Ξεχασμένο και αφημένο για χρόνια σε υπόγεια, αυτό το πολύτιμο άλμπουμ επιτέλους ανθίζει, ανασαίνει και έρχεται εν ζωή. Σαν ένα εύθραυστο πλάσμα, με προσοχή το πήραμε, με στοργή το φροντίσαμε και μαζί, με ανιδιοτέλεια, θα το αγαπήσουμε. Ένα άλμπουμ κατ’ εμάς πολύτιμο, σαν ένα κρίνο διάφανο, ανθίζει μόνο μια φορά στα χρόνια, εκθαμβωτικό και σπάνιο. Η νύχτα είναι κι αυτή ένας ήλιος. Αυτό είναι το δεύτερο και για πάντα τελευταίο άλμπουμ απ’ τις Μπαλάντες για φόνους. Και με αυτόν το δίσκο, στιγματίζεται η 10η κυκλοφορία απ’ το Άσυλο Ονείρων. Το άλμπουμ κυκλοφορεί μετά το Πάσχα σε 300 μαύρα και 200 κόκκινα αντίτυπα βινυλίου.
Πίνακας: Μαριάννα Παρμάτζια / Γραφιστικά: Στέφανος Στυλιανός / Εικαστική και γραφιστική επιμέλεια: Άσυλο Ονείρων / Ηχογράφηση: Στούντιο Ηχοβρύχιο, Γιώργος Παυλίδης / Μίξη & mastering: Λάμπρος Σφυρής / Τη μίξη, το mastering και τη παραγωγή του άλμπουμ ανέλαβε το Άσυλο Ονείρων.
Γράμματα σε μια άγνωστη
Ποίηση: Νικανόρ Πάρα /Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης
Όταν θα περάσουν τα χρόνια
κι εγώ θα ‘μαι μόνο
ένας άντρας που αγάπησε,
ένα ον που σταμάτησε
απέναντι στα χείλη σου
ένας άνθρωπος που κουράστηκε
να περπατάει μέσα στους κήπους σου,
που θα βρίσκεσαι εσύ;
Η νύχτα είναι κι αυτή ένας ήλιος / Στίχοι: Παντελής Ροδοστόγλου
Αγάπη φόνισσα, αιμοβόρο θηρίο
σκιά χλωμή κάποιας νεκρής ομορφιάς
πώς με κοιτάς και μου γνέφεις αντίο
με χνότα που μυρίζουν σφαγείο.
Για χρόνια ζήσαμε στο ναυάγιο εκείνο
με υποβρύχια φεγγάρια, τυφλωμένα πουλιά
σαρκοβόρα λουλούδια και κουφάρια αρλεκίνων
στοιχειωμένα πορτρέτα, πεθαμένα φιλιά.
Τώρα γυρίζω αγκαλιά μ’ ένα κρανίο
σαν κάποιος έκπτωτος, τρελός βασιλιάς
μ’ ένα ερώτημα φρικτό μα κι αστείο:
πώς γίνεται να ζεις χωρίς αυτό που αγαπάς;
Η νύχτα πέφτει σαν θλιμμένο αντίο
σε κάποιον τάφο αλυχτάει ο βοριάς
κι ένα λουλούδι μεγαλώνει στο κρύο
σαν κάποιο ερώτημα φριχτό μα κι αστείο
που φυτρώνει στη σκιά των σφαγείων.
Η νύχτα είναι κι αυτή ένας ήλιος.
****
Γεννήθηκε την εποχή του χαλκού/ Ποίηση: Κωστής Μοσκώφ
Γεννήθηκα την εποχή του χαλκού
τώρα δεν με θυμάται πια κανένας
σκεπάσαν τους βωμούς μου δάφνες και φρύγανα.
Πικραμύγδαλο, συ έρωτά μου,
ήπια τρία βαρέλια ρετσίνα στην Δόμνα
χτες, για να ξεχάσω
ρούφηξα τον Αλιάκμονα, τον σφοδρό Βαρδάρη
— οι λιμναίοι οικισμοί της Θεσσαλίας
μείναν ξεροί για χάρη σου.
Περιμένω τρεις χιλιάδες χρόνια για να πεθάνω,
αδύναμος να αποσυντεθώ τόσο που σ’ αγαπώ.
**
Χαμένα/ Ποίηση: Μαρία Πολυδούρη
Προσμένω, εἶν᾿ ἡ ψυχή μου ἐλπίδα,
στὴ νύχτα τὴν τρισκοτεινὴ
τὸν ἥλιο τέτοιον ποὺ πρωτοεἶδα
ἐκεῖ ἀντικρύ μου νὰ φανῆ.
Προσμένω ποὺ σημαίνουν τώρα
στριγγὲς φωνὲς τὸ χαλασμό,
προσμένω τὴν γαλήνιαν ὥρα,
τὸ βραδυνὸ χαιρετισμό.
Στὴν ξερασιὰ τώρα τὸ χιόνι
πὤχει σὰ σάβανο ἁπλωθῆ,
τὸ μακρεμένο χελιδόνι
προσμένω πὼς θὰ ξαναρθῆ.
Ὅλα προσμένω τὰ χαμένα
κ᾿ ἡ ἐλπίδα μάγισσα μία γρηὰ
μοῦ λέει πὼς ἔρχονται ὁλοένα
οἱ σκιὲς ποὺ χάνονται μακριά.






