ΨΥΧΕΣ ΧΏΜΑΤΑ
Κοιτάζει πίσω του τα χρόνια
δίχως το πώς και το γιατί της περιέργειας
μια μνήμη ασύντακτη
που λάμνει σε θολά νερά
άλλοτε στη σιωπή της λησμονιάς
κι άλλοτε σαν φονικός εγκέφαλος
μαχαίρι οξύθυμο και κοφτερό
που τεμαχίζει αναίτια
τ’ απομεινάρια μιας ζωής
τραύματα και αιματοχυσίες
στον απροσδιόριστο χρόνο.
Τραυλίζει μέσα του ονόματα
μιας νιότης μακρινής φωτοτυπίες
τραγούδια αέρινα
δαιμόνια αδέσποτα
φωτιές αγέρωχες
που αγκαλιάσανε και νανουρίσανε το ανείπωτο
κι όμως χαθήκανε οριστικά
σε στάχτες θάλασσες και αστέρια άστοργα
την άνοιξη αποχαιρετώντας
στις ενοχές των ουρανών.
Σήμερα φέγγει μόνος του στην άκρη ενός κεριού
χωρίς νερό, τηλέφωνο και ρεύμα
μόνο νοήματα και βλέμματα εκπέμπει
ψάχνοντας
πίσω από πρόσωπα
ρυτίδες και απολιθωμένα ράμματα
τα χνάρια και τα οράματα των παιδικών του μύθων.
Δεν είναι η αγάπη που του έλειψε
ούτε η φροντίδα και η καλοσύνη των αλλήλων·
σε όλη του τη ζωή
κόπηκε και μοιράστηκε εξίσου
σε όλους τους εξ αίματος και εξ αγχιστείας άποικους
σβήνοντας από τον μάταιο τούτο δρόμο
κάθε ίχνος που να πρόδιδε ιδιοκτησία.
Ανέστιος πια
κίνησε για την αρχέτυπη αιωνιότητα
η σκόνη του έγινε
άμμος ξανθή
για να κοιμούνται ήσυχα
τα κοχύλια και τα βότσαλα
κάτω απ’ το βελούδινο σεντόνι της παγκόσμιας λύπης.
Ψυχές χώματα τον καρποφόρησαν στο απέραντο.
*****
ΤΡΑΥΜΑ ΤΡΑΥΜΑΤΩΝ
«Τραύμα» σε είπε ο γιατρός
φάρμακο ήσουνα για μένα
μια περιπέτεια των ιδεών
σε χιονισμένα σύννεφα
και λαξευμένους στίχους
άφατη όαση στις εποχές του έρωτα
εκεί ψηλά
στις οροφές των υπογείων μας
μες στα σκοτάδια μιας πονεμένης άνοιξης
γεμάτης σύμβολα, ονόματα,
άστρα και επιφωνήματα από τους πέντε ουρανούς.
Μια νύχτα στην Αβάνα
ο Χρήστος, ο Πάρης και ο Πέτρος
ρούφηξαν τον ουρανό
κι έπειτα φύσηξαν λέξεις στον ωκεανό
ρούμι με ζάχαρη
βασανισμένα κόκαλα μεταναστών
έως την απέναντι στεριά
μια φωτογραφία του Fidel
κολυμπούσε ανέμελα
στα γοερά νερά της Καραϊβικής.
Εκείνη τη νύχτα
η ανάσα του Camilo Cienfuegos Gorriarán
φόρτισε τον πυρετό μας
καπνίσαμε
ήπιαμε
περπατήσαμε
ανταλλάξαμε ελπίδες
στα πεζοδρόμια κείτονταν ουρές
αγνοουμένων
ξεψυχισμένων ναυαγών
κι όμως
ο Χρήστος, ο Πάρης και ο Πέτρος
δεν τράβηξαν ούτε μια φωτογραφία
από της λήθης το πετρωμένο πλήθος.
«Τραύμα» σε είπε ο γιατρός
φάρμακο ήσουνα για μένα.
**
ΣΥΝΑΞΆΡΙΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ
Εκείνη τη νύχτα
η μουσική μέθαγε ναυαγούς
οι νότες σπάγαν κόκαλα
και οι φωνές των μεθυσμένων
ιαχές πολέμου
φωτιές που αναδίδανε καπνούς
κάθε μια νότα και ένα καρφί στο πυρωμένο σώμα της
νιότης.
Εκείνη τη νύχτα
στα όρη ανάβλυζαν πληγές και στα ποτάμια έρεε
αίμα
συναξάρια της σιωπής
από προσκυνητές που παραδόθηκαν
στο φως
σε ψυχικά αντίδοτα
και αναθυμιάσεις μεταφυσικής
γιορτάζοντας
πένθιμα άνθη του αποχωρισμού
με ένα τραγούδι που τρίκλιζε ανέμελα και γοερά
πάνω απ΄ τα όνειρα των αλλοπαρμένων.
