Η προσβασιμότητα του κοινού στη ζωή των καλλιτεχνών -παλαιότερα μέσω των φωτογράφων/ δημοσιογράφων (παπαράτσι και μη) σήμερα μέσω της ίδιας της σελίδας των καλλιτεχνών στα μέσα δικτύωσης- είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος να απομυθοποιηθεί αυτό το αδιόρατο δέσιμο που επιφέρει η τέχνη στο κοινό της. Όλα στο φως, όλα στην οθόνη μας, όταν η τέχνη χρειάζεται μάλλον και λίγο ημίφως, αν όχι σκοτάδι, για να αναπνεύσει ελεύθερα.
Ακούς, δηλαδή, μια ραδιοφωνική φωνή (μια μορφή καλλιτεχνίας) και ξέρεις τι έφαγε ο παραγωγός για πρωινό. Βλέπεις μια θεατρική παράσταση και γνωρίζεις πού πήγε διακοπές ο πρωταγωνιστής της. Πηγαίνεις σε μια συναυλία και είσαι γνώστης των προσωπικών στιγμών που «ανέβασε» πριν λίγες ώρες στο προφίλ του ο καλλιτέχνης. Διαβάζεις ένα βιβλίο για την αγάπη και δίπλα στις λέξεις του, θυμάσαι και τις δημόσιες ευχές του συγγραφέα στον/στην σύντροφό του.
Ε και; Θα πει κάποιος. Την ώρα της εκπομπής, της παράστασης ή της ανάγνωσης αυτές οι λεπτομέρειες σε επηρεάζουν; Αν όχι, κλείνει η συζήτηση εδώ. Αν ναι, έστω και ασυνείδητα, τότε στερείσαι, όπως είπα στην αρχή, ένα από τα ευτυχέστερα πλεονεκτήματα που προσφέρει η τέχνη: τον μύθο. Τη μαγεία. Τη γοητεία να φαντάζεσαι. Να μη γνωρίζεις, αλλά να πλάθεις.
Οι νεότερες γενιές γεννήθηκαν μέσα σε αυτή την απομυθοποίηση, δεν μπορούν να αντιληφθούν το τι στερούνται, αν όντως το στερούνται. «Το κοινό», έτσι κι αλλιώς, έλεγε ο Ουάιλντ «διαθέτει μιαν αχόρταγη περιέργεια να μάθει τα πάντα, εκτός απʼ ό,τι πραγματικά αξίζει να μάθει». Θαρρώ πως αυτή η περιέργεια σήμερα διευκολύνεται. Αλλά και μπορεί και όχι. Ένας νέος έχει την πείρα της στιγμής. Ο μεγαλύτερος την εμπειρία. Ας απαντήσουν οι νεότεροι για αυτό που αισθάνονται.
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο. Γιατί να στερείται ένα «δημόσιο» πρόσωπο το δικαίωμα να κοινοποιήσει, όπως και το κοινό του, φωτογραφίες διακοπών, προσωπικό «ημερολόγιο», ιδιωτικές του στιγμές κτλ.; Έχει κι αυτό σάρκα και οστά. Όπως και εσύ που το «ακολουθείς» στα μέσα δικτύωσης. Και κανείς φυσικά δεν μπορεί να «απαγορεύσει» αυτό το δικαίωμα ούτε στον έναν ούτε στον άλλον. Και δεν πρέπει. Η ελευθερία επιλογών είναι 24ωρο αγαθό. Και σε όλους τους τομείς.
Άλλωστε συνέβαινε και παλαιότερα βλ. ημερολόγια συγγραφέων, έκθεση φωτογραφιών τους, αυτοβιογραφίες κτλ. Ευπώλητα ως επί το πλείστον. Θαρρώ όμως πως τότε ακόμα κι αυτά, τον «μύθο» καλλιεργούσαν, όχι την απομυθοποίηση. Συνέτειναν στο έργο κρατώντας τον δημιουργό/ καλλιτέχνη σε μια ωραία απόσταση. Δεν ήταν ο άνθρωπος της διπλανής πόρτας (σήμερα οθόνης) ενώ ο κόσμος ήξερε οτι είναι (και είναι).
