Στη φωτογραφία ο Ρένος Χαραλαμπίδης με τον Πωλ Μπόουλς στην Ταγγέρη την άνοιξη του 1999. (Αρχείο Ρένου Χαραλαμπίδη)

Η ταινία του Ρένου Χαραλαμπίδη (σενάριο- σκηνοθεσία)  «Φτηνά Τσιγάρα» (2000) μοιάζει να συνομιλεί με τη Μπιτ Λογοτεχνία όχι μόνο στη θεματική της περιπλάνησης, αλλά και στον ρυθμό, στη μουσικότητα των διαλόγων, στην αίσθηση ότι οι χαρακτήρες υπάρχουν έξω από τον χρόνο. Για αυτή τη σχέση μάς μιλάει στο Ποιητικό Καφενείο του Ποιείν. 

 

-Πόσο συνειδητή ήταν αυτή η επιρροή και πόσο η ίδια η Αθήνα σας υπαγόρευσε αυτόν τον τόνο;

Πραγματικά τα ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ συνομιλούν με την μπιτ λογοτεχνία και ποίηση  και δημιουργήθηκαν υπό την απατηλή τους σκιά. Να σημειωθεί ότι η ταινία κυριαρχείται από υπαρξιακή ξενοιασιά όπως και όλη η φιλοσοφία των μπίτνικ. Λες και τα ταξίδια μας συμπίπτουν. Τους μοιάζω και μου μοιάζουν. Πίνοντας το νέκταρ της καθημερινής ζωής παντού, όπου το βρίσκουμε. Το σενάριο το έγραφα και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μου στο Μαρόκο για να συναντήσω τον Μπόουλς -τοτέμ του παλιρροιακού κύματος των μπίτνικ-και η ιδέα των  κρεμασμένων χρυσόψαρων στα χερούλια του τρόλεϊ την εμπνεύστηκα από μια εικόνα που συνάντησα στην Καζαμπλάνκα, όπου με άφησε το αεροπλάνο για να πάρω το λεωφορείο προς Ταγγέρη. Σε ένα παζάρι είδα κρεμασμένες σακούλες με χρυσόψαρα σαν γιρλάντα, σαν πολύχρωμα λαμπιόνια σε πάλκο ταβέρνας του ‘50, που τα χρύσωνε ο ήλιος . Η επίσκεψη στην Ταγγέρη (αρχετυπική πόλη για την γενιά των μπίτνικ αφού ο Μπόουλς την είχε έδρα του και φιλοξενούσε άπαντες τους περιπλανώμενους) ήταν η δική μου περιπλάνηση σαν μακρινός χαιρετισμός στους πλάνητες-ποιητές της δεκαετίας του ‘50.Που έδωσαν στην έννοια του «ωτοστόπ» την πιο ιερή του σημασία.

Με την μπιτ λογοτεχνία συναντήθηκα στα τέλη του ‘80 με το « on the road» και «μπήκα στην παρέα τους» με την συνάντηση με τον Μπόουλς στην Ταγγέρη την άνοιξη του 1999. Λίγους μήνες μετά πέθανε. Για εμένα η Ταγγέρη και το σπίτι του ήταν ένας μυθικός τόπος συνάντησης όλων των μπίτνικ. Κέρουακ, Γκίνσμπεργκ, Μπάροουζ…

Η μουσικότητα των διαλόγων προέκυψε καθώς γράφοντας  άκουγα twist, rock and roll, ελεύθερη τζαζ αλλά και μια κασέτα που μου έγραψε  ο ηθοποιός Ανδρέας Νάτσιος, που έπαιξε τον καφετζή-μπάρμαν-ποιητή, όπου ο Εμπειρίκος απήγγειλε καθηλωτικά τον μεγαλειώδη ύμνο του στον Κέρουακ « Beat beat beatitude and love and glory».[1]

 

 

 

-Η Μπιτ Λογοτεχνία ήταν συνδεδεμένη με τον δρόμο, με την αναζήτηση μιας χαμένης αυθεντικότητας μέσα από την κίνηση. Στα Φτηνά Τσιγάρα, όμως, η περιπλάνηση δεν γίνεται σε αυτοκινητόδρομους και έρημες πεδιάδες, αλλά μέσα στη νυχτερινή Αθήνα, στα πεζοδρόμια και στα παγκάκια της. Μπορούμε να μιλήσουμε για μια ελληνική εκδοχή της Μπιτ περιπλάνησης, όπου ο δρόμος είναι εσωτερικός, υπαρξιακός;