Οι λυγμοί του πλήθους
κύλαγαν συμπονετικά
σαν ιαματικό νερό που χόχλαζε τη ζεστασιά του
στο σιωπηλό βελούδο της πίκρας
και το τραγούδι ανέμιζε το παράπονό του
στον έναστρο θόλο με τα γυάλινα υπονοούμενα.
«Μία νύχτα που έπεφταν τ’ αστέρια
απ’ του Ουρανού την οροφή
είδα τον πόνο να μού γνέφει
τη μοναξιά να με καλεί.
Κι έχτισα μέσα μου μια Λέξη
να ξαποστάσει η ψυχή
τον αποχωρισμό ν’ αντέξει
και να τον κάνει προσευχή.
Μαζί με τα πουλιά της νύχτας
ήρθες στον ύπνο να με δεις
μα τα παράθυρα είχα κλείσει
πέταξες πάλι να χαθείς.
Κι ένιωσα πάνω μου ένα χάδι
σαν κεραυνού ραγισματιά
της απουσίας το σκοτάδι
η πιο βαθιά λαβωματιά…»
**
ΨΥΧΈΣ ΣΎΜΠΑΝΤΑ
Ένα παράθυρο ανοικτό
τον καλεί
στο αβέβαιο της νύχτας
βρέχει το στόμα του με δάκρυα του Θεού
παίρνει ανάσα και αίφνης
ένα μυστήριο εκρήγνυται
Ουτοπίες του ελαχίστου μέλλοντος
που μέσα τους συγκατοικούν
πρόγονοι και επίγονοι μιας εναγώνιας πατρίδας.
Κάτι παράξενο εντός του αχολογεί
ίσως ένα βαλς σε Σι ελάσσονα
το μέλλον της ομορφιάς παίζεται
στα δάχτυλα του Chopin
λίγες λέξεις στο χαρτί
ένα ανεξήγητο μοτίβο αρμονίας
διαπερνά τα μόρια της ύπαρξης.
Είναι οι ψυχές μας σύμπαντα
νύχτες πλατιές και ουρανοί απέραντοι
λιβάδια έναστρα γεμάτα γράμματα και αναγραμματισμούς
μεταίχμια και λαβωματιές που αιωρούνται άφοβα
στο εκκρεμές του χρόνου.
Είναι οι ψυχές μας σύμπαντα
δίκτυα γερά σε θάλασσες ευρύχωρες
ακρογιαλιές ονειρικές γεμάτες όστρακα και ερωτηματικά
επιζητούν το ανέφικτο
πικρά ναυάγια και βαθιές βουτιές
στο συνεχές του μαύρου.
Είναι οι ψυχές μας σύμπαντα
βαθιές πνοές σε μονοπάτια ανέλπιστα
ξέφωτα ελεύθερα στον ήλιο και την πέτρα
που ευγνωμονούν το ανείδωτο
δέντρα που ρίζωσαν και ορθώθηκαν ψηλά
κάνοντας μέγιστο το ταπεινό, το ελάχιστο.
Είναι οι ψυχές μας σύμπαντα
λέξεις γερές και αιώνια σύμβολα
δρόμοι ορθάνοιχτοι σε δάση και τραχιά βουνά
που μεταγγίζουν τη ζωή
σώματα, ονόματα, γένη και γενιές
σαν μαύρο φως διαθλώνται
στο πριν και το μετά του κόσμου.
*******************************************************

Ο Νίκος Φωτόπουλος γεννήθηκε στην Αμαλιάδα το 1970. Είναι Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου και τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα κινούνται γύρω από την Κοινωνιολογία της Εκπαίδευσης και του Πολιτισμού, την Κριτική Πολιτισμική Θεωρία, τη Διά Βίου Μάθηση και την Εκπαίδευση Ενηλίκων. Έχει διδάξει επί σειρά ετών σε διάφορα πανεπιστημιακά ιδρύματα της χώρας ενώ έχει συμμετάσχει σε πλήθος επιτροπών εμπειρογνωμόνων στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Άρθρα και δημοσιεύσεις κειμένων του έχουν συμπεριληφθεί σε συλλογικούς τόμους και πρακτικά συνεδρίων στην Ελλάδα και το εξωτερικό ενώ εκτός από το ακαδημαϊκό και ερευνητικό σκέλος του έργου του ασχολείται ενεργά με την ποίηση και τη δημιουργική γραφή. Εμφανίστηκε στα ελληνικά γράμματα τη δεκαετία του ’90 και η ποίησή του έχει δημοσιευθεί σε περιοδικά, έχει ανθολογηθεί σε συλλογικούς τόμους, έχει παρουσιαστεί στο ραδιόφωνο, έχει μελοποιηθεί και έχει αποδοθεί σε φιλμ μικρού μήκους. Έχει δημοσιεύσει 5 ποιητικές συλλογές και μία συγκεντρωτική συλλογή με ποιήματα της περιόδου 1996-2016.









