Wilfrid Wilson Gibson (1878-1962), Ποιήματα (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

 

Υποχώρηση

 

Από την αργή υποχώρηση τσακισμένος, σαστισμένος,

μεσ’ απ’ της νότιας πεδιάδας τις αποπνικτικές λεύγες,

μεσ’ απ’ του ποδοπατημένου σταριού τις καυτές λεύγες,

απ’ των ποδιών το βηματισμό μισότυφλος, μισοζαλισμένος

κι απ’ τη ζέστη τ’ Αυγούστου που η σκόνη την ποτίζει,

ονειρεύτηκε λουλούδια σε μιαν αγγλική αλέα,

θάμνων άνθη, που μετά τη βροχή το καθένα στραφταλίζει –

επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία.

 

Επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία –

τ’ αθώα ονόματα σχημάτιζαν μιαν επωδό δροσερή –

επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία,

στο πονεμένο του μυαλό να ηχεί, να κουδουνίζει,

μέχρι που πάλι σαν παιδί άρχισε να ψελλίζει –

Επιλόβιο, βουτυρόχορτο, σπειραία.

 

***

Τα μηνύματα

 

Δεν καλοθυμάμαι… Ήτανε πέντε που έπεσαν νεκροί

δίπλα μου στο χαράκωμα – κι οι τρεις

ψιθύρισαν τα τελευταία τους μηνύματα σε μένα…

 

Γυρνώντας απ’ τα χαρακώματα, νεκρός μάλλον παρά ζωντανός

κουφός σαν την πέτρα, ζαβλακωμένος, μ’ ένα γόνατο σπασμένο

κούτσαινε αργά, μουρμουρίζοντας κενά κι αφηρημένα

 

Δεν καλοθυμάμαι… Ήτανε πέντε που έπεσαν νεκροί

δίπλα μου στο χαράκωμα – κι οι τρεις

ψιθύρισαν τα τελευταία τους μηνύματα σε μένα…

 

Οι φίλοι τους περιμένουν, αναρωτιούνται αν έχουν αντέξει –

στη σιωπή περιμένοντας υπομονετικά μια λέξη…

Μα τι να είπαν ή ποιοι να ήταν οι φίλοι τους αυτοί

 

Δεν καλοθυμάμαι… Ήτανε πέντε που έπεσαν νεκροί

δίπλα μου στο χαράκωμα – κι οι τρεις

ψιθύρισαν τα τελευταία τους μηνύματα σε μένα…

 

 

**

Σύντροφοι

 

Καθώς βάδιζα στη Φλάνδρα

ένα φάντασμα μ’ ακολουθούσε–

βήμα-βήμα και μουρμούριζε

ασταμάτητα, καθώς χαμογελούσε:

 

«Κάποτε βάδισα στη Φλάνδρα

όπως εσύ κι εγώ,

πριν εκατό μόλις χρόνια,

για να πέσω στο Βατερλώ.

 

Με θάψανε στη Φλάνδρα

στην αιμάτινη τη γη,

και για καιρό πολύ ξεχάστηκα,

βαθιά στη λάσπη τη Φλαμανδική.

 

Αλλά τώρα βαδίζεις στη Φλάνδρα

όπως εγώ κι εσύ·

μέχρι το τέλος της ημέρας

θα είμαστε μαζί.»

 

 

**

Ράγκταϊμ

 

Μια τσαπερδόνα στο χακί καμαρωτή στο φωτεινό σανίδι

με ψεύτικο μουστάκι και χαμόγελο και μάτια γουρλωτά,

με δρασκελισμούς και κουνήματα σα στρατιώτης πασχίζει

να παρελάσει, ενώ το αχαλίνωτο ράγκταϊμ

κουδουνίζει, κοπανάει, κροταλίζει·

πάνω απ’ το χάλκινο βουητό και τον σαματά των κρουστών,

ζορίζεται να εκτοξεύσει τις τσιριχτές της νότες, όπως πιτσιλίζει

ένα γύρο λάγνων και φλύαρων χαχανητών.

 

Κι έπειτα γυρίζω έξω στου Στραντ* το στριμωξίδι,

κατεβαίνοντας ένα σκοτεινό σοκάκι προς το ήσυχο ποτάμι:

κάτω απ’ το ολόγιομο φεγγάρι ένα ασημένιο ρυάκι.

 

Και σκέφτομαι πώς οι κρύοι προβολείς αστράφτουν και καίνε

πάνω από υγρά χαρακώματα, όπου οι άντρες σκύβουν και τρέμουν.

Μουρμουρίζοντας, για να πάρουν λίγο θάρρος, το ίδιο τραγουδάκι.

 

(* Δρόμος του Λονδίνου με πολλά θέατρα, ο κοντινότερος μεγάλος παράλληλος δρόμος στα βόρεια του Τάμεση)

 

**

Στο νοσοκομειακό

 

Δυο σειρές τα λάχανα

μέσα στα περιβόλια,

δυο σειρές μπιζέλια πρώιμα,

δυο με κόκκινα φασόλια.

 

Αυτό μουρμουράει συνέχεια

κι όλη νύχτα επιμένει,

έτσι μένουν άγρυπνοι

κι οι άλλοι πληγωμένοι.

