“Σε αναζήτηση της αρρώστιας του κόσμου”
Αυτό το πρόσφατο βιβλίο του Κώστα Κουτσουρέλη με προβληματίζει σφόδρα. Ο ίδιος ο τίτλος ηχεί άκρως καταγγελτικός: Ταριχευτήριο Ευρώπη. Ο ταριχευτής είναι ο ποιητής. Μήπως όμως αυτός που ταριχεύει, αγαπάει την Ευρώπη; Γιατί ως να φτάσει στην «ταρίχευση», μετέφρασε πάμπολλους ποιητές της, τα διαβάσματά του είναι κατά το μάλλον και ήττον δυτικοευρωπαϊκά. Έτσι στρώθηκε ο δρόμος ως να φτάσει στην Ταριχευμένη Ευρώπη. Τι άλλαξε;
Ο κόσμος έχει εδώ και χρόνια –και μάλιστα ο δυτικοευρωπαϊκός– γείρει προς τη δύση του (έτσι κι αλλιώς η Δύση δεν πρέπει να δύσει κάποια στιγμή;) και ο Έλιοτ πριν πολύ καιρό είχε πει ότι ο πολιτισμός αυτός αυτοκτονεί. Όταν το έγραφε τον θεωρούσε από τη μεριά του χριστιανού. Γιατί έβλεπε οι πανανθρώπινες αλήθειες του Ευαγγελίου να τινάζονται στον αέρα (ήδη με τους δύο παγκόσμιους πολέμους και τον «ψυχρό» που ακολούθησε). Ο Κ.Κ. στην ποιητική του σύνθεση με τον ομώνυμο τίτλο γράφει:
ΠΕΡΠΑΤΩΝΤΑΣ ΑΡΓΑ ΣΤΗΝ ΠΡΟΚΥΜΑΙΑ
Κοιτάζω γύρω μου τους πεθαμένους
Ταριχευμένοι πάνε πάνω κάτω
Στιγμή δεν παύουν όντα κουρντισμένα
Σ’ ένα λιμάνι μισοβουλιαγμένο
Ντεκόρ για ειδύλλια και στο βάθος φάρος
Απέναντι το φρούριο επηρμένη
Σημαία στις επάλξεις αναμνήσεις
Dulce et decorum κάποτε ίτε παίδες
Τώρα προορισμός για αποδράσεις
Γδυτά Σαββατοκύριακα πακέτα
Αμμόλουτρων στον ήλιο all inclusive
Τα ρομποτάκια στη γραμμή σερβίρουν
Το άλλο πρόθυμο ρομπότ εσένα […]
Το ποίημα δεν έχει στίξη, φεύγει κρουνός, σε δεκατρεις σελίδες και ο ποιητής το ορίζει ως «εκτενή μονόλογο πάνω στην πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα αυτής της ηπείρου λίγο προτού εκπνεύσει το πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα». Μα δεν πρόκειται μονάχα για την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα, πρόκειται και για την κατάσταση των ανθρώπων. Φαίνεται πως οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, ο εξαμερικανισμός της μισής Ευρώπης, ο ψυχρός πόλεμος των δύο υπερδυνάμεων όπως λέγαμε παλιά, η έξοδος από αυτόν που πρόσφατα έγινε μάλλον εκ νέου είσοδος, ο πόλεμος Ρωσίας-Ουκρανίας αφού προηγήθηκε η α-νόητη επέκταση του ΝΑΤΟ ως το κατώφλι της Ρωσίας, η κατάρρευση των ιδεολογιών που το ψεύτισμά τους επιμένει να κυβερνάει, όλα αυτά φτιάχνουν το «σκηνικό» μέσα στο οποίο όρμησε λάβρος ο Κ.Κ. επιτρέποντας στον εαυτό του μια ελευθερία λόγων που φτάνει συχνά να γίνει κυνισμός ή σαρκασμός.
Θήρα γεωργία πτωματοφαγία
Τα τρία στάδια της Ιστορίας
Το τέταρτο δεν θα καθυστερήσει
Ο κανιβαλισμός […]
Το τελευταίο επίκειται. Μπορεί βέβαια το «επίκειται» να καθυστερήσει αρκετά. Εξάλλου, κατά τον Ντελέζ που εισήχθη και αυτός στα μονοπάτια της ελληνικής διανόησης, οι άνθρωποι κάποια στιγμή θα φύγουν μέσα σε είδος πλεούμενου «qui s’ aiment, qui se battent, qui se mangent» (εδώ ο κανιβαλισμός).
