Το πιο όμορφο αγόρι που είδε ποτέ της η Κατερίνα Γώγου ήταν ένας αντάρτης πόλης με αραιά ξανθά γένια και μακριά ξανθά μαλλιά, κουκουλωμένος στα σκουπίδια με το οπλοπολυβόλο στα χέρια, Λάμπρου Κατσώνη και Μπουκουβάλα γωνία.

Ήταν Δεκέμβριος του 1944 κι εκείνη ήταν 4 χρονών.

«Φυγε κοριτσάκι» της είπε. «Φύγε από δω! Θα με σκοτώσουν». Κι ύστερα της είπε. «Σκύψε να σε φιλήσω».

Το χρώμα των ματιών του δεν το συγκράτησε. Της φάνηκε όμως σαν τον Χριστό και τον ερωτεύτηκε. Και αργότερα σκέφτηκε ότι μπορεί και να΄ταν. Και δεν την ένοιαζε άμα δεν την πιστεύουν.

 

Εγώ Οδυσσέα, τον ουρανό τον είδα από την κορυφή της Γκιώνας κι απ’ τα δημόσια ουρητήρια της πλατείας Ομονοίας. Δεν έχω δεκάρα τσακιστή, ούτε σπίτι, ούτε γέρικο σκυλί να θυμάται και να με περιμένει. Με λένε Οδύσσεια.

 

Ξεκίνησε την καριέρα της ως παιδί θαύμα και πήρε μέρος με συμβόλαια τιμής στην «χαζοχαρούμενη  φινος – φιλμική πανδαισία», πάντοτε σε τριτο -δεύτερους ρόλους, άλλοτε ως μικρή σουρλουλού, άλλοτε ως σκανδαλιάρα μαθήτρια, κι άλλοτε ως αφελής υπηρετριούλα. Η Βουγιουκλάκη δεν την ήθελε. Ο Σακελλάριος όμως την συμπαθούσε. Γιατί ο Σακελλάριος ήταν ποιητής. Και οι ποιητές, κάτι παραπάνω ξέρουν.

Στα γυρίσματα της Ψεύτρας το 1963, γνώρισε τον Τάσιο, τον σκηνοθέτη, που ήταν βοηθός τότε του Δαλιανίδη,και ήταν επαναστάτης και τροτσκιστής, αλλά τον φώναζαν Παυλάκη, ένεκα που ήταν πιτσιρικάς και  μικροκαμωμένος, όμως  εκείνης της την βάραγε ο χαρακτηρισμός, γιατί τον γούσταρε και της θύμιζε τον Τζέημς Ντιν και τον Μοντγκόμερι Κλιφτ, και στο τέλος αγαπήθηκαν παρόλο που τον περνούσε δυό χρόνια, και όλη την ώρα φιλιόντουσαν, και δεν τους ένοιαζε που τους περίμεναν, και στο τέλος παντρεύτηκαν, και της χάρισε ένα κεχριμπαρένιο στέμμα, και κάνανε μαζί την Μυρτώ, κι ύστερα χώρισαν, αλλά μείνανε φίλοι, κι εκείνη πάντοτε έπαιζε στις ταινίες του, κι εγώ έχω βαλθεί να τελειώσω αυτήν την παράγραφο χωρίς να βάλω ούτε μία τελεία.

 

Είκοσι ενός ετών ο Πρίγκιπας,

κάθε νυχτιά επί πολύ

επιδίδονταν με τη Βασίλισσα σε ανομολόγητα πάθη.

Απηγορευμένα

 

Κι όσο πιο απαγορευμένα, τόσο το καλύτερο.

Όμως η Κατερίνα ήταν μέσα της πληγωμένη από μικρή, και πέρασε από τους τροτσκιστές στους αναρχικούς που της φαινόντουσαν πιο ωραίοι και πιο ενδιαφέροντες, και στέφθηκε βασίλισσα στα Εξάρχεια, πλάι στον Σιδηρόπουλο και στον Άσιμο,και πήρε την εκδίκησή της από τον κινηματογράφο με την Παραγγελιά και την Όστρια, και κάπνιζε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο, κι έπινε πολύ και κατέβαζε τα ηρεμιστικά σαν τις καραμέλες, γιατί της είχε μάθει την ποίηση ο τύραννος ο πατέρας της από τα επιτύμβια στo Πρώτο Νεκροταφείο, κι έγραφε τα ποιήματα να μπήγονται στην καρδιά σαν σουγιαδιές, πάνω -κάτω στην Πατησίων.

