TÆDIUM VITÆ
Τὴν νηότη μου μ’ ἀπόγνωσης μαχαίρια νὰ καρφώνω,
τούτου τ’ ἀσήμαντου καιροῦ ζωηρὴ λιβρέα νὰ φορῶ,
ν’ ἀφήνω ἀπ’ τὸ ταμεῖο μου νὰ κλέβῃ χέρι ποταπό,
μὲ τὰ μαλλιὰ μιᾶς γυναικὸς ψυχή μου νὰ σ’ ἑνώνω,
κι’ ἁπλῶς νὰ κάμνω τὸν λακέ, τῆς Τύχης, ἱπποκόμο,
ὀμνύω πὼς δὲν τ’ ἀγαπῶ! Τοῦτα πειὸ κάτω θεωρῶ
κι’ ἀπ’ τὸν ἐπὶ τὴν θάλασσα κυματιστὸν ἀρηὸν ἀφρό,
κι’ ἀπ’ τὸν τοῦ θέρους χνουδανθὸ στοῦ ἀγεριοῦ τὸν δρόμο
ποὺ εἶν’ ἄσπορος: Καλύτερα νὰ μείνω ξένο σῶμα,
μακριὰ ’π’ ἀνόητους διαβολεῖς ποὺ μοῦ χλευάζουν τὴν ζωὴ
κι’ ἂς μὴν μὲ ξεύρουν, προτιμῶ τὸ πειὸ ἀχαμνὸ τὸ δῶμα
πρεπὸ γιὰ τὸν πειὸ ἄθλιον χωριάτη νά ’χῃ στρῶμα,
παρὰ ξανὰ μὲς στὴν βραχνὴ σπηληὰ τῆς σύγκρουσης, ποὺ κεῖ
ψυχή μου ἁγνὴ πρωτάγγιξες τῆς ἁμαρτίας τὸ στόμα.
ΣΤΟ ΧΡΥΣΟ ΔΩΜΑΤΙΟ
ΜΙΑ ΑΡΜΟΝΙΑ
Τὰ φιλντισένια χέρια της σὲ πλῆκτρα φιλντισένια
σὲ φαντασία μεταβλητὴ γλιστροῦν καὶ ξεστρατίζουν,
ὅπως στὶς λεῦκες, τὰ δεντρά, ἡ λάμψις ἡ ἀσημένια
ὅταν τ’ ἀχνόχροα φύλλα των ἀργόσυρτα θροΐζουν,
ἢ ὅπως ὁ ἐπιπλέων ἀφρὸς εἰς πέλαο τρικυμίζον
δόντια ὡς δείχνουν τὰ κύματα σ’ ἀγέρια φουσκωμένα.
Πέφτουν χρυσᾶ της τὰ μαλλιὰ στὸν χρυσωμένο τοῖχο
ὅπως τ’ ἁβρὸ ἀραχνόπεπλο μπλέκεται ὑφασμένο
ἐπάνω εἰς τοῦ κατιφὲ τὸν στιλβωμένο δίσκο,
ἢ ὅπως τὸ ἡλιοτρόπιο στὸ ἡλιόφως πάει γερμένο
ὅταν κυανόμαυρης νυχτιᾶς τὸ σκότος πειὰ εἶν’ ληγμένο,
καὶ σκέπῃ φωτοστέφανο τοῦ κρινακίου τὸν μίσχο.
Κι’ ἡδύ, ἐρυθρὸ τ’ ἀχείλι της στ’ ἀχείλι μου σφιγμένο
καίγει ὡς ἡ ῥουμπινόχρωμη φωτιὰ ποὺ εἶν’ ἀναμμένη
σὲ βαθυκόκκινου ἱεροῦ λυχνάρι κρεμασμένο,
ἢ ὡς τοῦ ῥοδιοῦ οἱ λαβωματιὲς ποὺ ὁ χυμός του βγαίνει,
ἢ ὅπως τοῦ λωτοῦ ἡ καρδιά, ὁγρὴ καὶ βουτηγμένη
στοῦ ῥοδοκόκκινου κρασιοῦ τὸ αἷμα τὸ χυμένο.
MADONNA MIA
Κρινοκόριτσο, στὸν πόνο αὐτοῦ τοῦ κόσμου δὲν ταιριάζει,
καστανὰ μαλλιὰ μετάξι, ὣς τ’ αὐτιὰ σφιχτοπλεγμένα,
μάτια πεθυμιᾶς μὲ δάκρυα λήθαργου μισοφραγμένα,
σὰν τὸ πειὸ γαλάζιον ὕδωρ, πίσω ἀπὸ βροχὴ ὡς φαντάζει:
Μάγουλα χλωμὰ ποὺ ἀκόμη ἔρως δὲν τὰ κηλιδώνει,
χείλι κόκκινο ἀπ’ τὸν φόβο τῆς ἀγάπης ῥουφηγμένο,
τόσο ἄσπρο λαιμὸ δὲν ἔχει περιστέρι τ’ ἀσημένιο,
ποὺ στ’ ἀχνὸ τὸ μάρμαρό του μαβιὰ φλέβα σκαρφαλώνει.
Καίτοι τὰ ἰδικά μου χείλη θὰ ἐξυμνοῦν την δίχως στάσι,
καὶ τὰ πόδια της ἀκόμη νὰ φιλήσω δὲν θὰ ἐτόλμουν,
τὰ φτερὰ τοῦ δέους βαστοῦν με στῆς σκιᾶς των τὴν ἁψῖδαν·
ὅπως καὶ τὸν Δάντη, ὅταν μὲ τὴν Βεατρίκη ἐστάθη
κάτω ἀπ’ τοῦ φλεγομένου Ληονταριοῦ τὸ στέρνο, κι’ εἶδαν
τῆς Χρυσῆς Σκάλας τὴν θέα καὶ τοῦ Κρύσταλλου τοῦ Ἑβδόμου.