Η Ελλάδα δεν έχει τις μεγάλες αποστάσεις της Αμερική για να χαθείς σε μια ευθεία, με τραίνα και αυτοκίνητα της τύχης, που χωρίς να το καταλάβεις θα στρίψεις απαλά προς τα μέσα σου. Παράλληλα όμως  μια περιπλάνηση σε ένα άδειο κίτρινο τρόλεϊ, παρατηρώντας το φως να αλλάζει διαρκώς, είναι κομμάτι της μπιτ λογοτεχνίας αλλά και κομμάτι ενός αχαρτογράφητου αστικού λαβύρινθου.  Τα ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ  είναι η παντοτινή περιπλάνηση στις πόλεις. Σαν σε λαβύρινθους που  σε στρέφουν προς τα μέσα σου. Άραγε πως θα έκανες ωτοστόπ σε ένα λαβύρινθο; Ναι λοιπόν.. Ας μιλήσουμε για μια ελληνική εκδοχή της μπιτ περιπλάνησης. Αυτή των πόλεων.

 

– Αν η Μπιτ Λογοτεχνία είχε το ταξίδι ως κεντρικό της μοτίβο, τα Φτηνά Τσιγάρα μοιάζουν να προτείνουν μια διαφορετική εκδοχή της περιπλάνησης—όχι ως φυγή, αλλά ως βύθισμα στην ίδια την πόλη. Στον πυρήνα της ταινίας, είναι η περιπλάνηση μια μορφή ελευθερίας ή μια αδυναμία να βρεθεί ένας προορισμός;

Ο Καβάφης έδωσε ένα ισχυρό χτύπημα στην έννοια της περιπλάνησης με τη «πόλη που θα σε ακολουθεί́». Όπου και αν πας καταλήγεις  πάντα στον ίδιο προορισμό. Στον εαυτό σου. Το ήξεραν αυτό οι μπιτ ποιητές έστω και υποσυνείδητα. Και ίσως είναι και το μη διατυπωμένο μήνυμα τους μέχρι σήμερα. Η εκκρεμότητα που ακόμα τους κρατάει νέους. Στα ΦΤΗΝΑ ΤΣΙΓΑΡΑ την πόλη που με ακολουθεί, την Αθήνα, την παίρνω  μαζί μου στα οχήματα των περιπλανήσεων όπως τα τρόλεϊ και σαν μπίτνικ Οδυσσέας που τις σειρήνες τις φορτώνει  μαζί του στο καράβι. Και το ταξίδι από  χιλιόμετρα που καταπίνουν οι αμερικανικοί δρόμοι, γίνεται βύθιση, περιδίνηση μέσα στην πόλη που εμείς είμαστε. Είναι το ίδιο προς διαφορετική κατεύθυνση.

Το αν στον πυρήνα της ταινίας, είναι η περιπλάνηση μια μορφή ελευθερίας ή μια αδυναμία να βρεθεί ένας προορισμός δεν μπορώ να απαντήσω . Γιατί πάνω που βρίσκεις τον προορισμό, αυτός έχει αρχίσει να χάνεται. Πάνω που βρίσκεις την ελευθερία σου αυτή γεμίζει αντιφάσεις. Δεν στέκει. Όπως δεν στέκουν τα χαράματα. Όσο και αν κυνηγούμε την γοητεία των ονείρων, του προορισμού που πάει και πάει μα δεν στέκει, μοιραία πρέπει να αποδεχτούμε ότι προορισμός δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχει και ελευθερία. Είμαστε θνητοί. Ίσως ελεύθεροι για κάποιες λίγες μαγικές στιγμές. Σαν αυτές που οι μπιτ λογοτέχνες κατάφεραν να περισυλλέξουν στα κείμενά τους, σαν συλλογή από πεταλούδες της αβύσσου.

 

 

[1] Μπορείτε να το βρείτε εδώ;https://m.youtube.com/watch?v=I9TSxBP6HWM&pp=ygUZzpXOvM-AzrXOuc-BzrnOus6_z4IgYmVhdA%3D%3D.