Τη χρονιά που’ρθε και πάει

 

Τη χρονιά που’ρθε και πάει, με τα ψηλά φτερά χαμηλωμένα

η αγάπη μάς σκέπασε αργά, μας ψύχωσε για να βαδίσουμε σαν ένα.

Τη χρονιά που θα μας ‘ρθεί, όρκοι κι αν πατηθούν πολλοί,

εμείς, τουλάχιστον, δε θα ξεχάσουμε ό,τι η αγάπη έχει πει.

 

Τη χρονιά που’ρθε και πάει, αγάπη, πλέξαμε έναν δεσμό

όλον από σκέψεις και λόγια ευγενή, που μαζί δένουν τους δυο.

Τη χρονιά που θα μας ‘ρθεί, σαν με ρόδα πλημμυρίσει,

πιο δυνατός θα’χει πλεχτεί, πριν ακόμα ο κύκλος κλείσει.

 

Τη χρονιά που’ρθε και πάει, που ο καιρός έβαψε χρυσαφιά

ορκιστήκαμε καλή μου, να φυλάξουμε μαζί στη ζωή σκοπιά.

Τη χρονιά που θα μας ‘ρθεί, πλούσια σε χαρά μα και σε μαρτύριο,

τη λάμπα μας θ’ ανάψουμε, του αύριο περιμένοντας το μυστήριο.

 

 

****

Με παπούτσια που τρίζουν η ζωή

 

Με παπούτσια που τρίζουν η ζωή

προχωράει, κι όλο και πιο συμβατική

κάθε κουβέντα και γνωριμία ξαναγυρνάει:

Η αγάπη περνά σαν τ΄αγέρι που φυσά,

περνάει! …στην ήσυχη γωνιά

όπως και στο παζάρι, στη βοή,

το πώς κανείς δεν το νογάει,

η αγάπη περνάει στην καρδιά.

 

Τ’ αστέρια βγαίνουν σε σειρές,

το ποτάμι ίσια μπροστά τραβάει,

η μια μετά την άλλη πέφτουν οι δροσιές,

μα η αγάπη περνά σαν τ’ αγέρι που φυσά:

Περνάει…! Και τι αξίζουν τελικά

της πορείας της οι διαδρομές;

Σα φάντασμα που’ ρχεται και προσπερνάει

η αγάπη περνάει στην καρδιά.

 

 

***

Στο δρόμο για το Κιού *

 

 

Στο δρόμο για το Κιού,

κατά μήκος του γέρικου, γκρίζου ποταμιού,

όπου κάποιον καιρό τόσο συχνά

γελούσαμε και τριγυρνούσαμε,

συνάντησα σήμερα ένα

φάντασμα, που θύμιζε εσένα,

ένα φάντασμα από κουβέντες παλιές

και ματιές ανεξιχνίαστες, γλυκές

απ’ το Ρίτσμοντ να ‘ρχεται,

όπως και συ έκανες παλιά.

 

 

Κατά μήκος του γέρικου, γκρίζου ποταμιού,

τα μάγια μας τα χτεσινά

χαμογελούσαν και ψιθύριζαν ξανά

στο δρόμο για το Κιού,

ο Μάρτης είχε το γέλιο του Μαγιού,

τα γυμνά κλαδιά λαμποκοπούσαν

και αθάνατα λόγια τραγουδούσαν

στο στήθος μου, σαν τα πουλιά,

απ’ το Ρίτσμοντ σαν ερχόμουνα,

όπως με σένανε παλιά.

 

 

Με τη ζωή απ’ το παρελθόν

ζούσε η σκέψη μου για σένα.

Κοντά στο ποτάμι, το γέρικο και γκρίζο,

που ρέει στον παλιό του τον πυθμένα,

κοιτούσα και ένιωθα πως γνωρίζω,

ότι να ξέρει κανείς είναι καλό –

μάταια, μάταια πάλι εδώ

δε θα σε ψάξω, ή αλλού,

σαν έρχομαι απ’ το Ρίτσμοντ,

στο δρόμο για το Κιού.

