Διαλαλούσε

 

Διαλαλούσε, ψαλίδια

ακονίζω μαχαίρια.

Παλλόταν η φωνή,

στην ανταύγεια του ουρανού,

στο μυστικό πέρασμα του χρόνου

που ξεχωρίζει η αλήθεια απ’ το ψέμα.

Βραχνόλαλη φωνή, καθάρια,

το λαχάνιασμα του αέρα ξέπλενε

από κονιορτό, στάχτη και καταχνιά,

δίχως να πληγώνει

 

Ο λόγος του ανθρώπινος

διστακτικά βυθιζόταν

στην ασημένια κούπα του φεγγαριού,

και μαλάκωνε.

Ζεστό ψωμί γινότανε στο στόμα,

χούφτα ξανθού κρασιού στα χείλη,

γέλιο, φιλί, ονείρατα,

στου ήλιου το μυστικό τραπέζι

κι απάλυνε του μόχθου, τον βαθύ καημό …

 

***

Άρρητος αριθμός

 

Μια δικαιολογία έψαχνα, μια πρόφαση

τέλος πάντων κάτι

πριν η τελευταία ηλιαχτίδα χαθεί

και καταπιεί ολόκληρο το ηλιοβασίλεμα

η περιστροφή της γης.

 

Το πεσμένο μου σακάκι έσκυψα να πιάσω

από τις τσέπες του νότες τραγουδιών

αρμάθιασα,

τους ανθούς των λουλουδιών

από κάμπους, κήπους, γλάστρες

κόσμημα στο λευκό λαιμό

και στην κοιλάδα

του στήθους σου πρόσφερα

Άδικα

 

Βοήθεια ζήτησα

τη ροή να αναστρέψω της κλεψύδρας

ο χρόνος να κυλίσει ανάποδα

τον αντίλαλο

του βηματισμού της σκιά σου

να συναντήσω πάλι.

Ανώφελα

 

Το πεπρωμένο μ’ έφερε μπροστά

σ’ ένα καθρέφτη σκονισμένο

με βλέμμα θολωμένο τον ρωτώ

τον μυστικό αριθμό να πει

να σπάσω τον πανάρχαιο κωδικό

που αποκρυπτογραφεί

στο δαιδαλώδη των αισθήσεων λαβύρινθο

της σάρκας το άλγος και την ηδονή

 

Έχεις σπαταλήσει κάθε ρητό αριθμό

βραχνή φωνή βαθιά αναρριχώμενη ακούστηκε

δεν μπορείς πια να αναθεωρήσεις

ο αριθμός που αναζητάς είναι άρρητος

πουθενά δεν σ’ οδηγεί

ο χρόνος σου αμετάκλητος, στενός, πεπερασμένος

κι η αυγή απροσδιόριστα μουντή

Αυτός ο αριθμός είσαι εσύ,

ατέλειωτος, ανεξιχνίαστος κι ακατανίκητος.