Ο Ρεμπώ είχε δηλώσει πως είναι voyant (βλέπων ή οραματιστής). Τα έβαψε όλα μαύρα, πέρασε την Κόλαση και επανήλθε (αν επανήλθε) σ’ ένα είδος χριστιανικού μυστικισμού (μοναχικό μυστικιστή, τον έχουν πει) – είναι βέβαιο; Το παιχνίδι με τον Σατανά έχει γοητεύσει πολλούς. Ο Ρεμπώ ήταν από αυτούς που το δήλωσαν, άλλοι το έκρυψαν. Και κάτι ακόμη: τα περισσότερα ποιήματα ο Ρεμπώ τα γράφει σε πολύ νεαρή ηλικία. Μέχρι τα είκοσι έχει ξεμπερδέψει με την ποίηση ή μάλλον κουβαλάει το μπέρδεμα έκτοτε μαζί του αφοσιωμένος σε άλλες δραστηριότητες. Ωστόσο ισχύει η διατύπωση του Στρατή Πασχάλη ότι για τον Ρεμπώ
«η ποίηση δεν μπορεί να παραμένει κάτι φιλολογικό, συνοδευτικό, ξένο τελικά προς τη ζωή, αλλά οφείλει να είναι άμεσο και ολοκληρωτικό βίωμα της ζωής»
(Arthur Rimbaud, Ένα ποίημα και πέντε επιστολές, απόδοση-παρουσίαση Στρατής Πασχάλης, Γαβριηλίδης, 2000.)
Η τρομερή εξέγερσή του κάλλιστα δικαιολογείται λόγω ηλικίας. Όλοι οι πιο ευαίσθητοι και ταυτόχρονα οι πιο εκτεθειμένοι συναισθηματικά και μάλιστα δυτικοθρεμένοι –στην περίπτωση εδώ μεγαλώνει ουσιαστικά χωρίς πατέρα– πραγματοποιούν το πήδημα στο κενό, δοκιμάζουν τα πάντα (ή περίπου τα πάντα) και κάποια στιγμή αναγκαστικά πέφτουν ξεροί. Πάντως μια από τις τελευταίες κουβέντες του είναι «να κατέχω την αλήθεια μέσα σε μια ψυχή και ένα σώμα» (Απρίλιος-Αύγουστος 1873).
Υπάρχει πριν τον Κ.Κ. λεγεώνα ολόκληρη που έχει καταγγείλει τον «πολιτισμό της βαρβαρότητας», διεισδύοντας πίσω από την βιτρίνα της γενικευμένης αστικοποίησης και αμερικανοποίησης (σχετικά πρόσφατα παρουσίασα το βιβλίο του Τσβάιχ Η ομογενοποίηση του κόσμου), της ανεξέλεγκτης βιομηχανοποίησης και της συστηματικής καταστροφής αυτού που το ονομάζουν «περιβάλλον» και που κανονικά λέγεται Κτίση.
