Ι

(Αμμουδιά και έπειτα θάλασσα. Τ’άστρα τα μάτια της νύχτας παρακολουθούνε. Η σιγή έχει πάρει την μουσική της έννοια. Όλα μισά στο νερό – μισά στον ουρανό: σαν κένταυροι. Αυτή χτενίζει τα μαλλιά της σαν να χορδίζει άρπα. Αυτός ακονίζει το σπαθί του πάνω σε ένα κοχύλι, ίσως από εκείνα τα κοχύλια που έχουν οι προφήτες για να ξυρίζονται. Ακούγεται μόνο το καρδιοχτύπι της Σελήνης)

 

Για ένα μικρό παιδί η ρέμβη πρέπει να ακούγεται σαν όνομα πουλιού

μικρός δεν πίστευα στα φαντάσματα γελούσα μαζί τους

και όμως ο καθένας έχει την σκιά του και πρέπει να την σέρνει

δεν πρέπει ν’αφήσεις ένα φρούριο

απροσμάχητο, εννοώ όπως δεν αφήνεις μια εκκλησία

αλειτούργητη

η ανθρώπινη παλάμη έχει τρομερή συγγένεια με τα σύννεφα

και μπορείς να αλλάξεις κατεύθυνση χωρίς να κάνεις ούτε ένα βήμα

και στο όνειρο ξέμειναν οι σκαλωσιές

άρα ξαναφτιάχνεται

κι οι προφήτες ξυρίζονται με κοχυλια

 

Απ’τα δακρυα βάφτηκαν τα μάτια σου τόσο γαλάζια;

Ξέρεις, το δάκρυ μπορεί να εκκολαψει ένα τζιτζίκι, αλλιώς τραγούδι

 

οι προφήτες ξυρίζονται με κοχυλια

 

Θυμάμαι τον πατέρα μου να μου λέει:

-Ο ποιο δάχτυλο και να μου κόψεις το ίδιο πονάει

 

Αυτό το χώμα τα σπλάχνα μου

 

Ι Ι

(Ένας μικρός κήπος γεμάτος Αγιοκλημα. Τα λουλούδια του μοιάζουν με δισκοπότηρα. Τα παιδιά πίνουν το χυμό τους σαν μέλισσες. Η γυναίκα είναι ξανθιά σαν να την μυρισε ο ήλιος. Σουρουπώνει. Συζητάνε γλυκύθυμα)

 

Θυμάμαι

Χιλιάδες κεριά στην αμμουδιά

σαν ανθοδέσμη

οι ρίζες τους πρέπει να είχαν γίνει φύκια που δροσίζονταν

στα σπλάχνα της λιμνης

Έτσι να φτιάχνονται τα αστέρια; Ποιος ξέρεις

Κάπου εκεί σε εκείνη την αμμουδιά

Βρήκα μια βαρκα

στημένη όρθια γεμάτη βιβλία

Δεν ξέρω ποιος την είχε φτιάξει αυτήν την βιβλιοθήκη

πάντως έτσι έμαθα να διαβάζω

Στην χόβολη των αστεριών και στην δροσια της λιμνης. Όλα τα υλικά ενός σωστού Μάρτη

 

 

Ι Ι Ι

(Ένα ραδιόφωνο μουρμουριζει ξεχασμένος στίχος ενώ ένα ζευγάρι κάθονται αγκαλιασμενο

σε ένα λιβάδι. Το ραδιόφωνο έχει την φωνή παιδικής ανάμνησης)

 

Κάθε κορμί είναι φτιαγμένο σαν σταυρός

αρκεί να ξεδιπλώσουν τα φτερά τους

έτσι προκύπτει το βάσανο και το θαύμα

εκείνη είχε ατιθασσα μαλλιά σαν την θάλασσα

 

-Με την μαγιά του Μαγιού κανείς πολλά μάγια, έλεγε για να με

πειράξει και γελούσαμε

 

Ηρθε το φθινόπωρο και τα αστέρια έμοιαζαν να κρέμονται από αγχονεις

και όμως τα αστέρια αυτά σχιζανε κάποτε την αγάπη σαν βότσαλα

 

Ποια είναι η μαγιά του Μαγιού;

Ο αγέρας να τον αγκομαχάει στο μαξιλάρι της

Και το λάδι να κυλάει στα ματια της όταν αγαπήσει

Και ο πυρήνας της γης να κοχλάζει μέσα της

 

Μερικές φορές έχω την εντύπωση πως αναπνέουμε ανορθογραφα

με χασμωδίες

το χεις νοιώσει ποτέ;

Κι αυτό δεν είναι μικρό πράγμα: η αναπνοή είναι η ψυχή σου

οταν αναπνέεις μέσα σου συμβαίνει μια μικρή ηχογραφηση

 

Έτσι και το φιλί είναι και αυτό μια αιμοδοσία, σωστά;

Τέλος πάντων μην ξεχάσεις: αμα μαθεις στην καρδιά σου έναν άλλον Ρυθμό

Που ξέρεις; Ίσως στις φλέβες σου τρέξει ιχωρ

 

Δεν μποραγα να κρατήσω την καρδιά μου ήταν σαν να την είχαν ξεσπαθωσει από το στήθος μου

και η νύχτα που σου ξεντυνε το βαρος

Και οι σκιές που ήπιαν την σκιά σου

και το καντήλι ηρεμο σαν λίμνη

 

Η σκιά ποτέ δεν χωράει στο καλούπι του κορμιού μας, έτσι περιμένω

μια άμπωτη να κατεβάσει το μυαλό μου πάλι στο στήθος

 

-περιμενε, μου είπε, ίσως μια παλίροια το ανεβάσει πάλι στο θεό

 

Που ξέρεις; Ίσως ο θεός βρίσκεται στο στήθος μου