ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΜΕΤΡΙΟΤΗΤΑΣ
Τον πήρε μαζί του ο χρόνος
Στη διαδρομή κάποιος του ξερίζωσε τους οφθαλμικούς βολβούς
Έτσι κάθισε αναπαυτικά στην αίθουσα αναμονής
Αλλά το πιο σπουδαίο
Ήταν ότι άφησε πίσω την κραυγή του
(και όχι, δεν του παράπεσε στον δρόμο
την άφησε εν είδει εξαργύρωσης)
Και τώρα πώς να πείσει
Ότι το μόνο που χρειάζεται είναι τρεις άνθρωποι
Κι ένας σκύλος
**
Η ΑΝΑΠΟΔΡΑΣΤΗ ΚΑΤΑΛΗΞΗ ΤΟΥ ΚΑΨΟΥΡΗ ΤΕΧΝΟΚΡΑΤΗ
Καλησπέρα
Είμαι ο απελπιστικά κοινότοπος ερωτευμένος
Απόψε δε θα σου μιλήσω για τα μάτια σου
Απόψε θα σου πω πώς σε αγαπώ
Μιλώ απόψε για τον τρόπο:
Ταξιδιάρα ταλάντωση που ταξιδεύει
Σε μονοπάτι-σπείρα εντός κοχλία
Και σταματά δήθεν τυχαία
(όσο τυχαίο το θανάσιμο πάτημα της μύγας στον ιστό)
Σε αυστηρά καθορισμένο στίγμα και κεντρίζει
Ο νυγμός μη εντοπισμένος στην αρχή
Και ύστερα ένας κύκλος με διάμετρο ασταθή που συνεχώς συστέλεται
Δεν ασφυκτιώ
Κατανοώ
Όπως ο μύωψ που σε αναγνωρίζει καθώς πλησιάζεις
Είμαι μόνος στις αγαπημένες μου υλικές διαστάσεις
Την ώρα που ο καπνός της πίπας μου παραμερίζει να περάσεις
Και όλα σταματούν
Το τελευταίο καταφύγιο της μεταφυσικής βαθιά στις αύλακές μου
Είσαι εσύ
Που μπαίνεις στο δωμάτιο χωρίς να σε ακούσει κανείς
Την ώρα που ξέρω καλά ότι κοιμάσαι
Ταλάντωση που όντως υφίσταται
Ερέθισμα που μόνο ως παραίσθηση ερμηνεύεται (παρ’ όλα αυτά υπάρχει ως άλλο)
Και τα μάτια σου που κάθε φορά καταστρατηγούν τις αναλύσεις
**
ΦΙΛΟΙ
Μας έμειναν οι επαναλαμβανόμενες αναμνήσεις
Λυπηρό να βλέπεις τη ζητιανιά των πεπραγμένων
Μια μέλισσα που πάσχει σύνδρομο Korsakov
Φτάνει πάντα στον ίδιο προορισμό
Διαγράφει πάντα την ίδια τροχιά χορεύοντας
Μπροστά στους σαστισμένους κηφήνες
Έτσι μιλά ο παρατηρητής
Που δεν έχει πάνω του ούτε μία ρίγα
Κίτρινη ή μαύρη, δεν έχει σημασία
Η ελάχιστη διαφορά στον τόνο ή τη διάρκεια
Ξεχωρίζει το κλάμα του μικρού μες στο χαρέμι
Κατ’ αναλογία δεν είμαστε καν σάρκα και οστά
(και όχι αυτάρεσκα και μεταφυσικά «μόνο»)
Είμαστε ένα σύνολο πεπραγμένων
Έτσι μιλώ εγώ
Που ξόδεψα ενσυνείδητα
Χωρίς να μετρήσω το λίγο ή το πολύ
**
ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ
Ι.
