Δεν υπάρχει τίποτα ωραιοποιημένο στην ποίηση της Αλήτις Τσαλαχούρη. Ό,τι γράφει το έχει ζήσει — ακόμη και το μέλλον. Η «Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας» δεν είναι μια φανταστική δυστοπία, είναι ο κόσμος γύρω μας, έτσι όπως τον βιώνει κανείς όταν δεν έχει τίποτα άλλο να χάσει. Είναι η Αθήνα — με το δραματικό της φως, όπως το ονόμασε ο Σβεν Νίκβιστ — αλλά και κάθε μητρόπολη του κόσμου που γεννά, συνθλίβει, σιωπά και ξεχνά.
Στους δρόμους, στους ακάλυπτους, στα ψυχιατρεία, στα Τμήματα, στα κρατητήρια και στα Επείγοντα — εκεί χτυπά η καρδιά της γραφής της. Εκεί, όπου ο κόσμος δεν έχει χώρο για τον άνθρωπο, κι όμως κάποιοι επιμένουν να υπάρχουν. Πληγωμένοι, σιωπηλοί, στιγματισμένοι, αλλά όρθιοι. Η γραφή της είναι κραυγή, αναφορά, μαρτυρία. Μια μορφή ψυχικής επιβίωσης. Δεν ενδιαφέρεται για τη λύτρωση. Δεν υπόσχεται έξοδο. Μονάχα να ακουστεί η φωνή εκείνων που δεν τους δόθηκε ποτέ μικρόφωνο.
Η ποίησή της-Πεζοποίηση γραμμένη σαν τηλεγράφημα- στον «Σάκο του Μποξ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός είναι ένας κινηματογραφικός μονόλογος. Σαν μικρού μήκους φιλμ με τα φώτα χαμηλωμένα. Ασθματική, κοφτή, χωρίς στίξη. Λες και φοβάται πως αν σταματήσει να γράφει, όλα θα σβήσουν. Κι ίσως έτσι είναι.
-«Η Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας» μοιάζει να φιλοξενεί μορφές που περιφέρονται ανάμεσα στη φαντασία, τη μνήμη και την ψυχική δοκιμασία — τι αντιπροσωπεύει για εσάς αυτή η Μητρόπολη και πώς γεννήθηκε μέσα σας;
Η «Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας» δεν είναι άλλη από την Αθήνα, που το «δραματικό της φως» όπως έχει πει ο Σβεν Νίκβιστ, ο διευθυντής φωτογραφίας του Μπέργκμαν, δεν υπάρχει πουθενά στον κόσμο. Είναι όμως, και όλες οι Μητροπόλεις της ανθρωπότητας, όπου οι άνθρωποί τους αφήνουν την ίδια κραυγή σε διαμερίσματα πολυκατοικιών, ακάλυπτους, δρόμους, κακοπληρωμένες εργασίες, μετρό και σούπερ μάρκετ. Που βιώνουν την ίδια απόγνωση. Την τεχνολογική απομόνωση. Και τη νέα μορφή βίας. Που ονομάζεται ψηφιακή. Στη «Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας» μπορείς να συναντήσεις αχτίδες ανθρωπιάς και απέραντη σκοτεινιά. Όσο για τον τίτλο της, είμαι επηρεασμένη από τα αναγνώσματά μου- της επιστημονικής φαντασίας- και ονοματίστηκε αβίαστα «Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας». Ως ο χώρος δράσης των ιστοριών των πεζοποιημάτων μου και ταξιδεύουν στο χωροχρόνο, συνήθως στο περιθώριο, των γηροκομείων. Των ψυχιατρικών ιδρυμάτων. Των κρατητηρίων. Των επειγόντων περιστατικών. Και των διαμερισμάτων. Που φωτίζει μόνο η τηλεόραση….