Ανεξαρτήτως πάντως της μέθεξης που διατηρείται ή χάνεται, αυτό που μάλλον χρειάζεται περισσότερη σκέψη ένθεν κι ένθεν, είναι το τι αποκαλείται «επιτυχία», το τι προκαλεί «ντόρο», το τι φέρνει κοντά το κοινό.
Το ίδιο το έργο ή τα παρελκόμενά του;









Αγαπητέ κύριε Αραβανή, το έξοχο κείμενό σας μου θύμισε τον Καβάφη:
Νέοι της Σιδώνος (400 μ.Χ.)
Ο ηθοποιός που έφεραν για να τους διασκεδάσει
απήγγειλε και μερικά επιγράμματα εκλεκτά.
Η αίθουσα άνοιγε στον κήπο επάνω·
κι είχε μιαν ελαφρά ευωδία ανθέων
που ενώνονταν με τα μυρωδικά
των πέντε αρωματισμένων Σιδωνίων νέων.
Διαβάσθηκαν Μελέαγρος, και Κριναγόρας, και Ριανός.
Μα σαν απήγγειλεν ο ηθοποιός,
«Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει» —
(τονίζοντας ίσως υπέρ το δέον
το «ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον», το «Μαραθώνιον ἄλσος»),
πετάχθηκεν ευθύς ένα παιδί ζωηρό,
φανατικό για γράμματα, και φώναξε·
«Α δεν μ’ αρέσει το τετράστιχον αυτό.
Εκφράσεις τοιούτου είδους μοιάζουν κάπως σαν λιποψυχίες.
Δώσε — κηρύττω — στο έργον σου όλην την δύναμί σου,
όλην την μέριμνα, και πάλι το έργον σου θυμήσου
μες στην δοκιμασίαν, ή όταν η ώρα σου πια γέρνει.
Έτσι από σένα περιμένω κι απαιτώ.
Κι όχι απ’ τον νου σου ολότελα να βγάλεις
της Τραγωδίας τον Λόγο τον λαμπρό —
τί Αγαμέμνονα, τί Προμηθέα θαυμαστό,
τί Ορέστου, τί Κασσάνδρας παρουσίες,
τί Επτά επί Θήβας — και για μνήμη σου να βάλεις
μόνο που μες στων στρατιωτών τες τάξεις, τον σωρό
πολέμησες και συ τον Δάτι και τον Αρταφέρνη».
Διαβάζω στο διαδίκτυο (https://ebooks.edu.gr/ebooks/v/html/8547/2700/Keimena-Neoellinikis-Logotechnias_A-Lykeiou_html-empl/indexG3_7.html):
«ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ είναι γραμμένο το 1920. Η σκηνοθεσία μάς μεταφέρει στο 400 μ.Χ. στην πλούσια Σιδώνα, εξελληνισμένη πόλη στα παράλια της Φοινίκης που έχει πια καταστεί ρωμαϊκή επαρχία. Πέντε εύποροι και καλλιεργημένοι νεαροί διασκεδάζουν σε ένα σπίτι. Έχουν φέρει κι έναν ηθοποιό που τους απαγγέλλει ποιήματα. Ανάμεσα σε άλλα ποιήματα ο ηθοποιός απαγγέλλει και το επίγραμμα που, κατά την παράδοση, έγραψε ο Αισχύλος για να χαραχτεί στον τάφο του:
Αἰσχύλον Εὐφορίωνος Ἀθηναῖον τόδε κεύθει
μνῆμα καταφθίμενον πυροφόροιο Γέλας·
ἀλκὴν δ’ εὐδόκιμον Mαραθώνιον ἄλσος ἄν εἴποι
καὶ βαθυχαιτήεις Μῆδος ἐπιστάμενος.
Το επίγραμμα σημαίνει: «Αυτό το μνήμα σκεπάζει τον Αισχύλο, το γιο του Ευφορίωνα, Αθηναίο που πέθανε στη σιτοφόρα Γέλα· για την ευδόκιμη ανδρεία του μπορεί να μιλήσει το άλσος του Μαραθώνα και ο Πέρσης με την πυκνή χαίτη, που τη γνώρισε καλά». Το επίγραμμα αυτό αποτελεί και το επίκεντρο του ποιήματος του Καβάφη.»
Και:
«Όπως είναι γνωστό, στο Μαραθώνα ο Αισχύλος πολέμησε ηρωικά, τραυματίστηκε βαριά, και κινδύνεψε να πεθάνει.»