Ο «Σάκος του μποξ» έρχεται εννιά χρόνια μετά το «Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα» και πέντε χρόνια μετά το «Κάθαρμα», δύο ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν από τις εκδόσεις Οδός Πανός, προκάλεσαν αίσθηση κι έφεραν ανάμεσά μας μια πολύ ιδιαίτερη, ιδιοσυγκρασιακή ποιήτρια καλλιτέχνιδα, την Αλήτις Τσαλαχούρη, η οποία, πνεύμα φλεγόμενο και φύση ευαίσθητη κι άφοβη, δεν έμεινε (και δεν μένει) στην απλή μεταφορά λέξεων από το νου, το βλέμμα, τη διαίσθηση και την «ανάγνωση» του κόσμου στο χαρτί και στην οθόνη κι από ‘κει στην έκδοση βιβλίου.
Ποιήματά της έχουν μελοποιηθεί από τον Φίλιππο Τσαλαχούρη κι ερμηνευτεί από την Λένα Κιτσοπούλου, και στη θεατρική σκηνή από την Λουκία Μιχαλοπούλου.
Η Τσαλαχούρη, με σπουδές σκηνοθεσίας στη Σχολή Σταυράκου, κινείται κάπου στον κόσμο πολύ δίπλα μας, πετώντας με τα φτερά της ποίησης και παρατηρώντας την εποχή της / μας με ματιά διεισδυτική κι ευθύβολη -στον κόσμο που κυκλοφορούν κι όσοι φορούν φτερά δανεικά στην πλάτη για να πετούν λίγα μέτρα πάνω απ’ τη φωτιά του εδάφους παρακολουθώντας, στωικά αποδεχόμενοι κι επαναστατικά αρνητές, την ύπαρξη και εξάπλωση της επίγειας κόλασής τους, όπου ματωμένες πεταλούδες στροβιλίζονται πάνω από νεκρά λουλούδια και δέντρα από μπετόν, ανάμεσα σε σφαίρες, ματαιώσεις, ουρλιαχτά ασθενοφόρων, μνημόσυνα πόθων, όπου άγγελοι τσακισμένοι απ’ τον χρόνο συλλαμβάνονται και φυλακίζονται λόγω της φιλεύσπλαχνα ανθρώπινης δράσης τους.
Η Τσαλαχούρη γι’ αυτούς και γι’ αυτά γράφει, γι’ αυτούς και γι’ αυτά τραγουδά και υμνεί κι απαγγέλει. (Οι απαγγελίες των ποιημάτων της από την ίδια στο YouTube είναι εθιστικές, είναι σαν άγριο βουβό μεθύσι, είναι χάδι και γροθιά, είναι συστάδα άστρων στη μόνιμη νύχτα που μας κληρώθηκε, σχεδία αντοχής στην κοσμοχαλασιά, αγκαλιά και μαχαίρι, παρηγοριά και πικρή αφύπνιση).
Ανήσυχα κοινωνική – πολιτική – αιχμηρή – άμεση – εκρηκτική – οργισμένη – ανθρώπινη – καταγγελτική – καθρεφτίζουσα – ιλιγγιώδoυς ρυθμού η πεζοποίηση της Τσαλαχούρη (γραμμένη σαν τηλεγράφημα, όπως η ίδια την χαρακτηρίζει). Κι εδώ, στον πυρετώδη «Σάκο του μποξ» -μερικών ημερών και νυχτών κυκλοφορία, σταθερά από τις εκδόσεις Οδός Πανός- στην τρίτη ποιητική ανθολογία της Τσαλαχούρη, χωρίς σημεία στίξης, (τα κόμματα και οι τελείες αντικαθίστανται από μικρές παύλες -σύντομες ασθματικές ανάσες) χιονίζει ποιητικές ιστορίες που διαδραματίζονται σε μια / στη Μητρόπολη των Θαυμάτων και της Απελπισίας, στην καρδιά του κέντρου της /μιας μεγαλούπολης και πρωταγωνιστούν άνθρωποι της διπλανής πόρτας, της διπλανής πλατείας, του διπλανού δρόμου στρωμένου με χώμα εγκατάλειψης, άνθρωποι που η ζωή τους σέρβιρε απανωτά πικρά ποτήρια, τόνους άδικο κι αξημέρωτες νύχτες, άνθρωποι χαμένοι στις λεωφόρους των προσωπικών και συλλογικών τους δαιμόνων, αγρίμια σε διωγμό και σ’ αιχμαλωσία, άστεγοι, απόκληροι, επαναστάτες, άγγελοι με φτερά ψαλιδισμένα, σπουργίτια που συλλαμβάνονται γιατί τόλμησαν να ζητήσουν ένα ψίχουλο απ’ το ψωμί του κόσμου, κορίτσια που ήθελαν να γίνουν χορεύτριες, κορίτσια που μοιράζουν ποιητικές προκηρύξεις βαριάς μοναξιάς, ακροβάτες και νεκροί, Αγιάννηδες, ασθενείς ψυχιατρείων κι ασθενείς της καθημερινότητας.
