ΚΑΘΑΡΟ ΖΥΜΑΡΙ
Είτε κοντά είτε μακριά, όλα είναι καθαρό ζυμάρι
Από χρυσάφι από ψυχή από αλεύρι κι από χιόνι
Καλό ζυμάρι των στιγμών που πλάθει το καρβέλι
Εκείνου πέρα που έφυγε κι αυτού που τώρα μένει.
Πότε γαλήνιοι σαν φως κι άλλοτε φως σαν καύτρες
Τις νύχτες το μπαλκόνι μας σκεπάζει ονείρου πάχνη
Και την αυγή σκουπίζουμε τα ίχνη από τους φόνους
Ένοχοι ν’ αρμενίσουμε, λιθόστρωτοι και ξένοι.
Έναν καινούριο ορισμό ψάχνουμε του θανάτου
Το μυστικό δεν βλέπουμε στα στάχυα που αγαπιούνται
Σε εφήμερα διαλείμματα τού τίποτα δειπνούμε
Μα απ’ τη ζωή, αν ξέρουμε, βγαίνουμε χορτασμένοι.
*«Είτε κοντά είτε μακριά, όλα είναι καθαρό ζυμάρι/ Από χρυσάφι από ψυχή από αλεύρι […] «το καλό ζυμάρι των τρυφερών στιγμών» [Carlos German Belli, «ζυμάρι», μετφρ. Ρήγας Καππάτος]
** «Θα ‘πρεπε να ΄χαμε κάμει έναν καινούριο ορισμό του θανάτου» [Roberto Juarroz, «όλα θα μπορούσε», μετφρ. Ρήγας Καππάτος]
***
ΤΟ ΚΑΘΗΚΟΝ
Ξύπνησε από το σκούντημα που κάνει η στιγμή
Σαν σκύλα που κουνάει με βιάση την ουρά της
Στεκόταν το καθήκον του μπροστά του σαν γιορτή:
«Να καθαρίσεις την αγάπη από κάθε σιγουριά της».
Βγήκε από το σπίτι του και μπήκε σε αυλή
Εκεί όπου τα στέφανα μαραίνονται στον τοίχο
Τα ξέμπλεξε μα κράτησε τη βέργα τους κλειστή
Και τα ΄ρίξε ν’ ανθίσουνε σαν δέντρα μες τον κήπο.
Πήγε μετά στην έρημο σε κρύπτη ασκητή
Σαν άκουσε την προσευχή να μοιάζει στη φωνή της
Επάνω στο τραπέζι του μια κούπα είχε αδειανή
Του ζήτησε να αφουγκραστεί για λίγο την ψυχή της.
Στο τέλος πλέον έφτασε σε μια κλειστή σπηλιά
Στη μήτρα που μεγάλωνε καλά προστατευμένος
Στου χρόνου τον ομφάλιο δεμένος με φιλιά
Τον έκοψε μα επέστρεψε και πάλι αγαπημένος.
**
ΠΟΙΟΣ
Στη μέση του μεγάλου δάσους το βατράχι πληγωμένο
Τα πλατύφυλλα θροΐζουν, το ρυάκι μακριά
Ποιος θα το φροντίσει, πες μου, και γλυκά θα το κρατήσει
Πού τα δέντρα είναι ξένα και εγώ ξένη αγκαλιά
Πάνω στη μεγάλη άμμο το κοχύλι ξεβρασμένο
Με το κέλυφος να λιώνει απ’ τον ήλιο στα ψηλά
Ποιος θα το γυρίσει, πες μου, μες της θάλασσας τα βάθη
Που τα φύκια είναι πέρα και εγώ πέρα απ’ τη στεριά
Κάτω απ’ το παράθυρό μας μια σκιά είναι ζαλισμένη
Σε μια σκάλα που όλο τρίζει και τις πέφτουν τα σκαλιά
Ποιος θα τη κρατήσει, πες μου, το ανάστημα να δείξει
Που τα πόδια είναι μόνα και εγώ μόνο φυλλωσιά
Πίσω από το όνειρό μου φύτρωσαν λειχήνες, βρύα
Μεγαλώνουν σαν τα νύχια και μου γδέρνουν τη μιλιά
Ποιος θα τα κλαδέψει, πες μου, και με άνθη θα μυρώσει
Που τα χέρια είναι άδεια κι εγώ άδεια φορεσιά
**
Η ΖΩΖΩ
Μια ιστορία σαν γέλιο που πήρε
Νερά και μπατάρει, θα πω
Ήτανε λέει μια αλλοπαρμένη κυρία
Που τη φωνάζαν «Ζωζώ»
Πάνω της πέφταν τα ήθη σαν σμήνη
Και οι ματιές ένα σωρό
Την είχαν γλεντήσει οι ναύτες του στόλου
Πριν χρόνια και έναν καιρό
Είχε έναν κότσο άσπρο, θαμνώδη
Ψηλά έως τον ουρανό
Απολειφάδια τα νύχια, το βλέμμα
Σαν γέρικο τρωκτικό
Ποιος ξέρει τι ξέρει και πώς τα θυμάται
Θα είναι κουβάρι, θαρρώ
Όμως μια μέρα φωνάζει και λέει
«Εμένα με λένε Ζωζώ!»
