Θ έρως.
Η θάλασσα που θρόιζε
οι θημωνιές θυμάρι και θυμιαμα να ανασαίνουν.
Θυμάσαι;
Θεατρίνοι σε θερινούς θιάσους θύματα και θύτες.
Θαμώνες θυμωμένοι σαν
θρύλοι που θήτευσαν στην θλίψη.
Θ.. έρως θέλγητρο στου θάρρους τα θεάματα στα θαλλόφυτα θρήνησε του θέρους τις θωπείες.
**
Το αγόρι
Το αγόρι στην άκρη του ουράνιου
τόξου την σκέφτονταν συνέχεια
καθώς τύλιγε σε κορδέλες τα
χρώματα του.
Η βροχή βάλσαμο στην ψυχή και η
προσμονή ένας χρησμός πως
κάποτε θα περπατήσει στα χνάρια της.
Και του έφταναν οι στάλες να
ζωγραφίζει την μορφή της
αφού περίσσευαν οι λέξεις.
Και φεύγαν οι χειμώνες να
συναντήσουν τα καλοκαίρια.
Ήταν τότε που του λείπε
παράφορα σαν στέρευαν τα σύννεφα.
Κλωστές που υφαίναν τα αστέρια
γίνονταν νήματα στον ουρανό
πυξίδα να της φτιάξει.
Και ήξερε πως θα ‘ρθει σαν το
θρόισμα των φύλλων με την οσμή
της μπόρας εκεί στην άκρη του
ουράνιου τόξου.
Και χε φυλάξει θησαυρούς στα
πόδια της να αφήσει
δροσοσταλίδες για να πιει
την μοίρα να ξορκίσει.
Μα ποιος κατάφερε να δει στην
άλλη άκρη της γης το κορίτσι να
περπατά στα σύννεφα;
**
Το ξ
Ξένος μέσα σε ξένους
Ξάγρυπνος…
Ξεπλυμένος από την ξαστεριά ξέπνοος από την αγάπη.
Ξημερωμένος και ξένος σαν ξέσπασμα ξαφνικό.
Ξενιτεμένος από φιλί ξορκισμένος από έρωτα ξυπόλυτος από ξεγνοιασιά.
Ξεπεσμένος από γινάτι ξεναγός στην απάτη ξακουστός ωστόσο.
**
Ο καφενές
Σαν από χρόνια ξεχασμένοι θαμώνες άλλων εποχών του καφενέ το κάδρο εζωντάνευαν.
Χωρατά και καυγάδες να μπλέκονται με νεύματα και σφυρίγματα σαν συριγμούς φιδιών.
Ανάκατες οσμές φιγούρες στριμωγμένες σε στοίβες αποτσίγαρων.
Παράθυρα με θέα το λιμάνι που ξέρναγαν τις νύχτες όνειρα καμωμένα από φωτιές αβάσταχτα στο φως της ημέρας.
Ο καφενές που όριζε τις εποχές έδενε τις ζωές παραδομένος σαν αδέσποτο σκυλί
Τα κόκκαλα του τα ΄θρεφε η θάλασσα… εκεί στην άκρη του λιμανιού ούρλιαζαν τα θαύματα σαν ανήμερα θεριά.
**
Στεφανωμένος έρωτας
Κι έτσι γύρισα το χρόνο πίσω
για να πάρω τον Έρωτα που μου χρωστάς
τα φιλιά, τα χάδια, τις αγκαλιές
που μοιράστηκαν άδικα σε ξένα χέρια
Γύρισα με τη δίψα στα χείλη
την παρόρμηση των κολασμένων
που τραγουδούν ακόμη
τον Έρωτα που ξοδεύτηκε σε ξένα κορμιά
Γύρισα όπως στο είχα υποσχεθεί
και ας πέρασαν χιλιάδες καλοκαίρια
σαν μπόρες μέσα απ’ τα μάτια σου,
χλωμά φθινόπωρα και μεθυσμένες γιορτές
Γύρισα και μαζί με μένα
γύρισε κι ο Έρωτας
με αγκάθινο στεφάνι.
**
Ουράνια εξορία
Καταδικασμένοι να ζουν στην κόλαση
της ευφορίας και της απάτης
βυθίζονται όλο και περισσότερο
σε ένα αιώνιο σκότος.
Έρεβος των αισθήσεων και των πολιτισμών
χωρίς όρια εκτροχιασμένοι
από την αρχέγονη φύση τους
και περιπλανημένοι εκπορνεύουν
την ευτυχία τους σε δεκάδες δαιμόνια,
αγγελικά πλασμένα δημιουργήματα
απάτης και κενότητας φθαρμένα από τον χρόνο.
Ψυχές περιπλανώμενες στο τίποτα
δέσμιες του φωτός,
διασπώνται σε πύρινες φλόγες
στην αναζήτηση του αδιαίρετου Έρωτα.