-Ο κόσμος που περιγράφετε μοιάζει με μελλοντική κοινωνία ή με μια αλληγορική εκδοχή του παρόντος; Ποια ανάγκη σας οδήγησε στη δημιουργία του;
Νομίζω πως είναι και τα δύο. Από τη μία πλευρά περιγράφω ένα μέλλον, που έχει φτάσει ήδη. Γιατί γράφω και πεζοποιήματα που αναφέρονται στο μέλλον. Όχι και τόσο καλό για τον άνθρωπο. Δίχως φύση. Ψυχρά τεχνολογικό και ελεγχόμενο. Μοναχικό. Ζούμε στην εποχή της Ανθρωπόκαινου, αδύναμοι να επηρεάσουμε τις εξελίξεις γιατί όλοι μας έχουμε παραχωρήσει αμαχητί στην εξουσία του ψηφιακού κόσμου τον εαυτό μας και τα δικαιώματά μας. Από την άλλη, αποτυπώνω την πραγματικότητα του παρόντος μέσα από τα δικά μου τραύματα και βιώματα. Από την εμπειρία της ζωής μου. Η ανάγκη μου να μιλήσω για αυτόν τον κόσμο είναι για να σώσω την ψυχή μου από τη λήθη και τη σιωπή. Στις οποίες καταδικάζεται κανείς όταν αντιμετωπίζει μια ολόκληρη κοινωνία με στερεότυπα και προκαταλήψεις. Απέναντι στις ασθένειες της ψυχής ή τη μικροπαραβατικότητα λόγω χρήσης ουσιών ή διαταραχών προσωπικότητας. Όλα μου τα ποιήματα τα έχω ζήσει. Δεν υπάρχει ούτε ένα- ακόμη κι αυτά που αναφέρονται στο μέλλον- Που δεν έχω ζήσει. Η ποίησή μου είναι βιωματική και μόνο βιωματική. Όλα τα παραπάνω βέβαια, υπόκεινται στην αποδοχή της συνθήκης του Χρόνου- παρελθόν-παρόν-μέλλον. Γιατί ας μην ξεχνάμε πως ο Χρόνος είναι μια ανθρώπινη επινόηση και πως ο κόσμος δεν γίνεται σύμφωνα με το Χρόνο, αλλά με τη σκέψη.
![]()
-Μου άρεσε πολύ η «Κραυγή στα Επείγοντα»
Στα Επείγοντα-Τραυματισμένος σαν τα άλογα του Πρώτου Παγκοσμίου-Που τρέχανε με έξω/τ’ άντερά τους-Στους λάκκους με τα βλήματα-Mε χειροπέδες-Και ξυραφιές απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια-Σπρωγμένος απ’ τους μπάτσους-Για το Γραφείο Κινήσεως-Και το Γραφείο των Γιατρών-Αλλ’ όρθιος-Ανάμεσα στους άλλους/ασθενείς-Και τα φορεία-Τους συγγενείς- Που τον κοιτάζουνε με οίκτο-Με μάτια σε αγωνία-Απέξω από την πόρτα/των γιατρών- Πατάει μια κραυγή-Που διασχίζει του κτιρίου την κρύα ησυχία- “Έτσι με κάνανε αδερφοί- Μέσα στο Τμήμα”-Και κάποιος-Του κόσμου Σίμωνας -Σηκώνεται- Όχι να του σηκώσει το σταυρό-Αλλά για να του δώσει ένα νερό-Στα Επείγοντα-Τραυματισμένος σαν τα άλογα του Πρώτου Παγκοσμίου-Που τρέχανε με έξω τ’ άντερά τους-Στους λάκκους με τα βλήματα-
· Η εικόνα του τραυματισμένου σώματος θυμίζει στρατιώτες σε πεδίο μάχης — τι ρόλο παίζει το σώμα στην ποίησή σας; Είναι φορέας τραύματος, μαρτυρίας ή αντίστασης;