Δεν ήταν μονάχα ονόματος ήχος
Μα φονικού βουητό
Όλοι τριγύρω κοιτούσαν χαμένοι
Από έναν τέτοιον αχό
Ερχόταν σαν κύμα που σπάει τις πόρτες
Και στήνει της μνήμης χορό
«Όσοι περάσαν απ’ το κορμί μου
Κατέληξαν σε ένα γκρεμό
Άλλοι πεθάνανε πάνω στη μάχη
Δίχως να ξέρουν εχθρό
Άλλοι κοιμούνται σε ένα κρεβάτι
Δίπλα σε σώμα ψυχρό
Kι όσοι κι αν ψάξαν, όπου κι αν πήγαν
Δεν βρήκαν ποτέ τους Θεό
Τι με κοιτάτε, λοιπόν, και γελάτε
Εγώ για αυτούς διπλά ζω, ζω!»
**
O ΦΙΛΕΛΕΣ
Είμαι φιλελέ, ομπρέλα για τους ξένους
Με καρεκλοκένταυρο «Εγώ»
Είμαι φιλελέ στα θύματα του μένους
Μ’ ένα χαρτομάντιλο στεγνό
Είμαι φιλελέ σαν Κράτους του Δικαίου
Στο οικόπεδό σου αφεντικό
Είμαι φιλελέ υπέρ του «Συμβολαίου»
Και στη μέσα τσέπη μερτικό
Φιλελεύθερος και φιλειρηνιστής
Σπίρτο για τον άλλο αναμμένο
Μα στον έρωτά μου πολεμοχαρής
Ένα αλογάκι ξαναμμένο
Είμαι φιλελέ, ένας λιμπερτίνος
Στο παιδί μου θηριοδαμαστής
Είμαι φιλελέ, ένας θεατρίνος
Στη ζωή μου πάντα θεατής
Είμαι φιλελέ, λάτρης του ωραίου
Μες το λίπος και τα λιπαρά
Είμαι φιλελέ, κατά του αγοραίου
Με μιαν αφροδίσια καρδιά
Φιλελεύθερος και αλτρουιστής
Μία βόμβα αποσφραγισμένη
Στο κορμί μου ένας πανηδονιστής
Για τους «άλλους» γλώσσα ευνουχισμένη










Αδιαμφισβήτητα, όλοι ψάχνουμε αυτό το καινούργιο ορισμό του θανάτου…
“Κάτω απ’ το παράθυρό μας με την σκιά μας που είναι ζαλισμένη
Σε μια σκάλα που όλο τρίζει και τις πέφτουν τα σκαλιά…”
“Πίσω από το όνειρο που φύτρωσαν λειχήνες, βρύα
Που μεγαλώνουν σαν τα νύχια και γδέρνουν τη μιλιά…”
Είναι ολοφάνερο όμως στους στίχους σας
” Καλό ζυμάρι των στιγμών που πλάθει το καρβέλι
Εκείνου πέρα που έφυγε κι αυτού που τώρα μένει…”
Πονεμένη, γλυκιά, αναστενάριδη η ποίηση σας! Εύγε!
Υ. Σ. Χρονια Πολλά! Να χαίρεστε το όνομα σας!
Μορφή και περιεχόμενο σε αγαστή συνεργασία! Σε αρμονία απόλυτη μοιράζονται τις εντυπώσεις του αναγνώστη. Όσο στέκεσαι στην δύσβατη, στρυφνη ρίμα, την ιδιόρρυθμη, που, ιδιόρρυθμα δύσκολους ρυθμούς υπαγορεύει, άλλο τόσο στέκεσαι στο περιεχόμενο της νοηματοδοσιας, με τις σημασίες του, που μηνύουν την διχαστική διττότητα των ανθρώπων, η οποία, αφού διχαστική – σχιζοειδης, στην παραφροσύνη οδηγεί και ουχί στην διαλεκτική.
Έμπλεα κριτικής τα κειμενα αυτά με προσεγμένα στρυφνα διατυπωμένη εικονοποιια, με ανάδειξη στοφας ποιητικης κυρίως στους στιχους:
Ένοχοι ν’ αρμενίσουμε, λιθόστρωτοι και ξένοι.
Σε εφήμερα διαλείμματα τού τίποτα δειπνούμε
Ξύπνησε από το σκούντημα που κάνει η στιγμή
Σαν σκύλα που κουνάει με βιάση την ουρά της
Στεκόταν το καθήκον του μπροστά του σαν γιορτή
«Να καθαρίσεις την αγάπη από κάθε σιγουριά της»
Πήγε μετά στην έρημο σε κρύπτη ασκητή
Σαν άκουσε την προσευχή να μοιάζει στη φωνή της
Επάνω στο τραπέζι του μια κούπα είχε αδειανή
Του ζήτησε να αφουγκραστεί για λίγο την ψυχή της.
δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι τα κείμενα αυτά είναι μελετημένης συμμετρίας, αρμογης, δουλεμένα με καθηγητιστικη σχολαστικότητα, συνυφαινοντας μορφή και περιεχόμενο, αποκλείοντας οιαδήποτε παρεκβαση των κανόνων της ποιητικής, αποκλείοντας όμως ταυτόχρονα άλλα στοιχεία, και γι’ αυτό ( τα ποιήματα αυτά), υπολείπονται του πηγαίου – της τρέλας του αυθορμητισμου που ανελεγκτα ρέει, του ρίσκου της παραβατικοτητας, του ρίσκου της ατέλειας, που, η ποίηση καυλωνει για την ανάνηψή της, που η ποίηση καυλωνει την ατελεια να ανανηφει! και, ας γίνονται ΕΠΙΠΟΝΕς, φιλότιμες προσπάθειες στα ποιήματα, — ΖΩΖΩ — — ΦΙΛΕΛΕΣ — εναγκαλισμού αυτών που ασύνειδα η ενσύνειδα τα ποιήματα αυτά αποκλείουν.
Τέλος, θα εκφρασω την ιδεολογικη, φιλοσοφικη διαφωνια μου με το νόημα, και την σημασία – μήνυμα
των στίχων : — Είμαι φιλελέ, λάτρης του ωραίου
Μες το λίπος και τα λιπαρά
Είμαι φιλελέ, κατά του αγοραίου
Με μιαν αφροδίσια καρδιά. —
— Στο κορμί μου ένας πανηδονιστής
Για τους «άλλους» γλώσσα ευνουχισμένη —
Στους στίχους αυτούς καταλήγει ο ποιητής, θέλοντας να τονισει την αντιφαση των ανθρώπων, που, ενω είναι κατά του αγοραίου, διατηρούν αφροδίσια καρδιά ( υποτιμώντας έτσι, και ξεχωριζοντας την σεξουαλικοτητα απο τον ερωτα και την αγαπη, ενω κατα την αποψη μου, σεξουαλικότητα, έρωτας, αγάπη είναι μία ομοουσια και αδιαίρετος τριάς, την οποίαν η εκμετάλλευση με την στέρηση την ερωτικη που δια της ηθικης στον ερωτα επέβαλλε εδώ και χιλιάδες χρόνια, την αποδεκατισε, δημιουργώντας οίκους ανοχης δια τους στερημενους, δημιουργώντας μη εθελουσιους βιασμούς ( εκτος των οικων ανοχής, στους οποιους ο βιασμός νομιμοποιειται, οπως τα συζυγικα καθήκοντα ), δημιουργώντας παιδεραστίες, κτηνοβασιες). Η στέρηση μας βιάζει, καταργώντας το δικαίωμα της επιλογής μας, εξωθωντας μας, να βιασουμε τους άλλους. Σε μία κοινωνια μη εκμεταλλευτικη, οπου ο ερωτας δεν θα απαγορευοταν, αρα δεν θα υπηρχε στέρηση!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
θα καναμε ερωτα μονο με αυτούς με τους οποίους θα ειμασταν ερωτευμένοι, αγαπωντας τους, διότι ο έρωτας αποτελεί ΑΓΑΠΗΣ ΕΙΔΟΣ, και οχι επειδη εχουμε να κανουμε ερωτα πάρα παρα πολυ καιρό, και εχει καεί ο εγκεφαλος!)
Επανερχομενος, ερωτώ. Το αγοραίο που κατά την γνώμη μου ΕΙΝΑΙ δόλιος βιασμός, προστυχιά ασύλληπτη, θάνατος του αφροδισιου δηλαδη του ερωτικού ( Αφροδίτη, θέα του ΕΡΩΤΟΣ ), το αγοραίο, λοιπόν, εξομοιώνεται με το αφροδισιο ερωτικο, αφού το αγοραίο εξοντώνει το αφροδίσιο ερωτικό;
Δηλαδή, για να είναι κανείς κατά του αγοραίου, πρέπει να είναι αναφροδιτος; ( Τοτε πάμε σε πουριτανισμο θρησκευτικό που δεν θέλω να τον σκέφτομαι).
Και, ασφαλώς, ( κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια, για άλλη μία φορά εκτιθέμενος ), διατεινομαι, ότι ο πανηδονιστης η θα είναι πανηδονιστης για τον εαυτό του, επομένως και για τους άλλους, η θα είναι ευνούχος με όλους και με τον εαυτό του. Δεν δύναται ο πανηδονιστης να είναι και ευνούχος, και ο ευνούχος να είναι και πανηδονιστης.
Με συμπάθεια και ειλικρινείς – θερμές ευχές διά την ονομαστική εορτή σας.
Λ.ΚΑΖΑΣΗς