Τοποθεσία: Θέατρο Art 63, 3ης Σεπτεμβρίου 63, Αθήνα / Ημερομηνία: Πρεμιέρα: Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου στις 21.00. Παραστάσεις: Δευτέρα, Τρίτη στις 21.00.

 

«Κόσμος γλεντάει και κόσμος πεθαίνει. Κόσμος γλεντάει την ώρα που κόσμος πεθαίνει. Η σαμπάνια ρέει στο γλέντι όπως το αίμα ρέει στους δρόμους. Αυτή είναι η εποχή μας»

Στον σύγχρονο κόσμο των αντιφάσεων, των αμφισβητήσεων και της διαρκούς προσπάθειας του ανθρώπου για την, κάθε είδους, επιβίωσή του το “Υπόγειο” (1864) του Φ.Μ. Ντοστογιέφσκι παραμένει μια αστείρευτη πηγή αναζήτησης και ανατροπής.

Η παράσταση “Παντβάλ* – Μια λοξή ματιά στο Υπόγειο” (*Υπόγειο στα ρωσικά) μέσω της αιχμηρής διασκευής της Ηλέκτρας Θεολόγη και της δυναμικής σκηνοθεσίας της Λίλλυς Μελεμέ έρχεται, από τις 10 Φεβρουαρίου, να αναδείξει τη σκοτεινή και αβυσσαλέα πλευρά της ψυχής του ανθρώπου, με τρόπο που δεν περιορίζεται στο παρελθόν αλλά αγγίζει με δύναμη το σήμερα.

Στο νέο θεατρικό χώρο Art63 8 ηθοποιοί, με τον Κώστα Βασαρδάνη στον πρωταγωνιστικό ρόλο, θα μας ταξιδέψουν στον λαβύρινθο του ψυχισμού, όπου η αναζήτηση για την αλήθεια συγκρούεται με την απελπισία, την αλαζονεία και τη μοναξιά.

Ένας Άνθρωπος, ένας ανώνυμος αντιήρωας, αυτοεξόριστος στο Υπόγειό του. Μοναχικός, οργισμένος, σαρκαστικός, βαθιά πληγωμένος, ευαίσθητος, οξυδερκής και ταυτόχρονα αθεράπευτα ειλικρινής, έρχεται σε μετωπική σύγκρουση με την πραγματικότητα και διεκδικεί μια σπίθα ζωής μέσα σε έναν κόσμο που τον συνθλίβει με τους κανόνες του. Προκαλεί με πείσμα την ψυχρή λογική, επαναστατεί ενάντια σε όλες τις συμβάσεις, ουρλιάζει επίμονα την ωμή αλήθεια του. Αμφισβητεί κάθε πλαίσιο που περιορίζει την ανθρώπινη φύση, μετατρέποντας το άτομο σε καλοκουρδισμένο γρανάζι μιας μηχανής που λειτουργεί ερήμην του, στερώντας του το ισχυρότερο όπλο: την φαντασία.

Ο Άνθρωπος του Ντοστογιέφσκι αναζητώντας την αυθεντικότητα, τολμά και αναποδογυρίζει την πραγματικότητα. Η ρεαλιστική ματιά συγχέεται με την φανταστική. Κόσμοι υπαρκτοί και κόσμοι ανύπαρκτοι ταξιδεύουν παράλληλα, υπό τους ήχους της πρωτότυπης μουσικής και των τραγουδιών της Ηλέκτρας Θεολόγη και του Andrea Libero Cito. Μια πολύχρωμη και πολυφωνική τοιχογραφία χαρακτήρων εισβάλλει ορμητικά στη σκηνή κι ενώνεται με την μοναχική φωνή του Ανθρώπου, που ψάχνει απεγνωσμένα νόημα στον αέναο υπαρξιακό ερώτημα:

«Και γιατί ταραζόμαστε; Γιατί κάνουμε τόσες ανοησίες; Και τι ζητάμε; Ούτε οι ίδιοι ξέρουμε. Κι αν όλα, όσα θέλαμε, τα αποκτούσαμε, πάλι θα υποφέραμε. Δεν έχουμε ιδέα τι θέλουμε».

