Μια συζήτηση του Δημητρίου Μουζάκη με την Γκέλη Ντηλιά για το «Ανθρωποτροφείο» (εκδόσεις Σίγμα Πι Λάμδα, 2025).

Ποιο είναι το τραγούδι που θα σε ξελόγιαζε;

Ο ομηρικός Οδυσσέας δέθηκε στο κατάρτι για να μην ενδώσει στο τραγούδι των Σειρήνων. Ο δικός μου δεν έχει ανάγκη να δεθεί, γιατί το μόνο τραγούδι που μπορεί να τον ξελογιάσει είναι αυτό που γράφτηκε για εκείνον. Τι να την κάνει κανείς την ομορφιά όταν δεν του ανήκει;

Έλκουμε αυτό που φοβόμαστε;

Όχι, βέβαια. Όταν, όμως, συμβαίνει αυτό που φοβόμαστε, ο φόβος μας γι’ αυτό γίνεται θρύψαλλα μες σε εκκωφαντικό κρότο.

Για ποιους λόγους θα μπορούσε η ευτυχία να είναι εκκωφαντική;

Κάθε μέρα έρχομαι σε επαφή με παιδιά που βιαιοπραγούν, ασχημονούν και εκπίπτουν, είτε διότι πριν από μένα τα δίδαξε το γονεϊκό πρότυπο είτε διότι τα δίδαξε η γονεϊκή απουσία. Εκκωφαντική είναι η ευτυχία μου όταν με κάτι που είπα ή κάτι που έκανα πείθεται ο νέος άνθρωπος να εξέλθει του παραδείγματός του.

Γιατί προσπερνάμε κάποιον που ενώ δείχνει σημάδια ότι μας χρειάζεται εμείς τα αγνοούμε επιδεικτικά;

Η εκ γενετής τύφλωση της ανθρώπινης κοινωνίας είναι η αυθόρμητη συμπεριφορά που ιεραρχεί την ανάγκη του ενός πάνω από την ανάγκη του δικαίου.

Πότε χάνεται ένα άτομο σε μια φωτογραφία: όταν πλέον δεν υπάρχουμε στη ζωή του ή όταν εκείνο δεν υπάρχει στη δική μας;

Είναι τραγικό το να υποφέρεις βαθιά και να μην το γνωρίζεις. Όταν αποδιώχνεις εκείνον που σ’ αγαπάει, ανεβαίνεις σε σταυρό, καρφώνεις ο ίδιος τα καρφιά και νιώθεις ανακούφιση που ποτίζεις αργά την έρημο με το αίμα σου.

Τα χέρια του άλλου είναι κάθαρση ή/και καθαρτήριο;

Τα χέρια του άλλου έχουν αξία όταν είναι μέσα στα δικά μας. Τα χέρια μας έχουν αξία όταν είναι μέσα στα χέρια του άλλου. Όλα τα σώματα είναι κατακερματισμός της ανθρωπότητας.

Τι θα είχες δίπλα σου σε περίπτωση που σου ερχόταν η όρεξη για κάτι που αποτελεί σήμα κατατεθέν στη ζωή σου;

Την Ελισάβετ και την Βικτώρια, τις κόρες μου, γιατί οι κόρες μου είναι όλη μου η όρεξη και όλη μου η ζωή.

Έρημος─παντέρημος και ερημωμένος. Ποιες διαστάσεις αυτών των παραγώγων θα σκέπαζαν με αμμόλοφους τις ελπίδες σου;

Δεν έχω ελπίδες. Κάποτε χαίρομαι, κάποτε λυπάμαι και κάθε μέρα είμαι μια μέρα πιο κοντά στον θάνατο.

«Αλλά πού να βρεις τιμή», γράφεις. Αν η αγάπη κοστολογείται, όποιος ενδίδει σε αυτό το αλισβερίσι, είναι άτιμος με την αρνητική έννοια.

