Μεταγραφή σε λέξεις

η ζωή της

παλιά τετράδια και ημερολόγια,

πλάγια γραφή

πότε στρωτή,

κάποτε με ένταση

άλλοτε γεμάτη μουτζούρες.

Όλα τ’ ανείπωτα

στοιχειωμένα στα αποσιωπητικά,

στα περιθώρια

σκόρπιες φευγαλέες εικόνες

όλες σε εξόριστα φθινόπωρα.

Κάποτε η νοσταλγία

στην πυρκαγιά του φεγγαριού

τής είχε χαρίσει ένα όνειρο,

στον καθρέφτη

ακέραια αναδύθηκε η εικόνα του,

μάτια σκούρο κεχριμπάρι,

βαθιά στις κόγχες

υπόμνηση στο αίνιγμα,

με την αφή

διάβαζε το σώμα της,

ανορθόγραφα όπως συνήθιζε

διαφορετικές όμως σκέψεις

και συναισθήματα.

Την ξύπνησε η βροχή

στην έρημη ακτή

το φόρεμά της

βρέθηκε άθικτο

ν’ ανεμίζει στ’ αρμυρίκι,

ένα γλαροπούλι

στο ξέσπασμα της μπόρας

ανακοίνωνε τη λήξη,

του ονείρου; της ζωής;

δεν ήταν σίγουρη,

ώρα, που τα τρυφερά καλάμια

στην ποταμιά

κάτι ψιθύριζαν

στ’ ανθισμένα κρινάκια της άμμου.

Ατμόσφαιρα παλιού Σεπτέμβρη

όταν παραπονιούνται

οι σκιές

μπορεί ακόμη να υπάρχουν

αγαπημένες ουτοπίες,

ερωτήσεις,

απαντήσεις,

αδιέξοδα,

αναμνήσεις στην κλαίουσα ιτιά.

Το συνηθίζει να μένει μόνη

πασκίζει να θυμηθεί

στο ίδιο ακροθαλάσσι

τα σημάδια που έχει σβήσει το κύμα,

τα λυπημένα βήματα

την αυθαίρετη

ηχώ του θανάτου

σε χρόνο ακατάλληλο,

πασκίζει ν’ αρθρώσει

το όνομά του ολόκληρο

με την ίδια ψευδαίσθηση,

στο μέτρο της κατανόησης

συμπονετικά

αγκαλιάζει τους ώμους

αμήχανα

βάζει τα ασημένια γυαλιά,

στηρίζεται στο μπαστούνι της

με το αριστερό χέρι

κορτάρει τον ουρανό,

αύριο,

κίβδηλη ελπίδα,

χαμένες προσδοκίες,

στη συναναστροφή του κεραυνού

φωτίζεται η αλήθεια.

Δοξάζοντας τ’ ανέγγιχτα

αξιώνει δεύτερη ανάγνωση

σε απόκρημνο καιρό,

γυμνή, όπως τότε,

ανοίγει σελίδες μιας χάρτινης μνήμης

πείσμα, δαμασκηνό ατσάλι

και μαχαίρι

σημαίνοντα ίχνη

δυσδιάκριτα δάκρυα

ωμή αλληγορία ενός έρωτα

στο διπλωμένο λευκό πουκάμισο,

κίτρινα φύλλα

άπορα παράπονα

ναυαγισμένα στα βράχια,

καλώς όρισες αδέσποτη Μοίρα

έλα, μαζί να σημαδέψουμε

στον καινούργιο πηλό

την έξοδο

στη συναναστροφή του κεραυνού

φωτίζεται η αλήθεια.