Ο Nick Cave δεν γράφει τραγούδια, όπως γράφουν άλλοι συνθέτες. Αυτός, βλέπετε, γρατζουνάει με νύχια και με δόντια πόρτες παλαιών εκκλησιών, φέρετρα καταρεμένων εραστών, πρόσωπα εγκληματιών ενώπιον του Θεού, του οποίου η ύπαρξη κρύβεται πίσω από κουρτίνες βροχής, μα κατά κύριο λόγο την ψυχή του‧ ο Nick Cave βασανίζεται, μετεωρίζεται κι αμφιταλαντεύεται μεταξύ θανάτου και ζωής (Dalziell, 2009).

 

Έτσι πρέπει να δούμε τα ερωτικά τραγούδια του στο Κάλεσμα του Βαρκάρη (The Boatman’s Call) και συγκεκριμένα στο κομμάτι, Στην Αγκαλιά Μου (Into My Arms). Ας δούμε τους ακόλοθους στίχους από το εν λόγω τραγούδι:

 

«[…] πιστεύω σε κείνον τον Δρόμο

που μαζί θα περπατάμε γι’ αυτό τα κεριά σας αναμμένα κρατήστε [άγγελοι]

κάντε τον δρόμο της αγνό και καθαρό

για να γυρίσει

για πάντα και για πάντοτε

Στην αγκαλιά μου, Θεέ […]»

(Cave, 2007, σελ.275).

 

 

Η θρησκεία, η ενοχή, ο έρωτας είναι χαρακτήρες, τραγικά πρόσωπα που μπαίνουν σε μπαρ, πίνουν ένα ποτό και σου λένε τις ιστορίες τους, εσύ δεν θες να τις ακούσεις, αλλά δεν μπορείς να τις αγνοήσεις από την άλλη. Ο Θεός στον Nick Cave δεν είναι ο Πατέρας‧ είναι ο μεγάλος αδελφός που μας παρατά, που μας εγκαταλείπει, καθώς φθάνουμε στο κοσμικό κατώφλι της ενηλικίωσής μας (Hillcoat, 2005).

Στις Φονικές Μπαλλάντες (Murder Ballads) ο Nick Cave μελετά τον θάνατο ως πέρασμα από το βέβηλο, το βεβηλωμένο, το ακρωτηριασμένο προς την ποίηση‧ το σώμα των νεκρών θυσιάζεται για την ποίηση ως αισθητικό γεγονός και ως μια προσπάθεια μεταμόρφωσής του ή, μάλλον ανύψωσής του από την άβυσσο του θάνατου προς τις πύλες ενός ξεχασμένου Παραδείσου (Cave, 1997).

Ας δούμε τους στίχους από το τραγούδι, Εκεί που Φυτρώνουν Άγρια Ρόδα (Where the Wild Roses Grow):

 

«Την τελευταία μέρα την πήγα κει

που φυτρώνουν άγρια ρόδα

Ξάπλωσε στην πλαγιά, ο κλέφτης αγέρας την παίρνει στο φως

Και τη φιλώ για τελευταία φορά

και της λέω σιωπηλά: «Πρέπει να πεθάνουν όλα τα ρόδα

και κάθε όμορφια»

αλάργεψε σιγά και της φύτεψα στα δόντια της

ένα ρόδο»

(Nick Cave, 1996).

 

Ο Nick Cave γράφει σαν να έχει ζήσει 100 ζωές. Καμία δεν πήγε όπως θα ήθελε. Κι όμως συνεχίζει, κάθε στίχος του μια βραχνή ανάσα που στάζει ποίηση, αίμα και ρόδα. Ο Nick Cave ουρλιάζει μέσα από τα κόκκαλα των προγόνων του. Ο λυγμός του είναι το μουρμουρητό ενός θεού που παραιτήθηκε από την ιδιότητά του, που απαρνήθηκε τη Δόξα για να ζήσει τον Πόνο. Σαν τον Ιακώβ, παλεύει με έναν Άγγελο μέσα στη νύχτα — μα ξέρει πως θα χάσει. Το μόνο που ζητά είναι να μείνει ζωντανός αρκετά για να γράψει ακόμα έναν στίχο.

