Ο αμερικανός στοχαστής Λιούις Μάμφορντ, στη μελέτη του περί των ουτοπιών, αναγνωρίζει δύο είδη ουτοπίας: αυτό της φυγής και εκείνο της ανασυγκρότησης. Από τη μια, δηλαδή, οι μεταφυσικές ανησυχίες και οι αποδράσεις με οποιοδήποτε φυσικό ή τεχνητό τρόπο από την καθημερινότητα και από την άλλη οι συνειδητοποιημένες απόπειρες σχεδιασμού ενός καλύτερου μέλλοντος. Ο Μανώλης Ρασούλης είπε κάποτε μια απίθανη φράση: «Συγκίνηση μεν, συνείδηση δε». Και θεωρώ ότι με αυτή η φράση πέτυχε να συμπυκνώσει και τα δυο αυτά είδη. Το χειρότερο όμως είδος για τον Μάμφορντ είναι οι κίβδηλες ουτοπίες, αυτοί οι δηλαδή οι ολοκληρωτικοί μύθοι, οι κλειστές κοινωνίες, οι στεγανοποιημένες ιδεολογίες που δεν σου αφήνουν καμία «χαραμάδα πανικού» (έστω), όπως τραγουδά και ο Χρήστος Θηβαίος, φίλος χρόνων του Φωτόπουλου για τον οποίο μάλιστα έχει συγγράψει μια εξαίρετη μελέτη, κοινωνιολογικής και κειμενικής ανάλυσης (Νίκος Φωτόπουλος, «Μέρες αδέσποτες… στο σιδερένιο νησί»- “Όψεις και κοινωνιολογικές προεκτάσεις της ποιητικής του Χρήστου Θηβαίου”, εκδ. Μετρονόμος, 2020).
Όποια όμως Ουτοπία και αν επιλέξει κανείς, του Τόμας Μορ, του Μπέικον, του Πλάτωνα, του Μανχάιμ και πολλών άλλων φιλοσόφων, κοινωνιολόγων, αλλά και καλλιτεχνών ή όποιο όνομα και αν δώσει σε παράγωγες, αντιθετικές και συμπληρωματικές έννοιες που ολοένα και ξεφυτρώνουν όπως δυστοπία, ευτοπία, ετεροτοπία κ.ά. , ο όρος «ουτοπία» συνεχίζει να έχει μια πολύ προσωπική για τον καθένα ταυτότητα. Να την προσδιορίζει και να τον προσδιορίζει όπως την αισθάνεται και όπως τον φαντάζεται.
Οι «Ουτοπίες ελαχίστου μέλλοντος» του Νίκου Φωτόπουλου είναι, θα έλεγα, η ουτοπία μιας στιγμής. Δεν είναι μόνο ότι υπάρχει ως τέτοιος στίχος «Για την Ουτοπία μιας στιγμής» όπως γράφει ήδη στο δεύτερο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «Νυχθυμερόν». Είναι ότι η στιγμή σε αυτή τη συλλογή του Φωτόπουλου λειτουργεί ως κάψουλα του χρόνου. Έχει μέσα της μνήμη αλλά και μέλλον. Ο χρόνος ως έννοια απασχολεί τον ποιητή έτσι κι αλλιώς. Θυμίζω πως τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων της περιόδου 1996-2016 που μας παρουσίασε το 2018, την είχε ονομάσει «Δάνειος χρόνος». Στην ποίησή του αυτή η έννοια του χρόνου κινείται σε μια τριδιάστατη διάσταση: Η πρώτη είναι η καθιερωμένη ροή του χρόνου, παρελθον-παρόν-μέλλον, ή δεύτερη οι παραλλαγές της ίδιας χρονικής στιγμής, ενώ η τρίτη επιτρέπει «μεταβάσεις» μεταξύ αυτών των εκδοχών, χωρίς να μετακινούμαστε προς το παρελθόν ή το μέλλον.
Κι αν αυτή η Θεωρία του τρισυπόστατου χρόνου εξετάζεται τελευταία στις Θετικές Επιστήμες, στην επιστήμη της ποίησης, αποτελεί κάτι το πλέον φυσιολογικό. Στο λαϊκό τραγούδι ο μέγας Άκης Πάνου το τραγούδησε σε έναν στίχο: «Η πιο μεγάλη ώρα είναι τώρα», η στιγμή δηλαδή που όπως γράφει ο Φωτόπουλος «το αίμα αλυχτά / εκεί που το μέσα σύμπαν ημερεύει», η στιγμή που μέσα της «συγκατοικούν πρόγονοι και επίγονοι μιας εναγώνιας πατρίδας», η στιγμή που «Τ’ άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν» κατά τον Γιώργο Σεφέρη, η στιγμή που έχει την Ουτοπία της και η Ουτοπία τη στιγμή της. Όλη, λοιπόν, η συλλογή του Φωτόπουλου είναι μια ποιητική κοινωνιολογία της στιγμής και όχι μια κοινωνιολογία του ελεύθερου χρόνου για να χρησιμοποιήσω και επιστημονικά εργαλεία της άλλης περιοχής στην οποία κινείται με εξαιρετικά κι εδώ επιτυχημένο τρόπο, τον Πανεπιστημιακό, δηλαδή, χώρο.
