενεκεδάκι, να πλατσουρίζουν στα νερά των σπασμένων αγωγών υδάτων. Στην περίπτωση που μας δείχνουν αποκλειστικά παιδιά δυστυχισμένα, σημαίνει πως η ταινία έχει λογοκριθεί από τις σκοπιμότητες κάποιας προπαγάνδας. Η πεποίθησή μου αυτή επιβεβαιώθηκε, όταν άκουσα πρότινος την αφήγηση μιας Εβραίας της Θεσσαλονίκης, η οποία σε ηλικία έξι ετών βρέθηκε αιχμάλωτη μαζί με τη μητέρα της σε ναζιστικό στρατόπεδο. Εκεί, είπε, έπαιζε -μάλιστα, έπαιζε- με κάποιο αγοράκι. Και ξέρετε με τι έπαιζαν; Με τα ποντίκια! Ενώ το βράδυ, πριν αποκοιμηθούν, έλεγαν ο ένας στον άλλον παραμύθια. Αθωότητα, ελευθερία, δύναμη ζωική συνιστούν το βασίλειο των παιδιών – και πώς να μην τα εξυμνήσεις όλα αυτά;

 

-Οι φωνές του ραδιοφώνου, τα τραγούδια και οι ιστορίες της εποχής πλέκουν έναν αόρατο ιστό μνήμης. Πώς επιλέξατε να τις αφήσετε να «μιλήσουν» στο βιβλίο;

Τα τραγούδια -στίχοι και είδος μουσικής- αποτελούν τους πιο ευχάριστους μάρτυρες της εποχής και ξυπνούν μνήμες όσο τίποτε άλλο. Το ραδιόφωνο ήταν το όνειρο κάθε ελληνικού σπιτιού και όποιοι το αποκτούσαν, το τιμούσαν ιδιαιτέρως αφήνοντάς το να παίζει επί ώρες. Από αυτό πληροφορούνταν τα γεγονότα της ημέρας ή τα αποτελέσματα των εκλογικών αναμετρήσεων, που τα σημειώνανε με χαρτί και μολύβι προσπαθώντας να βγάλουν συμπέρασμα. Μια διαδικασία που, αν μη τι άλλο, είχε ξενύχτι και σασπένς. Κάτι αδιανόητο πλέον καθώς με τα έξιτ πολς γνωρίζουμε τα αποτελέσματα πριν κλείσουν οι κάλπες!

Ο γυναικείος πληθυσμός, ασχέτως ηλικίας, άκουγε ανελλιπώς την καθημερινή σειρά «Πικρή μικρή μου αγάπη». Την Κυριακή υπήρχε η δημοφιλής εκπομπή του Αχιλλέα Μαμάκη «Το θέατρο στο μικρόφωνο», ενώ τα παιδιά παρακολουθούσαν την τακτική εκπομπή της Αντιγόνης Μεταξά, γνωστής ως θεία Λένα.

Πάνω απ’ όλα όμως, αυτή η θαυμαστή συσκευή γέμιζε με μουσική και τραγούδια την καθημερινή ζωή. Οι νοικοκυρές έκαναν τις δουλειές τους τραγουδώντας, ονειροπολώντας, ακόμη και χορεύοντας. Μέρα χωρίς τραγούδι δεν υπήρχε.

 

-Μπορεί η απλότητα των μικρών στιγμών όπως ένα τραπέζι Κυριακής ή μια γεύση γλυκού να γίνει ποίηση της καθημερινής ζωής;

Όποιος ξέρει να απολαμβάνει τα μικρά και τα ουσιαστικά, γεμάτη ποιήματα είναι η καθημερινή ζωή.

 

-Η τεχνολογία που εισέρχεται στον κόσμο του βιβλίου σας είναι σαν ήρεμο κύμα αλλαγής. Βλέπετε σε αυτήν περισσότερο την υπόσχεση του μέλλοντος ή τη σκιά μιας χαμένης επαφής;

Η τεχνολογία υπάρχει από την εποχή που ο άνθρωπος επινόησε τα πρώτα λίθινα εργαλεία. Δι’ αυτής εξελισσόμαστε και είναι κάτι που το βλέπω εντελώς ουδέτερα : ούτε σαν ευλογία ούτε σαν κατάρα. Είναι απλώς η πραγματικότητα, στην οποία προσαρμοζόμαστε όσο μπορούμε. Καλό είναι να αναγνωρίζουμε τα θετικά και να αποφεύγουμε τα αρνητικά της. Να τη σταματήσουμε πάντως δεν μπορούμε. Ας είμαστε λοιπόν ευγνώμονες για ό,τι καλό μας πρόσφερε και μας προσφέρει, χωρίς υποσχέσεις και χωρίς σκιές. Η ζωή, ούτως ή άλλως, είναι ένας συνεχής αποχαιρετισμός.

 

-Οι αναφορές σε παλιά επαγγέλματα μοιάζουν με ψίθυρο ιστορίας. Θελήσατε να κρατήσετε ζωντανή την ψυχή ενός κόσμου που σβήνει αργά;

Ο κόσμος αυτός έχει ήδη σβήσει. Δικαιούται όμως ένα μνημόσυνο. Αυτό αποτελούν οι αναφορές μου.

 

Πώς η μουσική δημιουργία του Μάνου Χατζιδάκι και του Μίκη Θεοδωράκη συνδέεται με τη λογοτεχνική σας αφήγηση και ποιο ρόλο διαδραματίζει στη διαμόρφωση της ατμόσφαιρας των αναμνήσεων μέσα στο έργο σας;

Ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης είναι οι κορυφαίοι δημιουργοί μιας εποχής καλλιτεχνικοπολιτικής ζύμωσης, όπου η Ελλάδα φανέρωνε στον κόσμο και στον εαυτό της το καλύτερό της πρόσωπο. Και παρότι η άνθηση αυτή ανακόπηκε τον Απρίλη του 1967 από τη δικτατορία των συνταγματαρχών, θεωρώ πολύ τυχερή τη γενιά μου που έζησε αυτήν την ανάταση. «Λίγο ακόμα, να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα»: αυτό έλεγε ο Σεφέρης, αυτό μελοποίησε ο Θεοδωράκης, αυτό τραγουδούσαμε κι εμείς.

-Αν η παιδική ηλικία είναι ένα φως που δεν ξαναγυρίζει, το βιβλίο σας αποτελεί προσπάθεια να φυλαχθεί αυτό το φως μέσα στις λέξεις;

Καθώς ο χρόνος μου τελειώνει, ένιωσα επιτακτική την ανάγκη να διασώσω με τη βοήθεια των λέξεων το φάσμα φωτός που υπήρξαν τα παιδικά μας χρόνια, ώστε να μη χαθεί κι αυτό μαζί με μένα.

-Πώς θα επιθυμούσατε να φωλιάσει η μνήμη των παλιών χρόνων στις καρδιές των αναγνωστών μέσα από το έργο σας, κυρία Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη;

Ως βάλσαμο ψυχής.

 

 

 

*********************************

Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Το 1965 μετοίκησε στην Αθήνα. Το 1966 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το διήγημα Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο στο περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, με πρόλογο του Άγγελου Τερζάκη. Το 1972 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Ο δραπέτης στο δέντρο. Από τότε μέχρι σήμερα έχει εκδώσει άλλα είκοσι ένα βιβλία, τα περισσότερα από αυτά μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Επίσης έχει ασχοληθεί και η ίδια με μεταφράσεις βιβλίων. Το 2001 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιπεκτσί (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) για το μυθιστόρημά της Σαν το μετάξι (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996). Βιβλία της βρίσκονται σε πολλές εθνικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.