1. Χάρης Κατσιμίχας, «Μονόλογος στην ανηφόρα» (ποίηση: Κώστας Παπαγεωργίου, Αργύρης Χιόνης, Γιάννης Βαρβέρης), εκδ. Μετρονόμος, 2025
2. Μαρία Φιρλίγκου, «Κάνε τον πόνο σου άρπα» (ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης), ιδιωτική παραγωγή, 2025
3. Γιώργος Καγιαλίκος, «Ελάχιστη αίσθηση» (ποίηση: Κική Δημουλά), εκδ. Μετρονόμος, 2025
4. Γιώργος Τζώρτζης, «Αντιγράμματα» (ποιηση: Γιάννης Σκαρίμπας), [Βιβλίο- CD] εκδ. Καθρέφτης, 2025
5. Γιώργος Παπαμιχαήλ, «Οι Ώρες των Άστρων» (ποίηση: Δημήτρης Λιαντίνης), εκδ. Ιανός, 2025 (+ ψηφιακή έκδοση)

1.Χάρης Κατσιμίχας, «Μονόλογος στην ανηφόρα» (ποίηση: Κ. Παπαγεωργίου, Α. Χιόνης, Γ. Βαρβέρης), εκδ. Μετρονόμος, 2025

Οι μελοποιήσεις αυτές του Χάρη Κατσιμίχα σε αγαπημένους του ποιητές της γενιάς τού ’70 μάς έγιναν γνωστές το 2019 όταν κυκλοφόρησαν με τη φωνή του Χρήστου Θηβαίου. Τότε σε αυτήν εδώ τη στήλη είχα γράψει: «οι ερμηνείες του Χρήστου Θηβαίου είναι το δεύτερο μεγάλο κερδισμένο στοίχημα (μετά δηλαδή τις μελοποιήσεις) αφού παραπέμπουν ευθέως στον τραγουδιστικό τρόπο του Χάρη Κατσιμίχα (στις ανάσες, στις παύσεις, στο τραγουδιστικό “σαρκασμό”, τον επιτονισμό των λέξεων, στη θεατρική εκφορά κ.ά.) σε συνδυασμό βεβαίως με τη δική του ιδιαίτερη τεχνοτροπία». Ακούγοντας όμως τον ίδιο τον φυσικό «αυτουργό» του δίσκου, αντιλαμβάνεται κανείς πως η εξαιρετική προσπάθεια του Θηβαίου ήταν ένα βήμα όχι πιο κάτω, αλλά πιο δίπλα. Ο Κατσιμίχας στήνει με τη φωνή του έναν άμεσο διάλογο με τους στίχους (και βεβαίως με τη μουσική) και αναδεικνύει ακόμα περισσότερο το πνεύμα (υπερρεαλιστικό, καυστικό, εσωτερικό, εικονοποιητικό κτλ) των κειμένων. Για παράδειγμα στα «Μονόλογος στην ανηφόρα», «Ωδή στον ταμία» και «Τα όνειρά του», βαθύς, σαρκαστικός και θεατρικός σαν τον Tom Waits ή τον Captain Beefheart, χτίζει ένα ολόκληρο αόρατο μουσικοθεατρικό σύμπαν, σαν να βρίσκεσαι σε ένα βερολινέζικο πολιτικό καμπαρέ του Μεσοπολέμου γεμάτο καπνούς και να βλέπεις τον ερμηνευτή να σωματοποιεί με τη gravelly voice φωνή του τις λέξεις και τις ατμοσφαιρικές-εναλλασόμενες μελωδίες  περνώντας  τα «μεταπολεμικά» αυτή τη φορά μηνύματα του Βαρβέρη και του Χιόνη -κοινώς την αστική «ευημερία» των νεότερων εποχών.  Ο Κατσιμίχας όμως έχει ένα πλεονέκτημα σε σχέση με ερμηνευτές όπως ο Waits ή storytellers όπως ο Dylan: διαθέτει και μια τρυφερά μελωδική και υποβλητική φωνή.  Έτσι, στα «Γοητευμένοι από το βυθό» και «Βροχή δωματίου» η δραματική φωνή του Κατσιμίχα μαζί τη μουσική του (εξαιρετικές εδώ και οι ενορχηστρώσεις του Θύμιου Παπαδόπουλου) αναδεικνύει όλη τη δραματικότητητα των στίχων. Προσοχή όμως: εδώ η χρήση του όρου «δραματικότητα» δεν αφορά τον (αφόρητο) μελοδραματισμό μιας ερμηνείας, αλλά τη βίωση με την αρχαιοελληνική σημασία των εσωτερικών και εξωτερικών συγκρούσεων και την ένταση που δημιουργείται με την αιφνίδια μεταβολή μιας κατάστασης. Και σε αυτή τη βάση, στίχος, μουσική και ερμηνεία είναι απολύτως ταιριαστά και αλληλοσυμπληρούμενα. Όπως, δηλαδή, συνέβαινε σε κάθε μελοποιημένο από τον Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα ποίημα.