Όμως, το χειρότερο είναι η τρομερή αλλοτρίωση του ανθρώπινου γένους που παραδίνεται σε μια απέραντη αποπροσωπία μεταμορφωμένη σε άκρατο ατομοκεντρισμό και δικαιωματισμό. Η προέλαση αυτή, που καταγγέλθηκε προπαντός από ποιητές (Μπωντλαίρ, Πόου, Τρακλ, Αρτώ, Λωτρεαμόν, Πάουντ, Έλιοτ, Σαραντάρης, Βρεττάκος, Σικελιανός, Καρούζος, Λεοντάρης, Λειβαδίτης, Μουντές – πάνω απ’ όλους βέβαια στέκει ο Παπαδιαμάντης ποιητής-συγγραφέας και μέγας «αντιστασιακός»), πήγε να καταπιεί τον κόσμο αφαιρώντας του κάθε ικμάδα γνήσιας γνώσης, γνήσιας σκέψης, γνήσιας αγάπης και γνήσιου συναισθήματος. Αυτοί οι ποιητές έστρωσαν το δρόμο σε αυτό που επιχειρεί ο Κουτσουρέλης μέσα στον ποιητικό του «μονόλογο», όπως τον χαρακτηρίζει ο ίδιος. Διαβάζω:
Είμαστε αυτό που δεν μπορεί να λιώσει
Ένα έκτρωμα της βιοϊστορίας
Τίποτα δεν διαρκεί παρά η ασχήμια
Το κάλλος ένα ατύχημα μονάχα
Ένα στατιστικό αδέξιο σφάλμα
Αμελητέο στον ρου της διαχρονίας
Η εξαίρεση που στέργει τον κανόνα
Ασχήμια εσύ ’σαι η μόνη αθανασία
Σε βλέπω αδιάκοπα περνάς δεν παύεις
Δεν σταματάς στιγμή πάλι και πάλι
Περνάς εμπρός μου σαν μια λιτανεία
Ηχείς μες στο μυαλό μου σαν κηδεία
Πρέπει να ειπωθούν πολλά. Πρώτα πρώτα αυτού του είδους την ασχήμια την γεννάει ένας πολιτισμός μηδενιστικός, που άρχισε πριν πολλούς αιώνες στραγγαλίζοντας τον βυζαντινό πολιτισμό δέκα αιώνων που υμνούσε το Κάλλος, τη Δικαιοσύνη, την Αγάπη και το κάλεσμα για μεταμόρφωση του ανθρώπου σε θε-άνθρωπο (αυτό είναι το βαθύτερο μήνυμα του Ευαγγελίου). Η ασχήμια αρχίζει από τον περιφερόμενο εσταυρωμένο Χριστό στις δυτικές εκκλησίες, όσο αυτές απομακρύνονται από την arte byzantina. Κι αυτό έγινε γιατί ομνύουν στη Σταύρωση χωρίς Ανάσταση. Αυτό προχώρησε και κατέκλεισε το σύμπαν για να φτάσουμε στο Ρεμπώ που έγραψε το στίχο:
Ένα βράδυ κάθησα την ομορφιά στα γόνατά μου
Και τη βρήκα πικρή. Και την καταράστηκα.
(Μια εποχή στην Κόλαση)
Όταν ωστόσο κατά κάποιο τρόπο υφίσταται μια «μεταστροφή», επανορθώνει γράφοντας:
Αυτά συνέβησαν. Και σήμερα, ξέρω να
Χαιρετήσω την ομορφιά
(Αλχημεία του Λόγου)
Ο Γιώργος Σαραντάρης στον απόηχο αυτών των στίχων γράφει:
Να φιλήσουμε την ομορφιά
Στα χείλη
Και στο λεπτό της φόρεμα.
(Της ομορφιάς)
Εδώ στους στίχους του Κ.Κ., η ασχήμια βασιλεύει. Έχει απλωθεί ο δυτικός πολιτισμός του κατακτητή ανθρώπου ώς τις εσχατιές της γης. Σαρώνεται η Κτίση απ’ άκρη σ’ άκρη και έρχεται ο Ιταλός Βίτο Μανκούζο στο βιβλίο του Ο δρόμος της ομορφιάς (μτφρ. Π. Υφαντής, Αρμός 2023,) να γράψει μιλώντας για την σχέση ομορφιάς, φύσης και ψυχής:
«Είμαστε πλασμένοι για την ομορφιά. Είμαστε πλασμένοι γι’ αυτήν επειδή είμαστε πλασμένοι από αυτήν, επειδή η ομορφιά ως αρμονία είναι αυτή που μας έφερε και μας κρατά στην ύπαρξη».
Ο Μανκούζο δεν μιλάει μονάχα για την αισθητική ομορφιά, μιλάει και για το αγαθό και την δικαιοσύνη, μιλάει για την βαθιά ριζωμένη στη φύση ομορφιά που βεβαίως εισχωρεί στην ψυχή και την καθιστά ικανή να γεννά συνακόλουθα κι αυτή ομορφιά. Ωστόσο, εμπειρία της ομορφιάς «χωρίς συντονισμό ανάμεσα στη φανέρωση του κόσμου και στον εσωτερικό άνθρωπο» δεν υπάρχει. Απαιτείται μια εσωτερική ελευθερία, που υπαγορεύεται από πνευματική εμπειρία, έτσι που ο άνθρωπος να μην υποτάσσεται στις συνθήκες ή τις ανάγκες του κόσμου. Αυτή του η ανεξαρτησία και ελευθερία του αυξάνει την αισθητική ευαισθησία. Μας καλεί να βγούμε έξω από βιολογικά και λοιπά κριτήρια χρησιμότητας ή συμφέροντος, ώστε να νιώσουμε τον κόσμο ως δώρο ομορφιάς και κάλλους.