 

 

* Kew / Richmond: Περιοχές του νοτιοδυτικού Λονδίνου με πολλά πάρκα και ανοιχτούς χώρους.

 

 

***

Με χρυσό κρασί το ποτήρι γέμισέ το

 

 

Με χρυσό κρασί το ποτήρι γέμισέ το

κι όσο τα χείλη σου είν’ βρεγμένα

τ’ άρωμά τους δώσε εμένα

και ξέχασε το.

Κάθε που παίρνουμε και δίνουμε φιλί,

μας περισσεύει λιγότερη ζωή.

 

Κι όμως! Η δικιά σου κι η δικιά μου η ζωντάνια

ενώθηκαν σε μια στιγμή ευτυχισμένη.

Τη γλύκα σου άσε μου παραδομένη,

και καμιά μετάνοια

που πλησιάζω με κάθε ανασεμιά

ή και τραγούδι, στο θάνατο κοντά.

 

 

 

***********************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

Ο ποιητής, εκδότης και κριτικός Ουίλιαμ Έρνεστ Χένλι γεννήθηκε στο Γκλόστερ της Αγγλίας. Στην ηλικία των 12 ετών, ο ποιητής διαγνώστηκε με φυματιώδη αρθρίτιδα, η οποία κατέστησε αναγκαίο τον ακρωτηριασμό του ενός ποδιού του, ακριβώς κάτω από το γόνατο. Καθώς νοσηλευόταν στο νοσοκομείο, ο Χένλι άρχισε να γράφει ποιήματα, συμπεριλαμβανομένου του «Invictus», το οποίο τελειώνει με τους στίχους «Είμαι ο αφέντης της μοίρας μου. / Είμαι ο καπετάνιος της ψυχής μου. Εξακολουθεί να είναι το ποίημά του στο οποίο γίνονται οι πιο συχνές αναφορές, από τον Νέλσον Μαντέλα μέχρι τον Κλιντ Ίστγουντ και τους σημερινούς μαχητές του ουκρανικού στρατού. Θέμα πολλών ποιημάτων του είναι η εσωτερική δύναμη και η επιμονή. Το ποίημα του Χένλι «Pro Rege Nostro» έγινε δημοφιλές κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς περιείχε το ακόλουθο πατριωτικό ρεφρέν: «Τι έχω κάνει για σένα, Αγγλία, Αγγλία μου; Τι δεν θα έκανα, δικιά μου Αγγλία;»

 

Το ποίημα και τα συναισθήματά που εκφράζει, έχουν έκτοτε παρωδηθεί από πολλούς που είναι δυσαρεστημένοι με τον σοβινισμό που θεωρούν ότι το διέπει ή την προπαγανδιστική του χρήση κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, στην προσπάθεια να εμπνεύσει πνεύμα πατριωτισμού και θυσίας στους νέους άνδρες που πήγαιναν στον πόλεμο. Το ποίημα αναφέρεται επίσης στο «Αγγλία, η Αγγλία μου», ένα διήγημα του D. H. Lawrence, καθώς και στο «Αγγλία, η Αγγλία τους», ένα σατιρικό μυθιστόρημα του A. G. Macdonell για την αγγλική κοινωνία της δεκαετίας του 1920.

Ο George Butterworth μελοποίησε τέσσερα από τα ποιήματα του Χένλι στον κύκλο τραγουδιών «Love Blows As the Wind Blows». (1912) Υπάρχουν πολλές άλλες μελοποιήσεις ποιημάτων του από τους Maurice Blower, Harry Burleigh, Rebecca Clarke, Frederick Delius, Cecil Forsyth, Ivor Gurney, Fritz Hart, Roger Quilter, Ernest Walker και Charles Willeby.