Στο Στην Αγκαλιά μου, ο ερωτευμένος ψάχνει τη σωτηρία. Δεν λέει «σ’ αγαπώ» — λέει «σε λατρεύω με την ένταση μιας κατάρας». Δεν προσκαλεί μια γυναίκα· προσκαλεί τον Θεό να μη την ακουμπήσει. Τον παρακαλεί να μην την καταστρέψει, γιατί κάθε τι που ο Θεός αγγίζει, λιώνει σαν το κερί μπροστά σε έναν άδικο ήλιο.

Ο έρωτας στον Cave είναι σκιά με μορφή γυναίκας, ένα φάντασμα με γόβες και βλέμμα απλανές που περνάει μέσα από τοίχους και καρδιές, αφήνοντας πίσω της άρωμα οπίου και εκρηκτική σιωπή. Κάθε φιλί του είναι απόπειρα ανάστασης. Κάθε βλέμμα της, μια υπόσχεση θανάτου.

Και μετά, Εκεί που Φυτρώνουν Άγρια Ρόδα. Εκεί δεν υπάρχουν πρόσωπα· υπάρχουν μόνο ενοχές με σώματα. Ο θάνατος έρχεται με ψίθυρους.Το ρόδο στα δόντια της νεκρής δεν είναι απλά ομορφιά – είναι ειρωνεία. Είναι το τελευταίο γέλιο του Θεού, που παρακολουθεί το ανθρώπινο δράμα από απόσταση, ανήμπορος ή απρόθυμος να παρέμβει (Pattie, 2010). Η αγάπη και ο θάνατος γίνονται ένα, αγκαλιάζονται σαν εραστές σε δωμάτιο ξενοδοχείου χωρίς έξοδο κινδύνου.

Εν τέλει ο Nick Cave γράφει όπως άλλοι προσεύχονται. Αλλά ο δικός του Θεός είναι σιωπηλός. Κι έτσι, εκείνος συνεχίζει — με το στόμα γεμάτο χώμα, με τη γλώσσα του να στάζει πένθος και προσευχές. Κάθε του τραγούδι είναι μια λειτουργία για τους καταραμένους. Ένα Πάσχα χωρίς Άγιο Φως.

Ο Nick Cave δεν ζητάει λύτρωση.

Ζητάει να θυμόμαστε.

 

 

 

********************************************************************************

Αναφορές:

Cave, Nick (1997), King Ink II, London: Black Spring.

–––––(2007), The Complete Lyrics 1978–2007, London: Penguin

Dalziell, Tanya (2009), «The Moose and Nick Cave: Melancholy, Creativity and Love Songs» στο Karen Welberry and Tanya Dalziell (επιμ.), Cultural Seeds: Essays on the Work of Nick Cave, Farnham: Ashgate, σσ. 187–201.

Hillcoat, John (2005), The Proposition, Century City, CA: First Look.

McCredden, Lyn (2009), «Fleshed Sacred: The Carnal Theologies of Nick Cave» στο Karen Welberry and Tanya Dalziell (επιμ.), Cultural Seeds: Essays on the Work of Nick Cave, Farnham: Ashgate, σσ. 167–86.

Pattie, David (2010), «Saint Nick: A Parallax View of Nick Cave» στπ Karoline Gritzner (επιμ.), Eroticism and Death in Performance, Hatfield: University of Hertfordshire Press, σσ. 224–241.

 

Διαδικτυακές:

Nick Cave. (1996). Where the Wild Roses Grow [Lyrics]. Nick Cave. https://www.nickcave.com/lyric/where-the-wild-roses-grow/