Επιπλέον σε αυτή τη συλλογή διαχειρίζεται τα όνειρα, τα βιώματα, τα συναξάρια της σιωπής, τους άδοξους αποχαιρετισμούς και τα τραύματά του όπως γράφει, δίχως να τα εμφανίζει μπροστά μας γυμνωμένα ως εύκολη τροφή στα σκυλιά. Και αυτό είναι κάτι που τον ξεχωρίζει από πολλούς σύγχρονους ποιητές από συλλογές απογυμνωμένων αισθήσεων και ξεγυμνωμένων εκφράσεων σε μια απέλπιδα προσπάθεια να συγκινήσουν το κοινό τους προσφέροντάς τους έτοιμη, μασημένη τροφή συγκινησιακής βιωματικής ποίησης και τελικά το μόνο που καταφέρνουν είναι να κερδίσουν μια γρήγορη λύτρωση που όμως σημαίνει και γρήγορη λήθη.
Ο Φωτόπουλος ίσως και ιδιοσυγκρασιακά, ίσως και ως οπλισμό που η ίδια η ζωή τον έντυσε, ίσως και εξαιτίας της πανεπιστημιακής του καταβύθισης σε κοινωνιολογικές έννοιες και καταστάσεις που θέλουν μελέτη, χρόνο, αφοσίωση, γερό στάθμισμα και προσεκτική αποτύπωση στέκεται στο μέρος εκείνης της ποίησης που κάθε τι ακαριαίο αποβάλλεται μέσα από το φίλτρο άλλοτε της τριτοπρόσωπης γραφής άλλοτε από το β΄διαλογικό πρόσωπο και άλλοτε μέσα από τον αποφθεγματικό χαρακτήρα που εκ προιμίου αποκλείει οτιδήποτε ευκαιριακό.
Παράδειγμα χαρακτηριστικό αυτός ο εξαίσιος στίχος: «Μα πόση ομορφιά κρύβεται στην αμαρτία ενός ποιήματος;». Χρησιμοποιεί τέσσερις κατά κόρον μαγευτικές, θελκτικές, ιντριγκαδόρικες για το συναίσθημα του αναγνώστη λέξεις: ομορφιά, κρύβεται, αμαρτία, ποίημα. Ο Φωτόπουλος όμως αυτά τα τέσσερα ζάρια τα ρίχνει στο τραπέζι της ποίησης με τρόπο που δημιουργεί ένα έξοχο ερώτημα αναγνωστικής θεωρίας και όχι ένα εύκολο συναισθηματισμό περί κρυφής ομορφιάς και αμαρτίας. Και φυσικά δεν έχουμε καμία εγκεφαλικότητα στην ποιητική έκφραση. Μια ποιητική έχουμε που κρατά τις αποστάσεις για να μπορεί να αναπνεύσει και το ποίημα και ο αναγνώστης προσφέροντας παράλληλα και τα νοηματικά κενά ώστε η απόλαυση να έρθει όχι βεβιασμένα αλλά έπειτα και από αναγνωστική προσπάθεια και κόπο.
Στα ποιήματα του Φωτόπουλου το προσωπικό βίωμα γίνεται συλλογικό και το συλλογικό τραύμα γίνεται ατομική υπόθεση δίχως αυτό να φανερώνει μια ωφελιμιστική εκδοχή του φιλελευθερισμού κατά τον Μπένθαμ. Όταν γράφει: «σβήνοντας από τον μάταιο τούτο δρόμο κάθε ίχνος που να πρόδιδε ιδιοκτησία» γίνεται ουτοπιστής αναζητώντας «την αρχέτυπη αιωνιότητα» «για να κοιμούνται ήσυχα τα κοχύλια και τα βότσαλα/ κάτω απ’ το βελούδινο σεντόνι της παγκόσμιας λύπης». Η διαπίστωση του ότι «νυχθημερόν ο έρωτας/ Νυχθημερόν κι ο πόνος» όπως «έγραφε ένα προσχέδιο αγιογραφίας στο ράφι μιας βιβλιοθήκης από όνειρα κάπου σε μια δεκαετία του περασμένου αιώνα» φανερώνει ξεκάθαρα όλο το πνεύμα της ποιητικής του πρόθεσης. Άνθρωποι και όνειρα που «γεννιούνται» όπως γράφει από «ιδέες και όχι σύννεφα». «μακριά από καπνούς και λόγια αέρος ανεδαφικά».
Η Ουτοπία του Φωτόπουλου έχει σάρκα και οστά, έχει λέξεις γερά καρφωμένες, έχει συγκίνηση και συνείδηση. Δεν έρχεται σαν μελλούμενος πόθος, αλλά ως διαπιστώσεις που σέρνουν πίσω τους χρόνια παρατήρησης και συναισθήματος, τραυματισμένες εποχές συλλογικών οραμάτων και προσωπικές ιστορίες, ματαίωσης, διαψεύσεων, αποχαιρετισμών, αλλά και ελπίδας και πείσματος και γνώσης και επίγνωσης: Γράφει: «Τραύμα σε είπε ο γιατρός/ φάρμακο ήσουνα για μένα/ μια περιπέτεια των ιδεών / σε χιονισμένα σύννεφα /και λαξευμένους στίχους». Γράφει κάπου αλλού: «Και από τις ήττες μας σηκώνονται αετοί».