Ο Κ.Κ. δεν ακολουθεί τέτοια μονοπάτια. Ωστόσο, η καταγγελία του για την κατάσταση του κόσμου, και ειδικά του ευρωπαϊκού, δεν αφορά μια αισθητική πραγματικότητα. Προχωρεί πιο μέσα εξ ου και η αναφορά του σε νεκρούς που περιφέρονται, σε ταριχευτήριο. Κάτι βρίσκει χαλασμένο στο βάθος, κάτι που δεν προδιαθέτει γόνιμες καταστάσεις στο μέλλον. Από μια ορισμένη σκοπιά τα τρία στα οποία αναφέρθηκε ο Μανκούζο υπάρχουν και σ’ αυτόν: ομορφιά, φύση, ψυχή: αλλά απούσες ή νεκρές.
Η «ποιητική» του εδώ συνάδει με ορισμένα σημεία από το κείμενό του για την τεχνητή νοημοσύνη. Διαβάζω:
«Σε μια τέτοια περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αυξανόμενου εργασιακού καταμερισμού, παραγωγικής εξειδίκευσης και εντέλει αποπροσωποίησης των τεχνών, τίποτε δεν αποκλείει προοπτικά το ενδεχόμενο οι τεχνητοί νόες του μέλλοντος να εκπαιδευτούν έτσι ώστε να μη λογοδοτούν διόλου στην ανθρώπινη ατομικότητα. Βεβαίως πρέπει να ειπωθεί, υπερατομικές μορφές τέχνης υπήρχαν ανέκαθεν. Το δημοτικό τραγούδι λ.χ. όλων των λαών είναι γέννημα της κοινότητας, μας ευρείας εθνικής ή πολιτισμικής συλλογικότητας, εξου και είναι ανώνυμο. Όμως, και πάλι αυτές οι μορφές τέχνης, εκπορεύονται και εξαρτώνται άμεσα από μια συλλογική δημιουργικότητα-πηγάζουν απ’ ότι παλιότερα αποκαλούσαμε εθνικό χαρακτήρα ή λαική ψυχή».
Και αμέσως θέτει το ζήτημα:
«Δεν ισχύει το ίδιο με την τέχνη την παραγόμενη από την τεχνητή νοημοσύνη. Ο αυτονομημένος υπερεπεξεργαστής του μέλλοντος λ. χ. θα είναι σε θέση να παράγει καλλιτεχνήματα και λογοτεχνήματα, των οποίων η θεματική και η μορφή θα αποφασίζεται ερήμην του ανθρώπινου παράγοντα, από έναν αλγόριθμο προρυθμισμένο κατά τις επιδιώξεις ενός κράτους, την προπαγάνδα ενός κόμματος ή τις ανάγκες μιας επιχείρησης. Στο τέρμα αυτού του δρόμου και για λόγους κόστους ή άλλους, είναι πιθανόν η κουλτούρα στο μέγιστο τμήμα της να γίνει αποκλειστικά μηχανογενής. Ο άνθρωπος δηλαδή να απωλέσει εντελώς το ρόλο του καλλιεργητή των τεχνών και να περιοριστεί στο ρόλο του καταναλωτή τους, όπως ακριβώς η μαζική αστικοποίηση τον αποξένωσε εντελώς από την αγροκουλτούρα, και από καλλιεργητής τροφίμων έγινε απλώς καταναλωτής της. Για να το πω με άλλη μεταφορά: ο άνθρωπος θα πάψει να είναι πομπός του καλλιτεχνικού σήματος, και θα γίνει απλώς δέκτης του».
Προσωπικά, πιστεύω ότι ειδικά αυτό το απόσπασμα είναι από τα πιο καίρια και ουσιαστικά για να δείξουν τι πρόκειται να συμβεί ή καλύτερα τι ήδη συμβαίνει. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι μονάχα οι αρνητικές επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης και των αλγορίθμων, είναι η όλη ανάπτυξη της τεχνολογίας η οποία κατά βάσιν εκτοπίζει την ανθρώπινη ύπαρξη και δη την προσωπική ύπαρξη.
