Περιηγούμαι αρκετές δεκαετίες σε αυτόν τον πλανήτη, σταθερά εντυπωσιασμένος από τα πράγματα. Τη δεκαετία του 80 με εντυπωσίαζαν τα φιλμ του Εφιάλτη στον δρόμο με τις λεύκες, τα οποία ενοικίαζα από το κατάστημα Darts προς δραχμές πενήντα επ’ αόριστον. Τη δεκαετία του 90 με εντυπωσίαζαν τα ερυθρά Honda Civic με τους ατμοσφαιρικούς κινητήρες των 160 αλόγων από τα 1600 κυβικά εκατοστά, χάριν μεταβλητού χρονισμού των βαλβίδων. Την πρώτη δεκαετία της νέας χιλιετίας εντυπωσιαζόμουν από τα έντομα “υδροβάτες”, την εξανθοσμία, την κοινωνιοβιολογία και το ποίημα “το πλησιέστερο” της Κικής Δημουλά. Καιρό, όμως, τώρα τα φώτα των εντυπώσεών μου έχουν φύγει από τα αρώματα, τις παραστάσεις, τα ποιήματα και τις πληροφορίες και έχουν εστιαστεί στα δικαιώματά σας. Είναι δικαίωμά σας να κλέβετε το κράτος, επειδή και το κράτος σας κλέβει. Είναι δικαίωμα σας να σφηνώνεστε μπροστά από όσους περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους σε δρόμους, φανάρια και ουρές, επειδή βιάζεστε. Είναι δικαίωμά σας να υβρίζετε χυδαία τους πολιτικούς που εκλέγετε, διότι αυτοί πρέπει να είναι καλύτεροι από εσάς. Είναι δικαίωμά σας να κατασυκοφαντείτε ανθρώπους, να σπιλώνετε συνειδήσεις, να ασκείτε κάθε μορφής βία επειδή κάποιος διαφωνεί μαζί σας για ένα εξώφυλλο, μια πολιτική θέση, έναν τραγουδοποιό που έφυγε από τη ζωή. Είναι δικαίωμά σας να υποχρεώνετε τους ανθρώπους να χρησιμοποιούν αντωνυμίες, καταλήξεις επιθέτων και ουσιαστικών, νεολογισμούς κατά τα γούστα σας, και να απαγορεύσετε λέξεις που περιγράφονται σαφώς σε κάθε λεξικό τσέπης. Έχετε δικαίωμα να χωρίζετε επειδή βαριέστε, και να διαχειρίζεστε τα τραύματα που οι χωρισμοί δημιουργούν στα παιδιά με βαθυστόχαστες φιλοσοφικές προσεγγίσεις τύπου “αν δεν είμαι εγώ καλά, δε θα είναι και το παιδί μου”, αφού οι εαυτοί σας είναι πιο σημαντικοί από τα παιδιά που φέρνετε στον κόσμο. Είναι δικαίωμά σας να γυμνάζετε ποικιλοτρόπως τα παιδιά σας για το πώς θα βιαιοπραγούν έναντι άλλων παιδιών, μα και των δασκάλων τους, στο σχολείο, γιατί όλοι σας οφείλουν υποταγή.
Είστε οι άγριοι του δικαιώματος. Προσκυνώ. Τι υπέροχο να ζει κανείς σε σπίτι με κήπον, ομού με γαϊδουράκια που χαίρονται οι κεφάλες των.










Αγαπητέ κύριε Μουζάκη, δε θέλω να δικαιολογήσω τα αδικαιολόγητα, αλλά αν αυτά είναι τα κακά μυρμήγκια, τότε τι να πούμε για τους κακούς ελέφαντες; Και να ευθύνονται άραγε, ως κακά πρότυπα και ως κακοί οδηγοί, οι κακοί ελέφαντες για τα κακά μυρμήγκια; Θα αναρωτηθεί, βέβαια, εύλογα τώρα, κάποιος: και για τους κακούς ελέφαντες ποιος ευθύνεται; Θυμήθηκα το ποίημα του Μπωντλαίρ, σε ωραία μετάφραση από τον Γιώργη Σημηριώτη:
Άβελ και Κάιν
Ι
Φυλή του Άβελ, τρώγε, πίνε και κοιμήσου·
ο Θεός σ’ εσένα γλυκά χαμογελά!