· Συγκρίνετε τον ήρωα με άλογο του Πρώτου Παγκοσμίου — γιατί αυτή η αναλογία;
· Η κραυγή του τραυματισμένου σκίζει την ησυχία — τι ρόλο παίζει η φωνή του «ανώνυμου» ανθρώπου στο έργο σας;
Το σώμα στην ποίησή μου τις περισσότερες φορές, είναι φορέας τραύματος. Αλλά θα μπορούσε κάποιος να διακρίνει και στοιχεία μαρτυρίας. Αντίστασης είναι δύσκολο να το πω. Παρόλο που οι ήρωες μου είναι αντιεξουσιαστικές μορφές. Στο περιθώριο δηλαδή, τους έχει οδηγήσει αυτή η ρήξη. Για τους ήρωες των ποιημάτων μου όμως, η αντίσταση δεν είναι αυτοσκοπός. Τους έχει καταπιεί η Μητρόπολη και η κοινωνική και κρατική αναλγησία. Παλεύουν να επιβιώσουν. Με τον ήρωα του ποιήματος συναντήθηκα σε προσωπικά «τραβήγματα» στα Επείγοντα ενός νοσοκομείου. Η σκέψη πως μοιάζει με άλογο του Πρώτου Παγκοσμίου ήταν η πρώτη που μου ήρθε στο μυαλό όταν τον αντίκρισα. Ήταν βαριά κακοποιημένος από την Τάξη και την Ασφάλεια αλλά είχε μια περηφάνια. Όπως εκείνα τα άλογα στις μάχες του πολέμου. Τα Επείγοντα των νοσοκομείων μοιάζουν με πεδία μάχης. Η φωνή των ανώνυμων που καταγράφω, είναι για μένα ό,τι πιο σημαντικό. Αν δεν υπάρχει η φωνή τους δεν υπάρχει ποίημα. Τα ποιήματά μου υπάρχουν γιατί μεταφέρουν αυτές τις φωνές.
-Στο πεζογράφημα «Σπίτια στη Σελήνη» ο πιο μοναχικός άνθρωπος που έζησε στη Γη είναι ήρωας ή θύμα; Τον αναγνωρίζετε κάπου μέσα σας;
Η ηρωίδα επέλεξε να είναι μοναχική σε όλη της τη ζωή, δεν μπορούσε να αντέξει τον κόσμο της ανθρωπότητας. Δεν ξέρω λοιπόν, ούτε αν είναι ηρωίδα ούτε αν είναι θύμα. Είναι άνθρωπος στον κόσμο των ανθρώπων. Η συγκεκριμένη ηρωίδα γεννήθηκε μέσα μου όταν διόρθωσα στην εφημερίδα, όπου εργαζόμουν για χρόνια ως διορθώτρια, την αναγγελία μίας κηδείας όπου έγραφε- «Αύριο κηδεύουμε τον πιο μοναχικό άνθρωπο που έζησε στη γη» κι από κάτω, στους συγγενείς της, αναφέρονταν τα δύο αδέρφια και τα ανίψια της. Συγκλονίστηκα….Σε όλα μου τα ποιήματα αναγνωρίζω τον εαυτό μου. Και σε αυτό φυσικά. Είναι αρκετά τα χρόνια, που από επιλογή, ζω μοναχικά με τα δύο σκυλιά μου. Αποφεύγω τον κόσμο. Και βγαίνω σπάνια. Ο κόσμος της ανθρωπότητας με έχει τρομάξει πολλά χρόνια. Όπως λέει και ο Ουγκώ στον «Άνθρωπο που Γελά» και το έχω χρησιμοποιήσει ως προμετωπίδα στο δεύτερο βιβλίο μου «Κάθαρμα», «Η νύχτα είναι λιγότερο σκοτεινή από τον άνθρωπο»..
