[Φωτογραφία Κωνσταντίνας Μπουμπουλάκη]

 

Νιοφτέρουγες

κάθετα οι λόγχες του ήλιου

κατάσαρκα

στο πανωκόρμι της Παπούρας,

γύρω ο αντίλαλος

της Δίκτης

του Γιούχτα

και του Ψηλορείτη

σκοντάφτει

καταμεσήμερο στην ξερολιθιά

πριν υψωθεί σε τούτη

την αβάφτιστη κορφή

γυρεύοντας να ερμηνεύσει

με φωνήεντα και σύμφωνα

μαρτυρίες

θραύσματα του χρόνου

ξορκίζοντας παραπλάνηση

φόβο και άρνηση,

όσο ο οίστρος της τιμής

σε οδηγεί

να ξεκρεμάσεις το παλιό δρεπάνι

στη νέα εποχή του θερισμού

να προλάβεις εσύ,

το χρυσό στάρι της αλήθειας

και τ’ άγριο τριφύλλι των αινιγμάτων

εδώ στο ύψωμα

θ’ ανατείλουν πάλι τα μάτια

αθωότητα

το ξέρεις,

δεν κοιμούνται τα βουνά.

Έλα η θνητή γενιά

στη νέα κιβωτό να μπεις αθάνατη

με την ανάσα του θύμου

και τον ασπάλαθο στα χέρια,

έλα στην κατασκήνωση της πέρδικας

με τ’ αναγνωστικό της μέλισσας

ανοικτό στην περηφάνια

ξύπνησε ο πυρφόρος όφις

χορεύουν οι απένθητεςφλόγες

στην παρτιτούρα του ασβεστόλιθου,

μαύρα σγουρά μαλλιά

πάχνες στα χείλη

κατά τα περασμένα γέρνεις

όρτσα η βουνίσια ράτσα,

έλα, κρατάς στο ασημένιο κόσκινο

σκευωρίες και θαύματα.

Σε νεοσύλλεκτες μέρες

αδιάβαστος χρησμός,

γητεύτρα μνήμη εξόριστη

θεία σταλαγματιά στο βλέμμα

μπλάβα πουλιά και ρόδο αιμάτινο

βοσκοτόπια του Μπουμπουλή

σπασμένη η στάμνα

άγνωροι δεσμώτες ίσκιοι

ρίζα προγονική

κυκλώνει οκτώ φορέςτον τόπο

ζώνει τα φρύγανα το φως

χαμηλώνουν

τ’ άνανθα

βρυχάται ο κοιμισμένος κεραυνός

εδώ πλαταίνει ο κόσμος.

Πανήλια μάτια της Αριάδνης

κόντρα στη λήθη

γνέφουν στη Φαίδρα

κι αυτή με τη σειρά της

δίδει τη σκυτάλη στηνΑκάλλη

ώσπου να επιστρέψει

η Ξενοδίκη από την Τροία

ν’ ανάψει

αύριο της δικαίωσης πυρσός.

 

Μεγάλη Μητέρα

του φευγαλέου, του άπιαστου,

του νόστου

λυγίζει ο τόπος σ’ ανορθόγραφους καιρούς

και άλλος κόσμος εκδηλώνεται

ερήμην σου,

Μεγάλη Μητέρα

Γαία, παντοδύναμη

πατώ στη γη σου και αγγίζω ουρανό

μάννα πολύσπορη κι αιώνια

δική μας,

στο στροβίλι σου

με πύρινη πνοή κι εγώ θα φτάσω

αύριο,

χορεύοντας με τα φίδια στα χέρια

ξεμαλλοπλεγμένη

και ξέστηθη,

απείθησα σε ξένες εντολές

και σε ανόητα συμφέροντα

ω ναι,

γιατί η όραση

μετρά ελεύθερα βουνά

γιατί στ’ αλώνια σου

συνάζονται

χιλιάδες χρόνια

σ’ αίθριο συμπόσιο

Δάκτυλοι, Κουρήτες

και Κορύβαντες,

με το κοντάρι και τα κρόταλα

σε στράτες κακοτράχαλες

φυλάνε τα περάσματα,

του μέλλοντος

Παπούρα κύκλιο χοροστάσι.