Φυλή του Κάιν, μες στη λάσπη σου κυλήσου
και ψόφα πάνω στην κακομοιριά.
Φυλή του Άβελ, το θυμίαμά σου ευφραίνει
των Σεραφείμ τη μύτη εκεί ψηλά!
Φυλή του Κάιν, η αγωνία που σε βαραίνει,
θενά τελειώσει εδώ καμιά φορά;
Φυλή του Άβελ, κοίτα: τα σπαρτά σου εσένα,
τα ζώα σου, πάν’ όλα κατ’ ευχή.
Φυλή του Κάιν, στ’ άντερά σου, λυσσασμένα
η πείνα ουρλιάζει, γέρικο σκυλί.
Φυλή του Άβελ, ζέσταινε συ την κοιλιά σου
στο τζάκι σου το πατριαρχικό.
Φυλή του Κάιν, σαν τσακάλι στη σπηλιά σου,
τρεμούλιαζε απ’ το κρύο το φριχτό!
Φυλή του Άβελ, ερωτεύου, γεννοβόλα!
Και το πουγκί σου όμοια γεννοβολά.
Φυλή του Κάιν, στην καρδιά σου φλόγα είν’ όλα,
μα απ’ τους μεγάλους πειρασμούς, μακριά!
Φυλή του Άβελ, όλο πλήθαινε· βοσκίζεις,
σαν πάνω στο σανίδωμα οι κοριοί!
Φυλή του Κάιν, σ’ έρημους δρόμους που γυρίζεις,
σέρνε τη φαμελιά σου που θρηνεί.
ΙΙ
Φυλή του Άβελ, το ψοφίμι το δικό σου,
θενά λιπάνει σαν κοπριά τη γη!
Φυλή του Κάιν, η δουλειά που ’χεις εμπρός σου,
για ’σε δεν έχει ακόμα τελειωθεί.
Φυλή του Άβελ, να ποια είναι η ντροπή σου:
το σίδερο έχει απ’ το κοντάρι νικηθεί!
Φυλή του Κάιν, ώς τα ουράνια ας φτάσει η οργή σου
κι ας ρίξει το Θεό κάτω στη γη!
————
(Παρακαλώ πολύ να μη δημοσιευθεί το προηγούμενο σχόλιό μου, το οποίο ήταν υπό το όνομα «ένα κακό μυρμήγκι».)
Το ποίημα του Μπωντλαίρ «Άβελ και Κάιν» περιέχεται στην ποιητική συλλογή του Μπωντλαίρ «Τα άνθη του κακού». Την τελευταία φορά που διάβασα «Τα άνθη του κακού», πριν από ένα ή δύο χρόνια, μετά για πέντε ημέρες υπέφερα από δυνατούς ιλίγγους. Ο ίδιος ο Μπωντλαίρ είχε γράψει σε επιστολή του πως μέσα στην ποιητική συλλογή «Τα άνθη του κακού» έβαλε όλο του το μίσος.
Θα ήθελα να δώσω και μία άλλη μαρτυρία. Ένα νεαρό κορίτσι, η Α., είπε για την πρώτη φορά που συνάντησε την Αγία Γαβριηλία (το απόσπασμα περιέχεται στο βιβλίο της Μοναχής Φιλοθέης «Η Γερόντισσα της χαράς»):
«Όση ώρα μιλούσαμε, ένοιωθα μέσα μου μια απερίγραπτη κατάσταση ησυχίας, εναρμόνισης με τον τόπο και με όλα, βαθειάς γαλήνης και ειρήνης. Όταν έφυγα, αισθάνθηκα ανακαινισμένη ολόψυχα και τόνους ελαφρότερη. Βγήκα έξω, ήταν βράδυ, τα ίδια «χάλια» και οι ίδιες δυσκολίες: καυσαέρια, κίνηση, αργοπορίες, στριμωξίδι στα λεωφορεία, βρισιές, φτώχεια, παράξενοι άνθρωποι, τσακωμοί, μιζέρια κ.λπ. Εμένα δεν με ενοχλούσε τίποτε. Δεν είχα δει την Αθήνα πιο όμορφη μέσα στο βράδυ, όταν για πρώτη φορά βγήκα από το «σπίτι των αγγέλων». Και αυτό συνέβαινε κάθε φορά που έφευγα από εκεί.»