Για αυτό και πιστεύει στην Νέμεση. Της αφιερώνει ένα ολόκληρο ποίημα που τελειώνει με το ρήμα «υπάρχει». Όχι γιατί θέλει να το πιστεύει. Δεν είναι αιθεροβάμων. Τείνει στη μεριά του άλλου αγαπημένου του, του Θάνου Μικρούτσικου όταν εκείνος έλεγε: «Οι επαναστάτες θα είναι ή και θα πρέπει να είναι ποιητές σε ένα μακρινό ακόμα μέλλον, όταν θα έχει πραγματωθεί αυτό που προσωπικά προτιμώ να αποκαλώ όχι σοσιαλισμό αλλά κοινωνία της ουτοπίας. Ο Μπρεχτ είχε πει, λέει ο Μικρούτσικος «αλλάζουμε τον κόσμο αλλάζοντας τον εαυτό μας», η έννοια του επαναστάτη δηλαδή τότε θα είναι πολύ διαφορετική από ό,τι είναι σήμερα. Ακόμα καλύτερα ίσως το είχε θέσει ο Μαρξ ο οποίος όταν κάποτε κάποιοι αφελείς νέοι τον ρώτησαν αν στην κοινωνία της ουτοπίας που οραματιζόταν θα υπήρχαν ποιητές απάντησε «τότε οι ποιητές θα πιάνουν τα καλύτερα ψάρια και οι ψαράδες θα γράφουν τα ωραιότερα ποιήματα».
Έτσι και ο ποιητής Φωτόπουλος με όλες τους τις αισθήσεις «την βλέπεις, την νιώθεις, την ακούς» αναγνωρίζει ως υπαρκτή τη Νέμεση «παρούσα στην ύβρη και στο δράμα των ανθρώπων» πιστεύοντας στη ρίζα της συνείδησης, έχοντας την μελετήσει μικρο και μακροκοινωνιολογικά, αλλά διαθέτοντας και το ποιητικό ένστικτο όπως και τον ανθρωπισμό για να μπορέσει να υπερασπιστεί αυτή τη διαπίστωση. Aκόμα και αν οι ποιοτικές μελέτες, οι ποσοτικές έρευνες, οι εξαρτημένες μεταβλητές, η επαλήθευση των υποθέσεων συνεχίζουν να εξάγουν συμπεράσματα περι της ύπαρξης παντός είδους κοινωνικών ανισοτήτων, πράγματα δηλαδή με τα οποία ο επιστήμονας Φωτόπουλος έρχεται αντιμέτωπος καθημερινά, ο ποιητής Φωτόπουλος προσθέτει σε όλα αυτά και μια ακόμα ανεξάρτητη μεταβλητή, τον ποιητικό οραματισμό ανατρέποντας τα κοινωνικά πειράματα και δημιουργώντας νέες συνθήκες έρευνας των έσω τοπίων.
Όπως αυτός ο μεσαίος, μέτριος, που ζούσε με τα ψίχουλα των άλλων, το ποιητικό, δηλαδή, υποκείμενο του ποιήματος «Ανάδυση» αποκτά μέσω της ποιητικής ιστορία όπως την αναπτύσσει ο Φωτόπουλος μια ταυτότητα και σπάει το τσόφλι του μικροαστισμού, όταν συνειδητοποιεί ότι μόνο αν κοιτάξει στα μάτια το θηρίο θα μπορέσει να το νικήσει: «τη γοητεία του βυθού αρχίζει να θωρεί», όπως γράφει και τότε αρχίζει και η απελευθέρωσή του. Με άλλα λόγια η ποίηση με την Ουτοπία της φθάνει και πάλι εκεί που δεν μπορεί μια κοινωνία με όποια Ουτοπία και αν επιλέξει να ακολουθήσει.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά, εγκιβωτισμένο και ένα γλυκόπικρο τραγούδι, σαν μια ερωτική καντάδα παλαιάς εποχής και σαν τους στίχους των ποιητών του Μεσοπολέμου:
«Μία νύχτα που έπεφταν τ’ αστέρια
απ’ του Ουρανού την οροφή
είδα τον πόνο να μού γνέφει
τη μοναξιά να με καλεί.
Κι έχτισα μέσα μου μια Λέξη
να ξαποστάσει η ψυχή
τον αποχωρισμό ν’ αντέξει
και να τον κάνει προσευχή.
Μαζί με τα πουλιά της νύχτας
ήρθες στον ύπνο να με δεις
μα τα παράθυρα είχα κλείσει
πέταξες πάλι να χαθείς.
Κι ένιωσα πάνω μου ένα χάδι
σαν κεραυνού ραγισματιά
της απουσίας το σκοτάδι
η πιο βαθιά λαβωματιά…»









