Βρεθήκαμε στον Κολωνό

σ ’ένα χαζό κουτούκι ·

γύρω μας φαναρτζίδικα, βαφές

και μαύρα λάδια,

μπλε σαλοπέτες, άφιλτρο

και μπύρα χλιαρή.

Τσούγκρισε και …

 

« Τα βράδια το παράπονο

έπιανε το λυγμό μου ·

το μόνο χάδι ήτανε

ένα πικάπ βαλιτσάκι,

της μάνας του ’50.

 

Έτριζε τη Μικρή

τη Μουσική της Νύχτας

κι ο Έντισον στο ράδιο,

ύστερα, καληνύχτα,

μικρέ μου καπετάνιε μου

του ονείρου χαμογέλα.

 

Κι όταν τις σπάνιες φορές

πατέρα αναζητούσα

– δεν είν’ για χόρταση μου λες –

εκεί που τον περίμενα

ναρθεί, ποτέ δε φάνει…

 

Το δέρμα μου μετέωρο

στη λαύρα και τον πάγο

ν’ αναζητάει γέφυρα

του μπουκαλιού λαιμό…

 

Μικροαιμορραγίες ύπαρξης,

η Ψι μου μετά χρόνια,

με το πουράκι το στριφτό

κι ένα χαμόγελο απαλό

μόνιμα μες στο στόμα ».

 

Σταμάτησε, με κοίταξε, στα μάτια του υγρό χάδι.

 

«Δεν είναι ποίηση αυτά ·

το ξέρω, τι να κάμω;

Στεγνή, στυγνή ‘ναι νόηση,

ακέρια του μυαλού.

Κι ας έγραφε ποιητικά

ο μπάρμπα – Σίγκμουντ τότε.

Εγώ, δεν μπορώ ποίηση να γράφω

πάντα…εβίβα!»

 

 

***

Αναζητώντας το χαμένο πόνο

Στη μνήμη του André Green

 

Ο πόνος ο πιο σουβλερός

σαν τίποτα δε νιώθεις,

όταν κυλάνε με ροή,

ήρεμη τάξη, συνοχή,

όλα ͘

δεν το αντέχεις.

 

Και ψάχνεις για τη θλίψη σου,

για τύψεις, για ένα φόβο,

για έρωτα και για ποτό,

για κάτι να ματώνει.

 

Μα πως, μέσα στην ανοιωθειά

συγκίνηση να έβγει;

Φίδι δαγκώνει την ουρά

με δίχως δόντια στόμα.

Ελπίδα σου ένα φτηνό

στυλό και το χαρτί σου ͘

γράμματα, λέξεις, συλλαβές

και άναρθρες φωνούλες,

αυτές που από μικρό παιδί

ξέχασες πως να βγάζεις,

σκαλίζεις το λαρύγγι σου,

το παιδικό σου κλάμα,

το φως π’ άξαφνα έσβηνε

και το σκοτάδι εντός σου

με το έξω ένα γίνονταν ͘

πάγωνε ο καημός σου.

 

Τότε που πρωτογεύστηκες

μισόνεκρη μητέρα,

που θα ξανάβρισκες μετά,

σαράντα τόσα χρόνια,

στο γαλλικό βιβλίο σου

ενός Αιγυπτιώτη

και σ’ ένα τριμητόνιο

φάλτσο του Συριανού.

 

 

 

( André Green, Γάλλος ψυχαναλυτής, γεννήθηκε στο Κάιρο, εισήγαγε το σύνδρομο της «νεκρής μητέρας »)

 

 

***************************************

Ο Δημήτρης Οικονομίδης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Είναι ψυχίατρος-ψυχοθεραπευτής. Σπούδασε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη συνέχεια εκπαιδεύτηκε και εργάστηκε στο Παρίσι. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: « Η πυξίδα που έδειχνε το Νότο » (Γαβριηλίδης, 2002), « Της μακρινής της θάλασσας είναι ζεστή η αγκάλη » (Γαβριηλίδης, 2012) και «Ποίηση ΙΙΙ – Επίλογος-Λέξη-Γη μονάχη » Ενύπνιο, 2023 ) και μία συλλογή διηγημάτων « Ιστορίες ανάμεσα » (Τόπος, 2019). Έχει μεταφράσει το «Η θεμελιώδης βία » ( υπό έκδοση Τόπος, 2026 ) του Γάλλου ψυχαναλυτή Ζαν Μπερζερέ, το « Οιδίπους είσαι και φαίνεσαι! » (Τόπος, 2012) του Γάλλου παιδοψυχιάτρου Μαρσέλ Ρυφό, το « Ο ιδεοψυχαναγκαστικός και η επιθυμία του » (Τετράδια Ψυχιατρικής Νο 89-2005) του Γάλλου ψυχαναλυτή Σερζ Λεκλαίρ και το θεατρικό έργο του Κοπί « Το Ψυγείο »( Άπαρσις, 2011). Είναι επίσης ηθοποιός και έχει παίξει σε θεατρικά έργα και στον κινηματογράφο. Από τα μαθητικά του χρόνια συμμετέχει σε κοινωνικές δράσεις και σε οργανώσεις της Αριστεράς.