Τα πόδια τού ακρωτηρίασαν

και το μυαλό του πάει,

έτσι μουρμουρίζοντας συνέχεια

όλη τη νύχτα του περνάει:

 

Δυο σειρές τα λάχανα

μέσα στα περιβόλια,

δυο σειρές μπιζέλια πρώιμα,

δυο με κόκκινα φασόλια.

 

**

Χορεύτριες

 

Όλη μέρα κάτω απ’ τις ορμητικές οβίδες

στα φλογισμένα μάτια μου μπροστά,

λεπτεπίλεπτες στέκονται δεσποινίδες –

οι λιμπελούλες – καμαρωτά.

 

Αδιάκοπα κάνουν περιπολία

πάνω απ’ το νερό το στάσιμο –

κι εγώ που εδώ πολεμώ στη Γαλλία

όπως σε όνειρο αβάσιμο

 

Όνειρο από φονικές χειροβομβίδες

που ψηλά εκτοξεύονται

ενώ λεπτεπίλεπτες χορεύουν δεσποινίδες

πάνω από νεκρούς που δεν ονειρεύονται.

 

**

Στρατιωτικό πλοίο: Στη μέση του Ατλαντικού

 

Σκοτεινά νερά σπάνε γύρω απ την καρίνα

σε κρυστάλλινη λάμψη, σαν μέσα απ’ την ασέληνη νύχτα

το σκοτεινό πλοίο να προχωρά στη δική του κινούμενη λίμνη

από φωσφορίζον, κρύο, φεγγαρόχρωμο φως·

και προς τον καθαρό ορίζοντα τριγύρω, δίνες από φλογερό βηρύλλιο

αστράφτουν δυνατά σαν ένα εκατομμύριο φεγγάρια,

άσβεστα, κρύα και λευκά να πνίγηκαν,

αναβοσβήνοντας ακόμα, στα σκούρα, πράσινα νερά.

 

Και κοιτάζοντας τη μαγεία με βλέμμα ονειρικό,

που ποτέ ως τώρα τη θάλασσα δεν είχε αντικρύσει,

αγόρια απ’ τα δυτικά μεσόγεια χαλαρώνουν νωχελικά,

δίχως φανάρια, στο σκοτάδι, αγόρια που πηγαίνουν,

σαν καλεσμένα από μια αδιαμφισβήτητη λάμψη,

σ’ άγνωστες χώρες να πολεμήσουν έναν άγνωστο εχθρό.

 

**

Πίσω

 

Με ρωτάνε πού πήγα

και τι έκανα και τι είδα.

Μα ν’ απαντήσω δεν μπορώ,

αφού ξέρω πως δεν ήμουνα εγώ,

μα κάποιος άλλος σαν κι εμένανε φτυστός

που απέναντι πέρασε τη θάλασσα κι αυτός

και με το μυαλό και με το χέρι

σκότωσε άντρες στα ξένα μέρη…

Αν και την ευθύνη θα μου ζητούσε,

καθώς στο όνομά μου απαντούσε.

 

**

Πρωινό

 

Τρώγαμε το πρωινό μας έχοντας ανάσκελα ξαπλώσει,

γιατί οι οβίδες ουρλιάζανε πάνω από τη γη.

Μια φέτα μπέικον στοιχηματίζω για ένα καρβέλι ψωμί,

ότι η Χαλλ Γιουνάιτεντ τη Χάλιφαξ θα σαρώσει,

αν ο Τζίμι Στέινθορπ στην άμυνα μπει,

αντί του Μπίλι Μπράντφορντ. Πριν το κεφάλι του σηκώσει,

ο ρούσος έβρισε και το δέχτηκε · κι έπεσε νεκρός πίσω εκεί.

Τρώγαμε το πρωινό μας έχοντας ανάσκελα ξαπλώσει,

γιατί οι οβίδες ουρλιάζανε πάνω από τη γη..

 

**

Θρήνος

 

Εμείς που απομείναμε, πώς θ’ αντικρίσουμε ξανά

τον ήλιο ή τη βροχή να νιώσουμε με την ίδια χαρά,

χωρίς να θυμηθούμε πώς κι αυτοί

που πήγαν αγόγγυστα και δώσαν τη ζωή

τους για μας, το ίδιο αγαπούσαν τον ήλιο, τη βροχή;

 

‘Ενα πουλί τραγουδάει στη βρεγμένη πασχαλιά –

μα εμείς, πώς θα στραφούμε στα μικρά,

ν’ ακούσουμε τον ήχο των πουλιών, των ανέμων, των κυμάτων,

που αγίασαν τα όνειρα των,

και να μη νιώσουμε πώς ραγίζει η καρδιά στην καρδιά των πραγμάτων;

 

 

*********

EΠΙΜΕΤΡΟ

Ο Wilfrid Wilson Gibson (1878-1962) έγινε γνωστός για τα ποιήματα που έγραψε με θέμα τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, όπως και ο στενός του φίλος Rupert Brooke. Είχε όμως ήδη εκδόσει κάποιες συλλογές και είχε συμμετάσχει σε διάφορες ανθολογίες, πριν καταταχτεί στο στρατό. Μετά τον πόλεμο, συνέχισε να γράφει ποίηση και θέατρο για ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, από ερωτικά μέχρι κοινωνικά: συχνά αναφερόταν στη φτώχεια των εργατών και των χωρικών. Εμπνεύστηκε από τους θρύλους και τα τραγούδια της ιδιαίτερης πατρίδας του, του Νορθάμπερλαντ.