 

**********************

2. Μαρία Φιρλίγκου,«Κάνε τον πόνο σου άρπα» (ποίηση: Κώστας Καρυωτάκης), ιδιωτική παραγωγή, 2025

Πρώτη δισκογραφική παρουσία με μελοποιημένη ποίηση. Εκ προιμίου αυτό δεν αποτελεί συνθήκη εντυπωσιασμού ή επιβραβεύσεως. Μόνο αν αποδεικνύεται στην πράξη. Στην περίπτωση της Φιρλίγκου φαίνεται οτι η επιλογή της μελοποίησης Καρυωτάκη είναι μια συνειδητή πρόθεση να φέρει στον κόσμο της τον κόσμο του ποιητή και να αναμετρηθεί με τις πολυάριθμες μελοποιήσεις που έχουν γίνει μέσα στα χρόνια. Το αποτέλεσμα ειναι μια μελοποίηση που εισέρχεται στην υποβλητική ατμόσφαιρα των κειμένων χωρίς ξενισμούς, καινοτομίες και νεωτερικούς πειραματισμούς. Μουσική δυτικότροπη με ηλεκτρονικά και ανατολικά στοιχεία στο μεδούλι και όχι ως άσκηση γραφής. Με βασικό άξονα αναφοράς τόσο σε μελωδία όσο και σε ερμηνευτική εκφορά τη σχετική δουλειά της Πλάτωνος με την Γιαννάτου. Μια τέτοιου είδους παραπομπή ασφαλώς και δεν υποβιβάζει τη δουλειά της Φιρλίγκου. Αντιθέτως φανερώνοντας την καταγωγή της, δείχνει πως η βάση της είναι στέρεα. Και πηγαίνοντας πιο πέρα, έχουμε τραγούδια που τραγουδιούνται. Φτιάχοντας ένα ηχητικό περιβάλλον με τη βοήθεια της τεχνολογίας που λειτουργεί επικουρικά στις μελωδίες. Και με μια φωνή που γνωρίζει τι τραγουδά, ανεξαρτήτως αν εχει σπουδάσει και διδάσκει πιάνο και φωνητική επαγγελματικά. Δεν είναι πάντα εγέγγυα αυτά, ειδικά στη μελοποίηση των ποιημάτων. Η Φιρλίγκου βγάζει συναίσθημα εκτός από επάρκεια. Κι αυτό προστίθεται στο ήδη ισχυρό συναισθηματικό κλίμα των ποιημάτων. Κι όμως το αποτέλεσμα δεν βαραίνει. Υποβάλλει. Σαν ένα ηχητικό βιβλίο, σαν ένα ποιητικό soundtrack συγχρονισμένο με πλάνα από τις εικόνες των ποιημάτων.

 

*******

3. Γιώργος Καγιαλίκος,«Ελάχιστη αίσθηση» (Ποίηση: Κική Δημουλά), εκδ. Μετρονόμος, 2025

Ο Καγιαλίκος είναι ένας έμπειρος μουσικός και συνθέτης. Έχει πλέον αρκετές εργασίες στο χώρο της μελοποίησης ποιημάτων και του τραγουδιού. Χτίζει τον προσωπικό του ήχο και τρόπο δίσκο τον δίσκο. Σε αυτή την εργασία μελοποιεί ποιήματα της Κικής Δημουλά, αναμετρά δηλαδή το πιάνο του με τον υπερρεαλισμό των ελευθερόστιχων ποιημάτων. Δύσκολο εγχείρημα, αλλά όχι μοναδικό στην περίπτωση της μελοποίησης έργων της Δημουλά. Ο Καγιαλίκος άλλοτε χτίζει μια ατμόσφαιρα πάνω στη φωνή της (π.χ. «Υπό το μηδέν») ή πάνω στο ποίημα με τη δική του φωνή (π.χ. «Ο πληθυντικός αριθμός) αξιοποιώντας τις δυνατότητες του προγραμματισμού και της ηλεκτρικής κιθάρας σαν ένα τέμπο που κρατάει τις λέξεις, τις μελωδεί και τις εκφέρει χωρίς να ξεχνάει οτι πρόκειται για μελοποιημένο λόγο και όχι απλώς μια μουσική υπόκρουση. Για αυτό και το αποτέλεσμα μπορεί να αυτονομηθεί από το κείμενο, να φθάσει στα χείλη και να σιγοτραγουδηθεί (γνωρίζοντας ο Καγιαλίκος πώς διαβάζεται μουσικά το κείμενο) ακόμα κι αν η φωνή του λειτουργεί αντιστικτικά λόγω της τραχύτητάς της και της έλλειψης έκτασης. Μια επιλογή όμως μάλλον συνειδητή ώστε να φανερωθεί κι αλλιώς ο ποιητικός κόσμος της Δημουλά. Χωρις δηλαδή τον λυρισμό που συνήθως προσδίδονται οι μουσικές σε ποιήματα χαμηλόφωνα. Στην προκειμένη όμως περίπτωση ο λυρισμός της ποίησης δεν είναι ο γρηγορος συναισθηματισμός αλλά το φιλοσοφικό-αποφθεγματικό και παραλογικό στοιχείο που μετατρέπει τις καθημερινές στιγμές και αντικείμενα σε λυρικά υποκείμενα βαθύτερης διάστασης. Το ίδιο και η μελοποιήσεις του Καγιαλίκου.

