ΑΡΙΣΤΕΡΑ: Η «φωλιά» πριν από το τραγικό πλήγμα: ο πατέρας Ρουτζέρο, η μητέρα και τρία από τα παιδιά τους (στη μέση, ο μικρός Τζοβάννι).
ΔΕΞΙΑ: Η πιτσιλωτή φοράδα κι η μητέρα (Σκίτσο του ίδιου του ποιητή).
Στον Πύργο οι ήχοι πια όλοι σιγήσαν.
Στου Σάλτο το ρέμα κυπαρίσσια θροΐσαν.
Τ’ άλογα τα νορμανδικά όλα μες στο παχνί τους
σπάγαν, κρατσανίζαν με θόρυβο την τροφή τους.
Κει κάτω ήταν εκείνη: φοράδα αγριωπή
γεννημένη στην ακροθαλασσιά την αλμυρή∙
στα ρουθούνια είχ’ ακόμα θαλασσινές πιτσιλιές
και στ’ αυτιά της τα γερά κείνες που άκουσε τις κραυγές.
Πλάι της, στο παχνί, τον αγκώνα ακουμπούσε
η μητέρα, κι έτσι μαλακά της μιλούσε:
«Φοραδίτσα μου γκρίζα με τη λευκή πιτσιλιά,
συ που έφερες κείνον που πια δε γυρνά∙
το νεύμα του ένιωσες και τη φωνή
κείνου π’ άφησε πίσω μικρό το παιδί,
το πρώτο απ’ τα οχτώ μου ορφανά∙
το χέρι που δε θενά πιάσει ξανά τα ηνιά.
Συ που ’νιωσες μπουρίνι στα πλευρά,
στέρξε τώρα τα χεράκια τα μικρά.
Συ που έχεις στην καρδιά σου γυμνή την ακτή,
στέρξε ν’ ακούσεις φωνούλα παιδική.»
Της έστρεφε η φοράδα το λεπτό της κεφάλι
και μίλησε η μάνα -πιο θλιμμένη- και πάλι:
«Φοραδίτσα μου γκρίζα με τη λευκή πιτσιλιά,
συ που έφερες κείνον που πια δε γυρνά∙
το ξέρω, το ξέρω, τον αγαπούσες πολύ!
Μαζί του στο θάνατο ήσουν μόνον εσύ
Ω, γεννημένη στο λόγγο, στο κύμα, τον αγέρα,
στην καρδιά σου κρατούσες βαθιά τη φοβέρα∙
με χαλαρή πια στο στόμα τη δαγκωνιά,
το δρόμο συνέχισες μ’ αράθυμη καρδιά:
αργά τότε πήγες τη δικιά σου πορεία,
για να περάσει εκείνος με γαλήνη την αγωνία…»
Σιμά-σιμά είχε τώρα τη λεπτή κεφαλή
στης μάνας μου που ’κλαιε τη γλυκιά τη μορφή:
«Φοραδίτσα μου γκρίζα με τη λευκή πιτσιλιά,
συ που έφερες κείνον που πια δε γυρνά∙
αχ! δυο λόγια θ’ άκουσες προτού να τον φέρεις,
που τα ’νιωσες κι ας μη μπορείς να προφέρεις.
Με τα γκέμια λυμένα χαμηλά στις οπλές,
στα μάτια σου σπίθα από φλόγες καυτές,
ακόμα στ’ αυτιά σου αντηχούσε η μπαλωθιά
και το δρόμο σου πήρες στα κυπαρίσσια τ’ αψηλά:
καθώς σβήνει ο ήλιος τον ξανάφερες συ,
για ν’ ακούσουμε τώρα τι θα ’χε να πει.»
Περήφανη η κεφαλή την παρατηρούσε.
Κι η μάνα στη χαίτη τη χαϊδολογούσε.
«Φοραδίτσα μου γκρίζα με τη λευκή πιτσιλιά,
τον έφερες σπίτι, μα πια δε γυρνά!
Και τώρα σε μένα ποτέ δε θα ’ρθει!
Ήσουν καλή… Μα δεν έχεις φωνή!
Οι άλλοι δεν τολμούν – συ, φτωχούλα, δε μπορείς.
Ω! μα ένα πράγμα, ένα πρέπει να μου πεις!
Τον είδες εκείνον εσύ που τον χάλασε:
ετούτου η εικόνα τα μάτια σου σφράγισε.
Ένα όνομα πες μου και μόνο: Ποιος το ’κανε; Ποιος;
Ένα νεύμα μονάχα – ας σου δείξει ο Θιος.»
Τ’ άλογα τώρα δε μασούσαν σανό:
στ’ όνειρο εβλέπαν το δρόμο το λευκό.
Μες στη νέκρα το δάχτυλο υψώνει και λέει – μόνο
ένα όνομα… Κι εκείνη χλιμιντράει με πόνο.
***********************************************************************
Το άλογο που μίλησε μία φορά…
Το δραματικό τούτο ποίημα είναι ένα από τα πιο διάσημα που έγραψε ο μεγάλος Ιταλός ποιητής, Τζοβάννι Πάσκολι. Γραμμένο το 1903, αναφέρεται σ’ ένα αληθινό περιστατικό, που σημάδεψε βαθιά τη ζωή και το έργο του ποιητή: όταν ήταν δώδεκα ετών, ο πατέρας του δολοφονήθηκε καθώς επέστρεφε στο σπίτι με άμαξα. Η φοράδα έφερε μοναχή της πίσω το θλιβερό φορτίο…
Ο φονιάς δεν βρέθηκε ποτέ. Όλες οι έρευνες απέβησαν άκαρπες. Κανένας, όπως φαίνεται, δεν τόλμησε να μιλήσει. Η μητέρα έμαθε από το άλογο την αλήθεια – την οποία ήδη γνώριζε. Σε μερικούς μήνες, έφυγε κι η ίδια. Μα ο ποιητής επέμενε πάντα: «Εγώ πιστεύω την πιτσιλωτή φοραδίτσα. Πιστεύω τη μητέρα μου».-