Πήρα ένα αυγό και το πέταξα ψηλά
Περίμενα να πέσει στο κεφάλι μου
Ματαίως
Βλέπεις, και τ’ αυγά ενίοτε αρνούνται
Κι άρχισα έτσι να σκέφτομαι τη βούληση
Και ρώτησα τους πάντες
«είναι απαραίτητο το νόημα;»
Όλοι -μα όλοι- είπαν «φυσικά»
Τυχαία της ίριδας τ’ αυλάκια
Τυχαία τα ρεύματα που φτάνουν στους δενδρίτες
Ένα καρέ με τ’ άσπρο του δοντιού σου
Θα είναι η τελευταία μου συνείδηση
ΙΙ.
Βρήκα ένα νόμισμα στο πεζοδρόμιο
Γύρω κανείς
Κι όπως έσκυψα να το πάρω στα χέρια μου
Σκοντάφτω
Πέφτω σε μια λακκούβα με νερό
Αναπάντεχη περιδίνηση
Προκύπτω σε άλλες διαστάσεις
Ταλανίζομαι σε μη γραμμικό χρόνο
Παραπατώ σε ρέοντα χώρο
Είναι ένας κόσμος που δεν είναι
Μου πιάνεις το χέρι και αναδύομαι
Στρέφω το βλέμμα γύρω μου και βλέπω εσένα
Στρέφω το βλέμμα μου στον ουρανό
Χωρίς γαλάζιο, παντού το καστανό των ματιών σου
Φτωχός από μύθους λοιπόν
Χωρίς μια στάλα πίστης να με σπρώξει στην άβυσσο
Προσεύχομαι σε σένα
**
ΜΑΡΙΑ
Αδαμάντινη λεπίδα που σκίζει τριαντάφυλλο
Ανάμεσα στις οξείες γωνίες τα μάτια σου
Λευκά πέταλα τα βλέφαρα ονομάζω
Στοιβάζονται κερμάτινες οι λέξεις
Στρώματα χρονολόγησης του στιγμιαίου έρωτα
Μη φοβηθείς
Παρατεταγμένα σπίρτα με ιδιότητες ευθείας
Διασφαλίζουν τις πυροδοτήσεις:
Θα σ’αγαπώ κάθε μέρα απ’ την αρχή
(Όσο για σένα, μεσήλικα, κανονικέ ιδιώτη, ξέρε:
Ανάμεσα στους πόρνους στέκω μόνος)
Μπροστά μου οι κοινοτοπίες αδιαπέραστο τείχος
Κρύβουν τα λόγια που κοινωνούν την αγάπη μου
Άπειροι λιλιπούτειοι αγγελιαφόροι με δοσμένο χρόνο ημιζωής
Πασχίζουν να προλάβουν πριν ξεχάσουν μια για πάντα
Άγνωστη αφετηρία
Η διαδρομή σχεδόν γνωστή
Το τέρμα σε χώρο και όχι σημείο (κάτι σαν γειτονιά ηλεκτρονίου)
Σε μικρογραμμάρια απροσδιόριστου σχήματος αυλακούμενης μάζας
Όλοι τους ανάξιοι να μεταλαμπαδεύσουν τα χείλη
Αμνησικοί, κωφάλαλοι εξαρχής, μουγγοί
Κι εγώ προδομένος να στέκω αμίλητος μπροστά σου
Εσύ, όμως, γνωρίζεις με μη πεπερασμένο τρόπο
Με την αρχέγονη όσφρηση των κυνίδων
Με το ρύγχος του καρχαρία
Και την οφιούχο αίσθηση της ζέστας
Έτσι δεν αρκείσαι στην ευτελή ακοή
Παρά μονάχα αφουγκράζεσαι
Κάθε κλωστή στην ίριδά σου κρατά δεμένες άρρητες στιγμές
Κάτω απ’ το δέρμα σου φοράς τις αναμνήσεις μας
Κρατώ τα βράδια τη μορφή σου προσευχή
Και στη φωνή σου αντηχεί το γέλιο των παιδιών μας