 

 

***********

 

4. Γιώργος Τζώρτζης, «Αντιγράμματα» (ποιηση: Γιάννη Σκαρίμπα), [Βιβλίο- CD] εκδ. Καθρέφτης, 2025

Ο Γιώργος Τζώρτζης βιωματικός και σπουδαγμένος γνώστης του ρεμπέτικου, του δημοτικού και του λαϊκού τραγουδιού μελοποίησε ποιήματα και αποσπάσματα από βιβλία του Σκαρίμπα στη βάση που ο ίδιος ο συνθέτης το εκφράζει σε συνέντευξή του στον Δημήτρη Μανιάτη (εφ. Τα Νέα) λίγους μήνες πριν κυκλοφορήσει αυτό το υλικό. Έλεγε, λοιπόν, τότε:  «Υπάρχει ένα μέρος που είναι λαϊκό. Τότε γράφει πιο απλά ο Σκαρίμπας, στην αρχή του ’30. Μετά γίνεται πιο δύσκολος. Το ρεμπετίζω λοιπόν αυτό το πρώτο σκέλος. Είχε σχέση με το ρεμπέτικο εξάλλου ο Σκαρίμπας. Χόρευε ζεϊμπέκικο, έπαιζε Καραγκιόζη. Ηταν μέσα στο κόλπο. Εχει μέχρι αμανέ, εκτός από τα δύσβατα. Πήγα στον σύλλογο του Σκαρίμπα να τους παίξω τα κομμάτια. Εκεί ήταν και ο Κωστής Δεμερτζής, μελετητής του Νίκου Σκαλκώτα. Πολύ αυστηρός τύπος που όμως μου λέει: «Κύριε Τζώρτζη, κι εγώ έχω μελοποιήσει τον Σκαρίμπα, αλλά εσείς κάνατε… τον Σκαρίμπα». Εγώ ήξερα τι έκανα γιατί είχα εμπειρίες». Ανεξαρτήτως όμως από τις εμπειρίες ως  υπόστρωμα (προϋπόθεση  όχι πάντα αναγκαία) σημασία έχει οτι η προσέγγιση του Τζώρτζη βασισμένη σε λαϊκούς δρόμους δίνει στα κείμενα του Σκαρίμπα έναν εξωστρεφή ρυθμό, ένα ματζόρε που δένει με τη ποιητική λαϊκότητα της γλώσσας και των εικόνων του Σκαρίμπα όπως αυτή αναδύεται από την ιδιάζουσα χρήση του λόγου. Έτσι τα κείμενα ρέουν μέσα σε ένα κλίμα τραγουδιστικής ενίοτε αφήγησης χωρίς βαθύ συναισθηματισμό της φωνής ώστε να αφήνονται όλοι αυτοί οι υπαινιγμοί, οι εικόνες και οι υπαρξιακές αγωνίες του Σκαρίμπα να ανασάνουν. Σαν να ακούς τον ίδιο τον συγγραφέα-ποιητή να τραγουδά με τον ιδιωματισμό της γλώσσας του.

 

********

5. Γιώργος Παπαμιχαήλ, «Οι Ώρες των Άστρων» (ποίηση: Δημήτρη Λιαντίνη), εκδ. Ιανός, 2025 (+ ψηφιακή έκδοση)

Για πρώτη φορά παρουσιάζεται ολοκληρωμένη δουλειά σε μελοποίηση του αυτόχειρα καθηγητή-φιλοσόφου και συγγραφέα Δημήτρη Λιάντινη. Ο Γιώργος Παπαμιχαήλ συνθέτει και ερμηνεύει έχοντας ένα πλούσιο ενορχηστρωτικό πλαίσιο κρουστών και εγχόρδων με τη συνδρομή του Γιώργου Ανδρακάκου. Οι μουσικές έχουν ένα έντεχνο χρώμα και δεν είναι απλώς βοηθητικές της μουσικότητας των στίχων. Πίσω από τις λέξεις χτίζουν τις δικές τους γέφυρες σε σημείο που σε πολλά σημεία να αυτονομούνται ακόμα και από το πνεύμα των στίχων ως ένα ηχητικό περιβάλλον. Η φωνή του Παπαμιχαήλ ενώ τεχνικά δεν έχει αδυναμίες, ειναι περισσότερο αποστασιοποιημένη ως τραγουδιστική εκφορά, σαν να μην μπαίνει απόλυτα πάντα στην ατμόσφαιρα που φτιάχνει η μελωδία και ο στίχος. Όπου όμως το καταφέρνει (π.χ. «Εκτόρειος στάσις») λειτουργεί θετικά και ως προς τους στίχους οι οποίοι εξαιτίας της λυρικής αφαιρετικότητας και του λόγιου λεξιλογίου χρειάζονται μια πιο εσωτερική ερμηνεία ή μελωδία για να λειτουργήσουν ως τραγούδι.