Αν έχουν δίκαιο όσοι ισχυρίζονται ότι το επάγγελμα, η θέση, το χρήμα αποτελούν παράγοντες ελκυστικότητας των ανδρών, αλλά όχι των γυναικών, αξίζει να αναρωτηθεί κανείς γιατί. Εσχάτως ασχολούμαι και με ένα άλλο στατιστικό: τέσσερεις στους πέντε γάμους διαλύονται από γυναίκες. Αξίζει να αναρωτηθεί κανείς και γι’ αυτό.

«Κανένα ποίημα δεν θα σε έκανε να γυρίσεις πίσω.» Ενδέχεται όμως κάποιο ποίημα να κάνει αυτόν που το γράφει να γυρίσει πίσω στον εαυτό του και να αναμετρηθεί με τις νέες του προκλήσεις.

Απολύτως αδύνατον. Γυρίζει κανείς πίσω στον εαυτό του αν τον χαστουκίσει ο καιρός, και συνήθως αναχωρεί και πάλι αμετανόητος.

Ένας άντρας που σπάει, κλαίει, δεν έχει άλλες αντοχές μπορεί να επιλέξει να ικετέψει, να γονατίσει, να ζητιανέψει και να διεκδικήσει το αντικείμενο του πόθου του, αν υποθέσουμε ότι αυτό τελικά υπάρχει; (αν υπάρχεις)

Ένας άνδρας που οδύρεται ίσως δεν εμπνέει κανένα σεβασμό στις γυναίκες, αλλά σίγουρα εμπνέει τεράστια συμπάθεια σε μένα. Ο οδυρμός του είναι μια ακόμη μορφή της έλλειψης κατανόησης των στοιχειωδών: ότι, για παράδειγμα, όπως και να ζήσει κανείς, θα πεθάνει, ή ότι κανείς δε χρειάζεται ανθρώπους που δεν τον αγαπούν και βρίσκονται παρασιτικά γύρω του.

Ένα ποίημα είναι η τελευταία οδύνη ενός τοκετού που πιέζει επιτακτικά την εναπόθεση του οπουδήποτε. Τι θα έκανες αν δεν υπήρχε τίποτα άλλο διαθέσιμο παρά ένα σώμα για να γράψεις πάνω του τους τοίχους σου;

Μα ουδέποτε είχα άλλη διαθεσιμότητα για να γράψω πέραν αυτής του σώματος. Τον βίο των λέξεων τον έζησα ως σωματοδίφης.

«Συρόμενες πόρτες». Κορυφαίο! Μοιάζει ο έρωτας με ένα πουκάμισο αδειανό, με μια ουτοπία, με μάχες που δόθηκαν εξασφαλίζοντας τις ήττες μας.

Ο έρωτάς μου παρέμεινε σταθερά ανύπαρκτος και σταθερά σημαντικός. Η κοπέλα στο βαγόνι που αποχωρεί είναι πλάσμα της φαντασίας μου και σκοπός της ζωής μου.

Τι γεύση να έχουν κάποια ατέλειωτα φιλιά; Γεύση εκείνης της στιγμής ή γεύση μιας αιωνιότητας; Και κυρίως, τι επίγευση;

Δεν μου αρέσουν τα φιλιά. Γράφω γι’ αυτά σα να μου αρέσουν, διότι πειθαρχία είναι να κάνεις κάτι που μισείς σα να το λατρεύεις.

Η πόρτα του γείτονα, που τη χτυπάς όταν έχεις στερέψει από νοήματα, είναι η ευκαιρία που σου δίνεται, εφόσον είσαι διατεθειμένος να δώσεις πρώτος. Όλοι θέλουν να πάρουν χωρίς αμοιβαιότητα. Λίγοι έχουν να δώσουν. Τυχεροί όσοι όταν τους χτυπήσουν την πόρτα, θα ερωτηθούν για τη δική τους ανάγκη και όχι για να δώσουν στον άλλον αυτό που χρειάζεται εκείνη τη συγκεκριμένη στιγμή.