Πριν χρόνια, ο Γάλλος Ζακ Ελλύλ έγραψε το σπουδαίο βιβλίο του Το τεχνικό σύστημα (μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Γιάννη Ιωαννίδη στις εκδόσεις Αλήστου μνήμης το 2012, πρώτη έκδοση στα γαλλικά το 1977). Εκεί ανάμεσα στα άλλα σημείωνε:
«Πρώτα πρώτα πρέπει να διακρίνουμε τα μαθηματικά –τα οποία αναπτύσσονται επαγωγικά, ξεκινώντας από αξιώματα και λειτουργούν με βάση αφηρημένα σύμβολα–από τις φυσικές επιστήμες (ή από τη Φύση), οι οποίες αναπτύσσονται σε μια εργαλειακή και υλική βάση με αφετηρία ένα τεχνικό σύνολο, το οποίο δεν είναι παρά υλοποίηση θεωρητικών σχημάτων. Η Τεχνική προηγείται και ταυτόχρονα έπεται της επιστήμης. Επιπλέον όμως βρίσκεται στην καρδιά της επιστήμης, η επιστήμη προβάλλεται στην τεχνική και απορροφάται από αυτήν, ενώ η Τεχνική αποτυπώνεται στην επιστημονική θεωρία.»
Όλες οι επιστήμες, καθότι έχουν γίνει πειραματικές, εξαρτώνται από την Τεχνική, διότι μόνο αυτή επιτρέπει την τεχνική αναπαραγωγή των φαινομένων. Η Τεχνική αναπαράγει αφηρημένα τη Φύση για να επιτρέψει τον επιστημονικό πειραματισμό. Από εδώ προκύπτει και ο πειρασμός να υποχρεώσουμε τη Φύση να συμμορφωθεί στα θεωρητικά μοντέλα και να την περιστείλουμε στο τεχνοεπιστημονικό τεχνητό σύμπαν. «Φύση είναι αυτό που παράγω μέσα στο εργαστήριό μου», λέει ένας σύγχρονος φυσικός» (ο. π. 178-179).
Αυτό το απόσπασμα περιγράφει τη διαστρέβλωση νοημάτων και σημασιών που επήλθε συν τω χρόνω (ερήμην της βούλησης των προσωπικών ανθρώπινων υπάρξεων) με κατάληξη τα όσα γράφει ο Κουτσουρέλης στο ποιητικό του βιβλίο και στο κείμενο για την τεχνητή νοημοσύνη. Υπήρξαν νόες οι οποίοι έχουν προειδοποιήσει για όλα όσα συμβαίνουν αλλά εις ώτα μη ακουόντων. Θα αρκούσε η φοβερή διατύπωση του Σπύρου Κυριαζόπουλου «το πείραμα είναι πείραγμα, πειράζουμε τη Φύση», δηλαδή την εξαναγκάζουμε να μας πει πράγματα για την Ίδια χωρίς να το θέλει, για να δείξει περί τίνος πρόκειται, μια θεώρηση που εμπεριέχει φιλοσοφική και θεολογική, άρα πνευματική αλήθεια, σύλληψη και αυτογνωσία.
Θα έφτανα να πω ότι ο Κουτσουρέλης τεντώνοντας την ποιητική του «έκσταση» στα άκρα θέλει να συναγωνιστεί την ταχύτητα (και την ασυδοσία;) των υπολογιστών και των ηλεκτρονικών συστημάτων που εξαφανίζουν κάθε αυθεντική πραγματικότητα, υποχρεώνοντας τα πρόσωπα –εννοώ τις προσωπικές υπάρξεις– να ακολουθούν τους ανεξέλεγκτους ρυθμούς των μηχανημάτων. Παρακολουθεί το στροβίλισμα του κόσμου, την εξέλιξη των κοινωνιών μέσα σε μια αχανή προοπτική που τη μεγεθύνουν –πάντοτε οριζόντια– τα ηλεκτρονικά συστήματα.
