ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΕΙΔΕ ΤΟΝ ΑΝΕΜΟ

Καὶ ποιός εἶδε τὸν ἄνεμο;
Μήτ’ ἐγὼ μήτε κι’ ἐσύ:
Μὰ σὰν τὰ φύλλα κρέμωνται τρεμάμενα,
ὁ ἄνεμος περνᾷ καὶ τὰ κουνεῖ.

Καὶ ποιός εἶδε τὸν ἄνεμο;
Μήτ’ ἐσὺ μήτε κι’ ἐγώ:
Μὰ σὰν τὰ δέντρα γέρνουν τὰ κεφάλια τους,
στὸν ἄνεμο ὑποκλίνονται θαῤῥῶ.

ΣΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙ ΕΝΟΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ

Ἀπ’ ὅλους τοὺς καμβάδες του μιὰ ἡ ὄψι ποὺ κοιτάει,
ἴδια ἡ μορφὴ ποὺ κάθεται ἢ περπατᾷ ἢ γέρνει:
πίσω ἀπ’ αὐτὲς τὶς προβολὲς τὴν βρήκαμε κρυμμένη,
μέσ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ κάτοπτρο τὸ κάλλος της περνάει.

Ῥήγισσα, βαθυκόκκινα ἢ ὀπάλλινα φοράει,
θέρος σὲ λαχανόκηπον ἄσημη κόρη μένει,
γυνὴ ἁγία, ἄγγελος – κάθε καμβὰς σημαίνει
τὸ ἴδιον ἕνα νόημα, προεκτάσεις δὲν χωράει.

Τρέφεται ἀπὸ τὴν ὄψι της νυχθημερὸν αὐτός,
βλέμμα ζεστὸ κι’ ἀληθινὸ κείνη τοῦ ἀντιδωρίζει,
ὡς τὸ φεγγάριν ἔμμορφη κι’ εὔθυμη ὡς τὸ φῶς:

Ὄχι χλωμὴ ἀπ’ τὸ στήσιμο, λύπη δὲν τὴν σκοτίζει·
ὄχι ὡς εἶναι, μὰ ἡ παληά, ποὺ ἔλαμπ’ ἐλπίδα μπρός,
ὄχι ὡς εἶναι, μὰ ἡ πλαστὴ ποὺ στ’ ὄνειρό του ὁρίζει.

ΤΡΑΓΟΥΔΙ
(Ὅταν θά ’μαι νεκρή, μονάκριβέ μου)

Ὅταν θά ’μαι νεκρή, μονάκριβέ μου,
μὴν πῇς γιὰ ἐμὲ τραγούδια θλιβερά·
στὴν κεφαλή μου ῥόϊδα μὴν φυτέψῃς,
μήτε καὶ κυπαρίσσια ἡσκιερά:
Νά ’σαι χλωρὸ χορτάρι ἀπάνωθέ μου
ὑγρὸ μ’ ἁπαλοβρόχια καὶ δροσιές·
κι’ ἂν τὸ ἐπιθυμῇς, τὴν μνήμη κράτα,
κι’ ἂν τὸ ἐπιθυμῇς, τὴν λήθη πιές.

Ὅτι τοὺς ἥσκιους δὲν θὰ ἀντικρύζω,
ὅτι δὲν θὰ αἰσθάνομαι βροχή·
ὅτι δὲν θ’ ἀγροικῶ τὸ ἀηδονάκι
ὥρα νὰ κελαηδᾷ, σὰν νὰ πονῇ:
Κι’ ὡς θὰ ὀνειροβαδίζω στὸ λυκόφως
ποὺ αὐγὴ δὲν ἔχει κι’ οὔτε νυχτωμό,
τυχαῖα ἴσως μνήμη ν’ ἀνασύρω,
κι’ ἴσως τυχαῖα ν’ ἀπολησμονῶ.