Το έργο βασίζεται σε 12 ποιήματα, μελοποιημένα και ερμηνευμένα από τον Γιώργο Παπαμιχαήλ, του ίδιου του φιλοσόφου με αποκλειστική άδεια χρήσης και επιχειρεί να μεταφέρει τον ακροατή στον εσωτερικό ρυθμό του λόγου του: εκεί που τα άστρα και η ώρα συναντιούνται με το άπειρο του στοχασμού.
Κυκλοφορεί ψηφιακά μέσω των streaming πλατφόρμων (Spotify, Apple Music, YouTube κ.α.) στο όνομα Giorgos Papamichail καθώς και σε συλλεκτική έντυπη έκδοση cd από τον ΙΑΝΟ με ένθετο που περιλαμβάνει τα ποιήματα και τους συμμετέχοντες καλλιτέχνες, προλόγισμα της συζύγου του Λιαντίνη,τα χειρόγραφα των ποιημάτων, προλόγισμα του συνθέτη κ.ά.
ΣΚΟΡΠΙΟΣ
Μοίρες βουβές που αργοπορούν
στήν άκρη τον χινοπώρου
σου κλώσαν ώρα γεννημού
θαλασσοφορεμένη μου.
Τά γέλια καί τά χέρια σου φτερά
συνάξανε τήν Πούλια
καί ντύνει σε ή νυχτοβολή
καί τών δεντρών ή χόβολη.
Γυρίζει καί σου τραγουδά
μέ πέντε λιανοτράγούδα
τού παραπονεμάτου
ό γήλιος πά’ στό γέρμα του.
Καί τήν αγάπη σου ληστές
άντίσκοψαν καί πειρατές
καί σταύρωσαν τόν κρίνο
καί τόν Αυγερινό.
Κι ακόμη ‘Ανατολή καί Χαλιμά
γυρεύεις καί σταμάτησες στό «μά»
σαν να χαν κάποτε σωσμό
τά βάσανα στόν κόσμο.
**
ΕΚΤΟΡΕΙΟΣ ΣΤΑΣΙΣ
Τίς νύχτες κλαίει ἡ Ἀνδρομάχη
μες στο παλάτι μόνη
τις νύχτες με τ’ ἀηδόνι
κι εἶν’ ἡ σιωπή μεγάλη μάχη.
Τή μέρα λάμπει σά λουλούδι
το δόρυ του συντρόφου,
πού στοῦ δικοῦ του κόρφου
ζαρώνει ἡ πόλη σάν το ζούδι.
Ἀπόμειναν στην ἄσπιλη την κλίνη
τα μάτια τα γραμμένα
ἀγνάντια στυλωμένα˙
ἀπόμεινε μια λύπη μές στη μνήμη.
Ἀνθίζει ἐξαίσιο της ἀγάπης
το δέντρο μές στήν ἀπουσία,
στη πυργωμένη Τροία
ὁ θάνατος τό ὄνομά του γράφει.
***
ΠΕΡΙΣΤΕΡΑ Ή ΠΑΛΙΝΩΔΙΑ
Να σ’ έχω μπαϊράκι μου, περιστεριού μου χάρη,
στο μαύρο μου στρατί.
Στο ρασοφόρο κόρακα απέναντι σκουτάρι
στο κρίμα μου φραγή.
Να μη μου λάχει το κακό και μείνω δίχως φως
σαν τον αρχαίο λυράρη.
Κατέχω το πώς γύρισες εσύ άγγελος στερνός
με μιάς ελιάς κλωνάρι.
**
ΘΥΣΙΑ
Ανθρώπινη η μοίρα μας, μαύρος γιαλός
οχεντρωνει τη χαίτη
Του δρόμου τα πέταλα καιει πυρετός
κόλια, βιλαέτι
Σκορπίσαμε δώρο στην κόκκινη λάμια στο άγριο θηριό
να στρώσει απ’ το αίμα που στάζει η ορφάνεια
γιορτής καπηλειό
Με στέρηση θέλει και τρόμο και στάχτη η δύναμη πλάστρα
στο βάναυσό κι άφτουρο πόθο μας φράχτη να υψώσει και κάστρα
Προτού μας νικήσει στο τέρμα ο καιρός τα άγνωρα χάη,
Από χέρι δικό μας να γίνει ο χορός αφρός στα πελάη
Να κλαίει στης αυγής τη φωτιά το πρωί στης Δύσης την ώρα
να ζει στην αιώνια του κόσμου ροή σ’ανάστασης χώρα.
**
ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ
Ένα σπίτι το ξέχασαν οι άνεμοι,
την σκέπη του προστατεύει φίδι.
Χειροποίητο κεραμίδι
στο σεισμό δεν τρέμει.
Νύμφες συνοδεία με ένα ελάφι
το πρωί κρασί το βράδυ αλάτι,
φέρνουν σε κανάτι
και ψωμί στο ράφι
Χέρι ζυμωμένο στο θυμάρι
διώχνει το κακό στην καμινάδα.
Μιά κρυφή ημεράδα
φέγγει στο λυχνάρι.
Γένια που μοσχοβολούν σταφύλι
έξι χέρια τρυφερά χαϊδεύουν.
Κι όλοι οι φόβοι φεύγουν,
τους αλέθουν μύλοι.
Ένα σπίτι σαν ταξίδι κύκνου
πάντα το βράδυ-βραδύ το φέρνει,
την αυγή το παίρνει
το όνειρο του ύπνου







Σας ευχαριστούμε για την πολύ σπουδαία σας ανάρτηση. Ανοίγει δρόμους.