Δεν μπορώ να αφήσω απέξω μια αναφορά του στον Πλάτωνα για την ανακάλυψη της γραφής. Το λέει έτσι: «Ήδη ο Πλάτων στον καιρό του προειδοποιούσε ότι εξαιτίας της γραφής η ανθρώπινη μνήμη θα ατροφήσει». Να μου επιτρέψει να το τονίσω ακόμη περισσότερο. Η ανακάλυψη της γραφής, λέει ο Σωκράτης μεταφέροντας τα λόγια του βασιλιά Θαμούς της Αιγύπτου απέναντι στον θεό Θεύθ, θα κάνει τους ανθρώπους να ζουν με την ψευδαίσθηση ότι είναι σοφοί διαβάζοντας γραπτά άλλων και νομίζοντας ότι τα αφομοιώνουν, ενώ δεν θα προέρχονται από βαθιά εσωτερική τους αναζήτηση. Θα προκληθεί λήθη στις ψυχές, εφόσον οι ίδιοι οι άνθρωποι δεν θα φροντίζουν για την άσκηση της μνήμης τους μέσα από αυτούς τους ίδιους αλλά στηριγμένοι σε εξωτερικά σημεία των γραμμάτων. Θα νομίζουν ότι ξέρουν πολλά αλλά κατά βάθος θα αγνοούν την αλήθεια η οποία μέσα από εσωτερική αναζήτηση την βρίσκεις και όχι δοσμένη στο χαρτί-γραφή (Φαίδρος 275 b).
Και βέβαια θα πρέπει να ξέρει κανείς τι σημαίνει ψυχή στους Σωκράτη-Πλάτωνα για να καταλάβει τι λέγεται εδώ. Όλα όσα λέει ο Σωκράτης στον Φαίδρο συνδέονται με την παιδεία, με την τέχνη, με τη δικαιοσύνη, με την ομορφιά και με το Αγαθό. Οι κοινωνίες αυτές ζουν μακριά από όλα αυτά και μάλιστα η Ευρώπη, είπε πιο πάνω στο Ταριχευτήριο ο Κ.Κ. Άπλωσε την ασχήμια σε επίπεδο αθανασίας και όντως, αν σκεφτεί κανείς την επέλαση του φουτουρισμού και των αποδομήσεων που εισήλθαν στον κόσμο της Τέχνης από τότε που ο Ντυσάν εξέθεσε το «Ουρητήριο» (1917) και ο Γουώρχολ τις «Κονσέρβες Σούπας Κάμπελ» (1968), για να μην πούμε για την Αμπράμοβιτς τίποτα (1990 κλπ.), η ομορφιά έχει εξοριστεί και προωθείται το οτιδήποτε ως τέχνη και η κατάργηση των κριτηρίων.
Ο σημερινός άνθρωπος, Έλληνας ή Ευρωπαίος –ο Αμερικανός είναι άλλη περίπτωση– μέσα στην παραζάλη που ζει, μιας ζωής σχεδόν ά-σκοπης και α-νόητης (οι περισσότεροι δεν βρίσκουν ούτε Νόημα, ούτε Αλήθεια), μέσα στην παραζάλη που τον υποχρέωσαν να ζει οι ισχυροί της Γης, (όχι ντε και καλά οι πολιτικοί), μέσα σε μια ανελέητη πλουτοκρατία και τεχνοκρατία, με υψωμένη κάθε τόσο την απειλή ενός παγκόσμιου πολέμου με χρήση πυρηνικών, δεν βρίσκουν καιρό, διάθεση και επιθυμία να διακρίνουν πέρα από τις εξωτερικές εικόνες των πραγμάτων. Μα φαίνεται πως ούτε μπορούν να διακρίνουν τι επέρχεται, όπως το ζωγραφίζει το παρακάτω απόσπασμα του Κουτσουρέλη:
«Από τον θετικισμό του 19ου αιώνα, το αργότερο από τον φουτουρισμό, πολλοί συγγραφείς και καλλιτέχνες φαντάστηκαν την Μηχανή ως πρότυπο του ανθρώπινου βίου, κάποτε και ως ένα νέο ανώτερο ή ιδεώδες είδος απαλλαγμένο από το βάρος του άλογου θυμικού και των βιολογικών ενστίκτων, και καθοδηγούμενο αποκλειστικά από τη λογική των μεγεθών και των ψηφίων.