Δεν είναι τύχη να ελκύεις τους αλτρουϊστές. Οι άνθρωποι με αξία μαγνητίζουν τον πλούτο και τα παράσιτα με την ίδια δύναμη.

Γιατί άραγε φεύγοντας δεν πήρε ποτέ το πάπλωμα, ενώ θα μπορούσε στη θέση του να αφήσει ένα σουρωτήρι για ζυμαρικά; Μου θυμίζει ένα λαϊκό τραγούδι που λέει «Το δικό μου πάπλωμα είναι για δύο άτομα».

Διότι το πάπλωμα θα έπρεπε να το πλύνει. Η κοινωνία δεν έχει συνειδητοποιήσει πόσα παιδιά μεγαλώνουν σε διαλυμένες οικογένειες επειδή ο θηλασμός, το σφουγγάρισμα, το πλύσιμο των πιάτων έχουν αναχθεί σε μέγιστα υπαρξιακά προβλήματα, αλλά εγώ είμαι εδώ και βλέπω.

Τελικά πόσο γνωρίζουμε τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμαστε; Πόσο θέλουμε να τους πιστέψουμε, μη δίνοντας σημασία στα σημάδια που επιτρέπουμε να μας διαφύγουν; Μου θυμίζει το τραγούδι «Ο άγγελός μου, ο άνθρωπός μου, ο θάνατός μου, εσύ».

Δεν τους γνωρίζουμε καθόλου. Μας γεννούν άγνωστοι, συναναστρεφόμαστε αγνώστους και πεθαίνουμε μόνοι.

Η μπέσα, ένας εθιμοτυπικός κώδικας τιμής που στα ελληνικά και τα αλβανικά σχετίζεται με την αξιοπιστία, την πίστη, τις απαραβίαστες δεσμεύσεις, την αξιοπρέπεια, το φιλότιμο. Η μπέσα είναι δυσεύρετη, ανεξαρτήτως εποχής και το θέμα είναι ότι ενώ υπάρχει ζήτηση είναι μικρή η προσφορά.

Σέβομαι απεριόριστα τους ανθρώπους που δε λένε ποτέ «σ’ αγαπώ», «ποτέ» και «για πάντα». Οι υπόλοιποι μοιάζουν με μπουγαδόνερο κρεμασμένο στα μανταλάκια.

Πόσο οδυνηρό είναι να απουσιάζουμε από τη ζωή κάποιου που θα θέλαμε πολύ να συνυπάρχουμε ακόμη;

Για εκείνον, πολύ. Ποιος πρέπει να λυπάται όταν χάνει το τίποτα;

Θα ήθελα να μας εξηγήσεις τον ορισμό της ποίησης, όπως τον γράφεις στο ποίημα «αέναη αφήγηση».

Είναι απλό. Για μένα η ποίηση δεν είναι η ανάπτυξη ενός επιφωνήματος. Είναι η αέναη αφήγηση ενός στιγμιαίου οργασμού.

Θα ήθελα πολύ να διαβάσω ένα ποίημα που να ανατρέπει αυτή την υπόσχεση του τελευταίου ποιήματος, καθώς έχει δοθεί βιαστικά και κάτω από έντονη συναισθηματική φόρτιση.

Δε θα το διαβάσεις. Οι υποσχέσεις μου στέκουν άθραυστες μες στα ποιήματα που έγραψα και μ’ έκαναν να κλάψω σα να τα έγραψε άλλος.

************************************************

Η Γκέλη Ντηλιά είναι ποιήτρια και συγγραφέας. Τον Δεκέμβριο του 2025 τιμήθηκε με το βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για τη συλλογή της “Το Στίγμα των Βάλτων” (εκδόσεις ΑΩ, 2023), η οποία αποτελεί την ποιητική καταγραφή του βιώματος, των σκέψεων και των συναισθημάτων, στο πλαίσιο παροχής εθελοντικής εργασίας σε σωφρονιστικά καταστήματα.