«Ο Χριστός στην τραπεζαρία ενός ψυχιατρείου»-Στην τραπεζαρία ενός ψυχιατρείου-Είμ’ ο Χριστός στο Δείπνο-Όχι τον Μυστικό-Αλλά με συνασθενείς-Στου φαγητού τις ώρες-Όχι με Ιωάννη αγαπημένο-Πέτρο που πριν αλέκτορα φωνήσαι-Τρις με απαρνιέται-Ούτε με καταραμένο Ιούδα-Κρασί μοιράζω-Δίνοντας νερό-Με κυπελάκια-Ψωμί μοιράζω-Τη διαλυμένη ψίχα-Και φαγωμένες κόρες-Απ’ των διπλανών τα πιάτα-Τρέχουν οι νοσηλευτές-Που ο Χριστός τα κάνει χάλια-Και οι ασθενείς ταράζονται-Σαν τον καπνό-Από μια ανάσα-Στην τραπεζαρία ενός ψυχιατρείου-Ειμ’ ο Χριστός στο Δείπνο-Όχι τον Μυστικό-Αλλά με συνασθενείς-Στου φαγητού τις ώρες».
-Η εικόνα του Χριστού με τους ασθενείς του ψυχιατρείου φαίνεται να ανατρέπει την παραδοσιακή θρησκευτική ερμηνεία. Όταν μιλάτε για τη «διαλυμένη ψίχα» και το «σπασμένο ψωμί», ποια είναι η σχέση σας με την έννοια της λύτρωσης σε αυτό το πλαίσιο;
Θα σας απογοητεύσω… Παρότι άθεη… Σκοπός μου δεν ήταν με αυτό το πεζοποίημα να ανατρέψω την παραδοσιακή θρησκευτική ερμηνεία, κι αν αυτό επιτυγχάνεται γίνεται κατά λάθος. Στο ψυχιατρείο όπου νοσηλευόμουν, συνασθενής μου, ο οποίος ήταν και μακροχρόνια νοσηλεία, πίστευε στην ώρα του φαγητού πως είναι ο Χριστός στον Μυστικό Δείπνο. Οι συνασθενείς γύρω του, πίστευε πως είναι οι μαθητές του, προκαλούσε την ταραχή, που περιγράφω, και δεν εγκατέλειπε ποτέ την τραπεζαρία. Ποτέ μου δεν θα τον ξεχάσω κι έχετε δίκιο. Με το ποίημα αυτό προσέβλεπα σε μία και μόνο λύτρωσή του. Η παρουσία του, ο ίσκιος του, να μη χαθεί στο χρόνο. Να αποκτήσει φωνή. Να γίνει ποίημα. Όπως αυτό επιδιώκω με όλες τις ηρωίδες και τους ήρωες των ποιημάτων μου.
-Τη γραφή σας την περιγράφετε ως «πεζοποίηση τηλεγραφήματος» — μια γραφή ασθματική, χωρίς σημεία στίξης, γεμάτη εσωτερικό ρυθμό και ένταση. Ποιο είναι το νόημα αυτής της ρυθμικής ακαταστασίας για εσάς;
Στην αρχή της διαδρομής ήταν ένα αναγκαίο μέσο. Η βαριά ψυχιατρική αγωγή με εμπόδιζε να συγκεντρωθώ στη στίξη. Η ενωτική παύλα αντικατέστησε τα σημεία στίξης. Ωστόσο συνειδητοποίησα, πως αυτή η γραφή, η ασθματική όπως την ονομάσατε εύστοχα, ή οι κοφτές ανάσες που έχουν πει εύστοχα άλλοι, ήταν αυτό που χρειαζόταν η ποίησή μου για να οικοδομηθεί και να εκφραστεί. Πως αυτή η ένταση που γεννιόταν από την απουσία στίξης, αλλά πανταχού παρούσας στις ιστορίες των πεζοποιημάτων σε κάθε στίχο, ήταν ένας εκρηκτικός μηχανισμός, που ήθελα να ενεργοποιώ. Κι αυτή η ρυθμική ακαταστασία, που επίσης εύστοχα εντοπίσατε, για μένα είναι η έκρηξη της συγκίνησης όλων αυτών των επιμέρους στοιχείων, που θέλω να προκαλεί η πεζοποίησή μου. Το νόημα είναι η συγκίνηση.