 

Εμπόδιο «είκοσι τέσσερα»

σημειωμένο αδιάφορα στο χάρτη,

κι όμως

σημάδι βαθύ,

πληγή που αιμορραγεί

στα σπλάχνα του λόφου

και μέσα μας,

ελεγεία της άνυδρης ελιάς

όταν ηχούν ακόμη

οι οπλές του αίγαγρου

στο ξασπρισμένο χώμα

προφητεία κι εκπλήρωση

αύριο,

σε ορίζοντα ανεμπόδιστο,

τώρα που οι νόθες υποσχέσεις

σκοτεινιάζουν το νου

θολώνοντας την κρίση,

τώρα που ρηγματώσεις

αυλακώνουν τη συνείδηση,

τώρα που άλλος άνεμος

αδίστακτα σηκώνεται

να ταπεινώσει τις κορφές,

τώρα που συθέμελα

στα διάσελα

η αρχαία Λύκτος τρέμει

τώρα,

σῴζεις και σῴζεσαι

ξεφεύγει η σκέψη

απ’ τα όρια τ’ αδύνατου

να γίνουν όλα δυνατά.

 

Σῴζεις και σῴζεσαι

γενιά υψηλή,

τα σείστρα της ψυχής

εδώ δοξολογούν τον Ήλιο

στ’ ακρόχειλα του γκρεμού

τινάζονται οι φλέβες

σαλεύουν τα φύλλα

ήρθε η ώρα

την πρόστυχη τη σκόνη

να σκορπίσεις

να κρούσεις όπως πρώτα

της λύρας τις χορδές

και να ξυπνήσει

ολόκληρη η φυλή σου,

στο στείρο ετούτο

που τής έλαχε καιρό

ωσότου η πέτρα

αποκτήσει όνομα

και φως

από το παλιό να μεταλάβει.

Κυλάει

το πορφυρένιο ρέμα της τιμής

αγνάντια η Νέμεσις

σιχαίνεται το ψέμα

μετρά τ’ ανάστημα του ανθρώπου

με τη λαχτάρα της δικαιοσύνης

σπέρνει

αλήθεια και χρέος

αύριο, ν’ ανθίσει στ’ ασφοδέλια.

 

Ιδεογράμματα, πόθοι ιεροί

όρκοι κρυμμένοι

όλα ίδια και όλα αλλιώς,

είναι η Κρήτη

ναός του Ήλιου,

γέφυρα και δρόμος

κι αυτός ο ξένος πού ’ρθε,

δεν μας είπε

πού πηγαίνει

μπροστάρης της απάτης

με λασπωμένα άρβυλα

στον ανθισμένο κόρφο της,

ξεθεμελιώνει

μνήμη πολυκύμαντη,

αλλοίμονο

μικρό πολύ τ’ ανάστημα

τους οιωνούς δεν βλέπει.

Ανοιχτοχέρα η Μοίρα

μα έχει χούι,

να μην χαρίζεται σε λάγνους σάτυρους

ξέρεις,

δεν είναι η Παπούρα πανηγύρι,

μήτε παζάρι,

μήτε εμπόρευμα φτηνό,

η Φύση ζωντανή

όχι αποκρίνεται,

και τα βουβά κλαδιά

στο φέγγος της αυγής,

θα περιμένουν

τα πουλιά

γλυκά να κελαηδήσουν.

 

Σῴζεις και σῴζεσαι,

είναι τέχνη αυτό το μικρό γιώτα

κάτω από το ωμέγα,

υπογεγραμμένη,

ανώτερη μορφή πολιτισμού

να εξαγνίζει τις συγκινήσεις σου,

να νικά τον τρόμο

να μάχεται τον οίκτο,

να σ’ ανεβάζει στον τύμβο

για ν’ ανακαλύψεις πως

μόνο η Φύση

μπορεί

να σου προσφέρει

μια τέλεια τάξη.

Σῴζεις και σῴζεσαι,

με τ’ αυτί κολλημένο

στη φλούδα της δικής σου γης

αφουγκράζεσαι

το πέρασμα μιας άλλης ομορφιάς

στα ερείπια,

αφέντρα Κρήτη, ονειροξεδιαλύτρα,

ανοίγει τα πορτόφυλλα

δες, μυστικά

φτερούγες δοκιμάζει

λιθόστερνη στ’ ακόλαστα της τύχης

κι αλύγιστη

σ’ επίβουλους σωτήρες.

Σῴζεις και σῴζεσαι,

εσύ που αγωνίζεσαι,

πες τους

να ζητήσουν συγγνώμη

για την αταξία που δημιούργησαν

αναστατώνοντας

την αρμονία των πάντων.

Το ξέρουμε όλοι

στη βρώμικη σκακιέρα

από τη χαύνωση

που φέρνει ο πλούτος

λένε πως σβήνει λίγο λίγο

η ιστορία,

λένε,

μα εσύ, στο φιλντισένιο σου αργαλειό

κλώσμα άλικο, κρουστό,

σε υφάδι διάφανο

ξομπλιάζοντας

το κυκλογύρισμα του Ήλιου

με δάκτυλα λαλούμενα

απ’ την αρχή

να πιάσεις το τραγούδι.