Πρωταγωνιστούν αναμνήσεις που κολυμπάνε στη λήθη, παρουσίες στο μαύρο της απουσίας, γκρεμοί κρυμμένων ενοχών, καυτές άσφαλτοι εσωτερικής παγωνιάς. Ο πιο μοναχικός άνθρωπος πάνω στη Γη συναντά το παιδί του Σοπενχάουερ και την Κλέφτρα του Χρόνου που από μικρή κλέβει τον χρόνο μανιωδώς. Κι ο Χριστός μοιράζει οίκτο και άρτο στους συνασθενείς του. Εδώ και η βία πίσω από κλειστές πόρτες κι η βία στους δρόμους που γίνεται viral στο Tik Tok κι η συγκάλυψη αποφασίζει να αποτινάξει από πάνω της τις αλυσίδες. Το ποιητικό υποκείμενο παρατηρεί και καταγράφει, σπάει τη σιωπή, κρατάει αναμμένο πυρσό, βρέχοντας και χιονίζοντας βιώνει Τεχνητές Αναμνήσεις που ποτέ δεν βίωσε, μοιράζεται θλίψη – βουβά βλέμματα – τσιγάρα με αγόρια και κορίτσια σε ένα μπαρ ώρα ξημέρωμα, πιστεύει στο απόλυτο κενό και στην κοσμική σιωπή, ακούει μια εκκωφαντική κραυγή στα Επείγοντα, στέκεται στα σύνορα του χωριού των εγκαταλειμμένων σκύλων, τραγουδά με μαύρες νότες τ’ αδιέξοδα, τους άνισους αγώνες, τα γερασμένα χρόνια στην κόλαση, την φυλακή της καρδιάς, τα ενταφιασμένα παιδικά παιχνίδια και τους ρόλους, την Άτροπο μοδίστρα, μια φωτεινή αχτίδα, την κτηνωδία στο Αστυνομικό Τμήμα, το Τηλέφωνο του Ανέμου που οι συνομιλίες του ταξιδεύουν στο Σύμπαν και χτίζουν κληρονομιά Σπίτια στη Σελήνη και ζωντανεύουν τη μορφή της Μέριλιν να κερνά Nembutal σε ασημένιο δίσκο στον μαύρο ουρανό της Αϋπνίας και του Κανενός.
Η Τσαλαχούρη φέρει έναν ριζοσπαστικό ποιητικό λόγο βγαλμένο απ’ την καρδιά της Μητρόπολης των Θαυμάτων και της Απελπισίας που αποκτά σάρκα και οστά στο περιθώριο και στις λάσπες της. Εκφράζεται με την επιτακτική δύναμη / δυνατότητα του σώματος, της ψυχής, της φωνής της, του σήμερα και του καταδικασμένου αύριο. Πεζοποίηση (προφανώς) βιωμένη κι ενσαρκωμένη που βγαίνει από τα χείλη αθώων ενόχων αδικημένων κι η Τσαλαχούρη (που το τζάμι των συγκλονιστικών της ποιητικών αφηγήσεων θολώνει ονειρικά απ’ τις ανάσες του Μαγιακόφσκι ,της Κατερίνας Γώγου και της Μαργαρίτας Καραπάνου) παραμένει Υπέρμαχος των άστρων, ατρόμητη μα κι ευαίσθητη, τολμηρή κι οργισμένα τρυφερή, μπροστά στην υπερβατική αλήθεια, μπροστά στον κούφιο άξονα του κόσμου με όπλα της τις λέξεις νικώντας, κοιτώντας κατάματα ό,τι την ξεπερνά, ψιθυρίζοντας / ραπάροντας τους στίχους της που γράφει αλλοπαρμένα, μεθυστικά, δυνατά, ευαίσθητα, γήινα και ουράνια, χωρίς μέτρο, με επανάληψη της αρχής στο τέλος, χωρίς στίξη, με αίμα, με υγρασία στο μέτωπο, με μαινόμενη θάλασσα στα μάτια.









