Η ΑΡΠΑ ΤΟΥ ΑΛΦΡΕΔΟΥ

Τὴν ἄκουσα τὴν ἅρπα τοῦ Ἀλφρέδου
καθὼς περνοῦσα τὶς κατηφοριές,
ὅταν δεντρὰ ἀκανθώδη στέκαν ὅμοια
σὰν μοναχοὶ μὲ ῥόμπες σκοτεινές·
τὴν μελῳδιὰ κι’ ὁ Γκούθρουμ πό ’χε ἀκούσει
σὲ κωμοπόλεις δίπλα ἐρημικές:

Ὅταν ὁ Ἀλφρέδος, ἴδιος μὲ χωριάτη,
ἦρθε ἀπ’ τὸν λόφο ἁρπίζοντας σκοπό,
καὶ οἱ Δανοὶ πιωμένοι ἐγλεντοῦσαν
μ’ ἐκεῖνον ποὺ ζητοῦν νὰ ἰδοῦν νεκρό,
κι’ ὁ Σάξων ῥὴξ στὰ γένεια των γελοῦσε,
κι’ ἔκαμαν τὸ δικό του μ’ ἀστανιό.

Τὴν ἄκουσα τὴν ἅρπα τοῦ Ἀλφρέδου
ὡς τὸ λυκόφως σβηόταν στὴ νυχτιά·
στοιχειὰ φουσσᾶτ’ ἀκούω βροντοπατοῦσαν,
τ’ ἀχνὰ ἀστέρια ὡς ἔφεγγαν λευκά·
κι’ ὁ Γκούθρουμ περπατοῦσε στὰ ζερβά μου,
κι’ ὁ Ἀλφρέδος προχωροῦσε στὰ δεξιά.

ΑΠΑΓΟΡΕΥΜΕΝΗ ΜΑΓΕΙΑ

Ἐφάνη ὀμπρός μου Ἄνθρωπος, κι’ ἤτανε βράδυ θερινό,
ὡς κάτω ἀπ’ τ’ ἄστρη ὁλάκερος ὁ κόσμος ἐσιωποῦσε,
κι’ ἡ μήνη ἀπόκοσμα ῥαβδιὰ στὴν κάμαρη ἐσκορποῦσε.
Ὑπαινιγμοὺς ψιθύρισεν γι’ ἀνόσιο θώρι, ἐξωτικό·

ἀκολουθῶ – κι’ εἰς κύματα ἀπὸ ἕνα φῶς φασματικὸ
μὲς στῆς ψυχῆς μου τὶς στιλπνὲς σκάλες ἀνωτραβοῦσα
ποὺ ἀράχνες κεῖ φεγγαρωχρές, μ’ ὄγκο δρακῶν, γλιστροῦσαν
– σκοροειδεῖς τρανὲς μορφές, πό ’χαν φτερὰ μ’ ἀχνὸ λευκό.

Ἀνὰ τὸν κόσμο φύσημα παγοβουτιοῦ ἀνακινεῖ
λίμνες μ’ ἀχλὲς ποὺ ἔστεφαν τῆς ψευδαυγῆς οἱ λάμψεις·
ῥοδόχρους λαμποκόπησεν τοῦ ὁρίζοντος ὁ μιναρές·

ξυπνῶ ἐν φόβῳ, κι’ ἔπειτα μὲ ἱδρῶτες κι’ αἵματα μαθές,
σφυρηλατῶ ὀνείρων μου τὶς σιδηρὲς ὑφάνσεις,
κι’ ἔπλασα δίχτυ ἀπ’ αὐτὲς νὰ πιάσω τὸ φεγγάρι ἐκεῖ.

ΟΙ ΚΑΣΤΡΟΠΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΝΙΝΕΥΙ

Τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες! Φουσσᾶτα τὲς ζυγώνουν,
γυρνᾷ ὁ Σαργὼν διαγουμιστής, μὲ δόξα θερισμένη,
βιγλίζει τοὺς τειχόπυργους, καθάρια, δές, στυλώνουν,
στὸ πρωινὸ τὸ ἡλιόφωτον ἁδρὰ χαρακωμένοι.

Πεζεύει ἀπ’ τ’ ἅρμα του ὁ Σαργών, μὲ χάρι ληοντοπάτει,
πετᾷ χαμαὶ τὸ κράνος του, κυλᾷ στὸν ἄμμο ταίρι,
καὶ χαμηλώνει τὸ σπαθὶ πό ’χε θωριὰ φλογάτη,
παίζει μὲ τὴν γενειάδα του τὸ λεύτερό του χέρι.

«Γαῦροι οἱ πύργοι ὀρθώνονται, φλάμμουλα κυματίζουν,
γιορτάσι τοῦ λαοῦ ἀγροικῶ, τραγούδια ποὺ θριαμβεύω,
μὰ ἐμὲ μιὰ μοῖρα πυρπολεῖ κι’ οἱ νῖκες μου μαυρίζουν,
στῆς γῆς τὰ φῦλα ἀφανισμὸ κι’ ὄλεθρο προμαντεύω.

Ἰδοὺ πόλεις κρημνίζονται καὶ ἅρματα σκουριάζουν,
νέφος ἀλλόκοτο ἔχω μπρὸς μὰ οἱ ὀφθαλμοὶ ξεκρίνουν,
ὅλα τὰ βασιλόπρεπα εἰς χοῦν, φεῦ, ξεθωριάζουν,
τῆς Νινευὶ οἱ καστρόπορτες κι’ αὐτὲς σκόνη θὰ μείνουν».