Η τεχνητή νοημοσύνη θα ενισχύσει αυτές τις τάσεις. Ήδη σήμερα, όταν μιλάμε για τεχνητή νοημοσύνη, και όχι λ.χ. για τεχνητό συναίσθημα, τεχνητή σάρκα ή τεχνητά ένστικτα κλπ., συρρικνώνουμε ασυναίσθητα το Ανθρώπινο στη διάνοια. Ανατιμούμε υπαρξιακά τις νοητικές λειτουργίες του εγκεφάλου και υποβαθμίζουμε όλες τις υπόλοιπες. Κατ’ ουσίαν, ταυτίζουμε τη ζωή με το λογιστικό τμήμα της ψυχής, για να θυμηθώ τον Πλάτωνα, και υποθέτουμε, χωρίς καμιά απόδειξη, ότι αυτό το τελευταίο είναι σε θέση να συνεχίσει να λειτουργεί επαρκώς σε έναν ακρωτηριασμένο βιωματικό κόσμο, χωρίς την ανάδραση του επιθυμητικού και του θυμικού. Ήδη σήμερα η τεχνική, όπου εφαρμόζεται εν εκτάσει, από τα εντυπωσιακά εφφέ του κινηματογράφου ως τον επιδεικτισμό της σύγχρονης αρχιτεκτονικής, πολύ συχνά οδηγεί σε έργα θυμικώς αποστεγνωμένα: άψογα στην εξωτερική τους μορφή, αλλά διανοητικοτραφή, ψυχρά και ασυγκίνητα. Η τεχνητή νοημοσύνη θα επιτείνει αυτή την τάση, εθίζοντας το κοινό ώσπου να αποδεχθεί σταδιακά ως τέχνη την τεχνολογία.» (ό.π.).
Φοβάμαι πως η περιγραφή είναι έξοχη και συνάμα φρικιαστική. Προσθέτω μόνο ότι όλα αυτά έχουν αρχίσει από καιρό και προχωρούν χωρίς καμιά ουσιαστική επίγνωση. Ισχύει ο στίχος του Καβάφη:
Ενώ εις την οδόν
έξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.
Έκανε λόγο πιο πριν ο Κ.Κ. για το «λογιστικό» του Πλάτωνα και για την αποκλειστικότητα που του δίνεται, παραμερίζοντας το «θυμικό» και το «επιθυμητικό». Ο Κουτσουρέλης θέλησε να υποτάξει το λογιστικό στα άλλα δύο γράφοντας το Ταριχευτήριο. Αποφάσισε να ξαναβρεί τον οίστρο προηγούμενης ποιητικής γραφής του (Γράμμα στον Οδυσσέα Ελύτη, Περισπωμένη 2014) και να επιχειρήσει κάτι σαν το «γκρέμισμα των ειδώλων» (Νίτσε) μέσα από μια γλώσσα θυμού (θυμικό) όπου περνοδιαβαίνουν στίχοι αυτοαναφοράς, εκτροχιασμοί νοημάτων, σαρκαστικές διατυπώσεις, συχνά ένας λεκτικός παροξυσμός που σε καλεί να εγκαταλείψεις κάθε νοητική τάξη και να αναζητήσεις την αρρώστια του κόσμου, της ζωής και της ύπαρξης σε μυστικότερα επίπεδα. Είναι βέβαιο ότι ο Κώστας Κουτσουρέλης αναζητεί εδώ έναν πηγαίο αυθορμητισμό, που τον χτίζει μέσα από περιπλανήσεις στο συνειδητό και το ασυνείδητο. Συχνά μια τέτοια περιπλάνηση φέρνει στο φως εικόνες μιας υγρής αισθησιακότητας, ενώ σε άλλα σημεία πέφτουν στο χαρτί καρικατούρες προσώπων – ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Πάουντ, η Ντίκινσον, ο Γκόττφρηντ Μπεν, ο Γκόγκολ μα δεν μπορούσε να λείπει ούτε ο Καρυωτάκης.
Δεν θα αναφερθώ στα άλλα μέρη του βιβλίου που περιέχει εκτός από το πολυσέλιδο «Ταριχευτήριο Ευρώπη», 100+2 ελεγειακά και σατιρικά ρουμπαγιάτ υπό τον τίτλο «Καμιά φωνή, και μια σειρά 27 ποιημάτων υπό τον τίτλο «Έλεγοι από τη Ρεματιά» χωρισμένα σε δύο μέρη, τους Καταλόγους και τις Παρλάτες. Γι’ αυτά, ίσως μια άλλη φορά.