Συγκλονίζει του ΕΚΑΒίτη η φωνή-Τους πεθαμένους της ζωής μου- Τους βλέπω νύχτα ως ακροβάτης-Με διαλυμένο μηχανάκι- Έξω απ’ το δίχτυ- Μες το αίμα- Κι όπως ο εγκέφαλος σε δίνη- Με τους νευρώνες να ουρλιάζουν- Και την αμυγδαλή να σβήνει- Μαζί τους βρίσκομαι σε σπίτι-[..]
– Η εικόνα από το «διαλυμένο μηχανάκι» και του εγκεφάλου σε «δίνη» φαίνεται να δείχνει ένταση και σύγχυση. Τι ψυχικές καταστάσεις θέλετε να αποδώσετε με αυτή την εκρηκτική εικόνα;
Όπως προ είπατε, την ένταση και τη σύγχυση, την αγωνία και την αδρεναλίνη. Αλλά στο συγκεκριμένο ποίημα μεγαλύτερη σημασία για μένα έχει η αναφορά στην εμπειρία του τραυματικού σοκ. Όπου στον εγκέφαλο, που πεποίθηση μου πως είναι η ψυχή μας, στη δίνη του χτυπήματος, στη διαδικασία του ατυχήματος, προκαλείται στην ηρωίδα του ποιήματος ένα φευγαλέο όνειρο, λίγο πριν ο ΕΚΑΒίτης της μιλήσει για να της προσφέρει τις πρώτες βοήθειες. Μες τους νευρώνες να ουρλιάζουν. Και την αμυγδαλή να σβήνει. Ένα όνειρο ότι πέρασε στο θάνατο και ξαναγύρισε. Περισσότερο όταν το έγραφα κυριαρχούσε στη σκέψη μου, πως ο εγκέφαλος είναι η ψυχή μας. Γι’ αυτό ήθελα να μιλήσω.
–Οι ήρωές σας στέκονται πληγωμένοι αλλά όρθιοι, με φτερά δανεικά, λίγο πάνω απ’ τη φωτιά. Μπορεί η ποίηση, τελικά, να τους προσφέρει μια έξοδο;
Όχι, δεν μπορεί να τους προσφέρει έξοδο. Δυστυχώς, ελάχιστοι διαβάζουν και ασχολούνται με την ποίηση. Χαίρομαι απεριόριστα όταν τυπώνονται ποιητικές συλλογές κι ας μη διαβαστούν ποτέ. Κάποιοι και κάποιες πιστεύουν πως αυτό υποδηλώνει μόνο ματαιοδοξία, αλλά από την άλλη δεν σκέφτονται πως αυτό που τυπώνεται είναι ποίηση. Ας είναι και κακή ποίηση. Δεν είναι ούτε βία. Ούτε πόλεμος. Ούτε ενασχόληση με τη φθήνια και το συρμό. Αν ο κόσμος της ανθρωπότητας ασχολούνταν περισσότερο με την ποίηση και την τέχνη θα ήταν καλύτερος. Η μόνη έξοδος που υπάρχει για τις ηρωίδες και τους ήρωές μου είναι πως ακούγεται η φωνή τους. Δεν χάνεται στη λήθη.