 

Εμένα οι φίλοι μου είναι μαύρα πουλιά

Εμένα οι φίλες μου είναι σύρματα τεντωμένα

Κι οι μάγκες σπάνε στην άσφαλτο της θάλασσας τα άδεια μπουκάλια.

 

Είχαμε πάει κι εμείς ένα βράδυ στο σπίτι της, Τροίας 35 Α, σ΄ένα πάρτι που μας είχε καλέσει η Μυρτώ τότε που την ερωτεύτηκε ο Σπύρος, και στο σαλόνι χόρευαν κανά – δυό, σολάροντας σε αόρατες κιθάρες, κι εγώ χόρευα καθισμένος σε μια καρέκλα πίσω από μια αόρατη ντραμς, αλλά δεν την είδα. Μόνο την φαντάστηκα κάποτε, και ξανάγραψα για την πάρτη της τα μαλλάκια τα ανακατωμένα που ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά.

 

Τα μεγάλα κύματα σκάζουν αφρισμένα,

την αλήθεια γύρεψα, βρήκα την ψευτιά

νόμιζα πως θα τανε όλα ονειρεμένα

κοίταξε πως τα φερε η ζωή για μένα

ήταν όλα ρόδινα κι έγιναν σταχτιά.

την αλήθεια γύρεψα, βρήκα την ψευτιά

 

Άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα

άστα ν ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά.

 

Κι ήρθε στ’ αλήθεια ο καιρός και η Μυρτώ κόλλησε στη μεγάλη παραμύθα, και η μαμά της που θέλησε να την ξεκολλήσει, κόλλησε κι αυτή, και έλεγε σε όσους την ρώταγαν πως ήταν εκ γενετής και εκ γονιδίου η χαρμάνα της η ψυχολογική, και στα τελευταία της διαδόθηκε ότι φλίπαρε και οι γνωστοί της την αποφεύγανε, και ο Θάνος Μικρούτσικος έλεγε πως γράφει πρεζάκικους στίχους.

Και ένα πρωί κατά τις 7 πήγε στην Οδό Πανός του Χρονά, και τον βρήκε εκεί, και του ζήτησε ουίσκι κι αυτός της έδωσε, κι ύστερα έφυγε πιωμένη και την βρήκαν νεκρή στον Κεραμεικό, σε μια τρώγλη, απομεινάρι της οικογενειακής περιουσίας, όπου είχε φτάσει να ζει, άφραγκη και δυστυχισμένη. Και η Μυρτώ όργωσε την Αθήνα ουρλιάζοντας «Πέθανε η Κατερίνα».

Και ήταν 1993.

 

Θ’ αστράφτεις, θα λαμποκοπάς

Αχ Παναγιά – Μυρτώ μου

Κανείς δεν σ΄έχει αγαπήσει πιο πολύ.

 

Δώδεκα χρόνια αργότερα μου τηλεφώνησε ο Σπύρος και μου είπε ότι βρέθηκε νεκρή κι η Μυρτώ. Κάπου στο Μενίδι. Και το ίδιο βράδυ ήρθε από το υπερπέραν ο Σακελλάριος και συμπληρώσαμε το τραγούδι.

 

Άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα

άστα ν ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά,

πέρασαν τα νιάτα μας, πήγανε χαμένα

άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα

                       ήταν η αγάπη μας μια δαγκωματιά.                           

 

Μη δακρύζεις, σώπασε, άκουσε και μένα

σκούπισε τα μάτια σου τα σοκολατιά

τίποτα δεν χάσαμε, ήτανε κλεμμένα

μη δακρύζεις μάτια  μου, άκουσε και μένα

τι ‘τανε τα νιάτια μας; μια αποκοτιά

 

Άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα

άστα ν ανεμίζουνε στην τρελή νοτιά

 

 

 

* Αν θέλετε να ακούσετε τον Αλέκο Σακελλάριο να επιστρέφει από το υπερπέραν ακολουθείστε αυτό το λινκ στο FACEBOOK : facebook.com/reel/810164171343894/?s=single_unit&locale=el_GR