Υπάρχουν φωτογραφίες που καταγράφουν. Υπάρχουν φωτογραφίες που διηγούνται. Κι υπάρχουν κάποιες, σπάνιες, που στοχάζονται. Το φωτογραφικό λεύκωμα Θεσσαλονίκη του Ιπποκράτη Ταυλάριου ανήκει σ’ αυτή την τελευταία κατηγορία. Δεν είναι απλώς ένα σύνολο εικόνων· είναι μια εκ βαθέων συνομιλία με την πόλη, με τον χρόνο, με τη φθορά και με τη μνήμη.
Απαιτήθηκαν είκοσι πέντε χρόνια για να ωριμάσει αυτό το έργο: ένα τέταρτο του αιώνα λήψεων, σκοτεινών θαλάμων, δοκιμίων, χημικών και τυπογραφικών διαδρομών, που δεν αφηγούνται απλώς την ιστορία ενός φωτογράφου αλλά και την ιστορία μιας πίστης — πίστης στο υλικό, στην επιμονή, στην αναμονή. Σε έναν κόσμο που μετατρέπει τη φωτογραφία σε άμεσο προϊόν κατανάλωσης, ο Ταυλάριος επιλέγει το ακριβώς αντίθετο: το έργο του είναι αργό, επεξεργασμένο, αναλογικό, απροχώρητα προσωπικό.
Η πόλη που απεικονίζεται δεν είναι αυτή που προσφέρεται στον τουρίστα ή στον γραφίστα. Είναι η άλλη, η σιωπηλή, η οικεία, εκείνη των γωνιών που επιμένουν να υπάρχουν έξω από κάθε αστικό εξωραϊσμό. Οι μορφές που καταλαμβάνουν τις σελίδες του λευκώματος —άνθρωποι του δρόμου, ηλικιωμένοι, πρόσωπα από τις Σαράντα Εκκλησιές, συγγενείς, άγνωστοι, παιδιά της γειτονιάς— δεν εμφανίζονται ως εκθέματα. Αντιθέτως, συγκροτούν ένα σώμα κοινό, σχεδόν οικογενειακό, με το βλέμμα του φωτογράφου να μη διαχωρίζει τον «σημαντικό» από τον «ανώνυμο».
Το στοιχείο της σύνθεσης, άλλωστε, είναι αυτό που ενοποιεί το υλικό, και όχι κάποια θεματική ή χρονολογική κατηγοριοποίηση. Οι φωτογραφίες μιλούν μεταξύ τους· και μαζί, σαν φωνές από διαφορετικά δωμάτια ενός σπιτιού, δημιουργούν ένα αρμονικό βουητό, μια αφήγηση χωρίς αρχή και τέλος. Αυτή η σύνθεση δεν επιβάλλεται· προκύπτει. Και σε αυτήν καθρεφτίζεται η ίδια η Θεσσαλονίκη: αντιφατική, τρυφερή, φθαρμένη, σκοτεινή και μαγνητική.
Στο έργο αυτό συναντώνται και δύο εμβληματικές φιγούρες της πόλης. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος εμφανίζεται εδώ όχι ως μνημείο, αλλά ως άνθρωπος: σε καθημερινές, οικογενειακές, άγνωστες στιγμές. Το λεύκωμα περιλαμβάνει σπάνιο, αδημοσίευτο φωτογραφικό υλικό από το σπίτι του, από το σπίτι του φίλου του Ιπποκράτη, εικόνες που αποπνέουν μια σχεδόν σπαρακτική οικειότητα. Ο Χριστιανόπουλος δεν είναι εδώ «ο ποιητής», αλλά ένας ηλικιωμένος άνθρωπος εντός του δικού του χώρου και χρόνου, καταγεγραμμένος με στοργή και διακριτικότητα. Από την άλλη, η συμβολή του Δημήτρη Δημητριάδη είναι καθοριστική. Όχι μόνο υπήρξε εκείνος που παρακίνησε τον Ταυλάριο να επιστρέψει στο λεύκωμα και να το ολοκληρώσει μετά από χρόνια σιωπής· αλλά και γιατί το κείμενο που έγραψε για την εισαγωγή του τόμου λειτουργεί σαν προσευχή. Δεν προλογίζει· συνομιλεί, ερμηνεύει, προετοιμάζει. Η ποίηση του Δημητριάδη —υπόγεια, σκοτεινή, απογυμνωμένη— ενώνεται με τις εικόνες, σαν αόρατος υπότιτλος σε κάθε σελίδα. Αυτό το φωτογραφικό λεύκωμα δεν είναι, επομένως, απλώς ένα αφιέρωμα στην πόλη. Είναι η ίδια η πόλη —όπως επιβιώνει στην ατομική μνήμη, όπως μεταμορφώνεται στη ματιά του καλλιτέχνη, όπως αντηχεί στη γλώσσα του ποιητή. Το γεγονός ότι η έκδοση φέρει την υπογραφή των εκδόσεων Σαιξπηρικόν, ενός εκδοτικού οίκου που γνωρίζει σε βάθος τον παλμό της Θεσσαλονίκης, δεν είναι τυχαίο· ενισχύει την αίσθηση ότι το λεύκωμα αυτό ανήκει, ήδη, στην εσωτερική βιβλιοθήκη της πόλης.
Και αν κάτι μένει όταν κλείνει κανείς αυτό το βιβλίο, είναι η βεβαιότητα πως υπήρξε αυτό που λέμε κάποτε συνάντηση. Μια σύμπραξη προσώπων, λόγων και εικόνων που δύσκολα επαναλαμβάνεται. Η Θεσσαλονίκη του Ιπποκράτη Ταυλάριου είναι ένα έργο σπάνιας ποιότητας και βαθιάς ανθρωπιάς. Και μοιάζει, ήδη, σαν κάτι που υπήρχε πάντα —όπως οι παλιές φωτογραφίες που βρίσκεις σε ένα συρτάρι, χωρίς να ξέρεις πώς έφτασαν στα χέρια σου, μα νιώθεις πως σε αφορούν απόλυτα.