-Στο έργο σας πρωταγωνιστούν άνθρωποι της διπλανής πόρτας — αποκλεισμένοι, τραυματισμένοι, ονειροπόλοι, ψυχικά ευάλωτοι. Τι σημαίνει για εσάς αυτός ο «αόρατος κόσμος» που καταγράφετε; Τον μεταφέρετε από μέσα σας ή τον συναντάτε στους δρόμους της ζωής και της πόλης;
Είναι άνθρωποι που συναντηθήκαμε στις εμπειρίες της ζωής μου. Υπάρχουν και στους δρόμους και τους τοίχους της Μητρόπολης, στα διαμερίσματα των πολυκατοικιών, και στους ακάλυπτους, αλλά οι δικοί μου ήρωες και ηρωίδες είναι βιωματικοί. Χωρίς αυτούς δεν θα υπήρχε η ποίησή μου. Κι αυτός ο αόρατος κόσμος είναι για μένα ο μόνος κόσμος που έχει σημασία να γίνει ορατός. Ο κόσμος του Αυτόφωρου-Ο κόσμος των Επειγόντων-Ο κόσμος των ψυχιατρείων.
-Πώς επηρέασαν οι σπουδές σας στη σκηνοθεσία τη γραφή σας; Βλέπετε τα ποιήματά και τα πεζογραφήματά σας σαν σκηνές ή μοντάζ εικόνων και ψυχικών καταστάσεων;
Η αγάπη μου για τον κινηματογράφο και οι σπουδές μου στη σκηνοθεσία-παρόλο που προσωπικά με ενδιέφερε μόνο το σενάριο από την ώρα που είδα το «Χιροσίμα Αγάπη μου» του Ρενέ σε σενάριο Μαργκερίτ Ντιράς, αλλά δεν υπήρχε τμήμα σεναρίου στη μόνη σχολή που υπήρχε στην Ελλάδα- έχουν επηρεάσει βαθιά την ποιητική μου εργασία. Η ποίησή μου είναι κινηματογραφική. Τα ποιήματά μου μπορούν να θεωρηθούν και μικρο-ιστορίες κι είναι πράγματι μονταρισμένα. Αυτό μου το έχουν πει και αναγνώστες σε παρουσιάσεις που έχω κάνει στο «Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» γιατί τη δεύτερη συλλογή μου λόγω πανδημίας δεν την παρουσίασα. Τα ποιήματά μου θυμίζουν μικρού μήκους. Έναν τύπο ταινίας που αγαπώ ιδιαίτερα. Πιστεύω πολύ στη συμπύκνωση και στην απλότητα. Όχι στο πλάτιασμα και στην απλοϊκότητα.Το λέω από μέσα μου όταν γράφω….. «Όχι στο πλάτιασμα και στην απλοϊκότητα».
-Τα σκίτσα που συνοδεύουν τα πεζογραφήματά σας φαίνονται να είναι κάτι παραπάνω από απλή εικονογράφηση — μοιάζουν να αποδίδουν την ατμόσφαιρα και την ένταση των κειμένων. Πώς προέκυψε αυτή η σύνδεση μεταξύ λόγου και εικόνας;
Στο «Σάκο του Μποξ» αποφάσισα να συνοδεύσω τα ποιήματα με κόμικς-κυρίως Μάγκνα- δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο τη μεγάλη μου αγάπη μου στο κόμικς, που ξεκινά από την εφηβεία μου, αλλά προσβλέποντας και σε αυτό που αναφέρατε. Μια σύνδεση με την ατμόσφαιρα και την ένταση των κειμένων. Νομίζω ότι αυτή η σύνδεση ήταν πετυχημένη γιατί δεν έγινε για εντυπωσιασμό, αλλά για να εξυπηρετήσει τη συλλογή και νομίζω πως αυτό το κατάφερε. Τα σκίτσα μοιάζουν κι αυτά να έχουν ξεπηδήσει από τη «Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας».
Σας ευχαριστώ βαθιά για την ποιότητα και την ευαισθησία των ερωτήσεών σας και θα ήθελα σε αυτό το σημείο να ευχαριστήσω τον Γιώργο Χρονά και τις Εκδόσεις της Οδού Πανός, που για τρίτη φορά- μετά το «Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» και το «Κάθαρμα»- μου έδωσε την ευκαιρία με τον «Σάκο του Μποξ» να περπατήσω στον αγαπημένο δρόμο των εκδόσεών του….