 

 

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
[…] Από καιρό πια ζω έτσι – κάπου είκοσι χρόνια. Τώρα είμαι σαράντα χρονώ. Πρωτύτερα ήμουν στη δημόσια υπηρεσία, μα τώρα δεν είμαι. Ημουν κακός υπάλληλος. Ημουν βάναυσος κι έβρισκα σ’ αυτό ευχαρίστηση. Βλέπετε, δε χρηματιζόμουν κι επομένως, έπρεπε τουλάχιστο μ’ αυτό ν’ αποζημιώνουμαι. (Κα­κιά εξυπνάδα, μα δε θα τη διαγράψω). Την έγραψα, νομίζοντας, πως θα ‘βγαινε κάτι πολύ έξυπνο. Τώρα, όμως, που βλέπω κι ο ίδιος, πως ήταν μονάχα μια άθλια απόπειρα, από πείσμα δεν τη διαγράφω! Οταν στο γραφείο, που καθόμουν, πλησίαζαν οι ενδιαφερόμενοι για πληροφορίες, τους έτριζα τα δόντια κι ένιωθα αφά­νταστη ευχαρίστηση, όταν πετύχαινα να δυσαρεστήσω κάποιον. Πάντα, σχεδόν, το πετύχαινα. Οι ενδιαφερόμενοι, όπως είναι γνωστό, ήταν το πιο πολύ ταπεινοί ανθρωπάκηδες. Μα απ’ τους βαθμοφόρους ιδίως, δεν μπορούσα να υποφέρω κάποιον αξιωμα­τικό. Δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να συμμορφωθεί και βροντούσε απαίσια το σπαθί του. Μισόν ολάκερο χρόνο είχα πόλεμο μαζί του για κείνο το σπαθί. Στο τέλος νίκησα εγώ. Επαψε να το βροντάει. Αλλωστε αυτό συνέβηκε ακόμη στα νιάτα μου. Ξέρετε, όμως, κύριοι, ποιο ήταν το κυριότερο σημείο της κακίας μου; Μα αυτό ακριβώς ήταν όλο το ζήτημα, αυτό ακριβώς ήταν η πιο με­γάλη αθλιότητα, ότι εγώ κάθε στιγμή, ακόμη και τη στιγμή της πιο δυνατής οργής, επονείδιστα ομολογούσα στον εαυτό μου, πως όχι μονάχα δεν ήμουν κακός, μα μάλιστα, μήτε καν αγαναχτισμένος δεν ήμουν, πως μονάχα τα σπουργίτια φοβέριζα άδικα και δι­ασκέδαζα μ’ αυτό. Το στόμα μου άφριζε, μα αν μου φέρνατε μια κουκλίτσα, ή τσαγάκι με ζαχαρίτσα, καταπραϋνόμουν αμέσως, ακόμη μπορούσα και να συγκινηθώ, μολονότι ύστερα, ασφαλώς, θα ‘τριζα στον εαυτό μου τα δόντια κι απ’ την ντροπή θα βασα­νιζόμουν κάμποσους μήνες με αϋπνία. Αυτή ήταν πια η συνήθειά μου.

Είπα ψέματα, πρωτύτερα για τον εαυτό μου, πως ήμουν κα­κός υπάλληλος. Από την κακία μου το είπα. Απλούστατα, διασκέ­δαζα και με τους διαφόρους και με τον αξιωματικό, πραγματικά όμως, ποτέ δεν μπόρεσα να γίνω κακός. Κάθε στιγμή αναγνώριζα μέσα μου πολλά, πάμπολλα από τα πιο αντίθετα σ’ αυτό στοι­χεία. Αισθανόμουν, πως ολοένα κόχλαζαν μέσα μου αυτά τα αντίθετα στοιχεία. Ηξερα, πως σ’ όλη μου τη ζωή κόχλαζαν μέ­σα μου κι αποζητούσαν να βγουν έξω, μα γω δεν τ’ άφηνα, ξεπίτηδες δεν τ’ άφηνα, να βγουν έξω. Με βασάνιζαν επαίσχυντα. Μ’ έφερναν σε σημείο, που να με πιάνουν σπασμοί. Και στο τέ­λος τα βαρέθηκα. Πώς τα βαρέθηκα! Δε σας φαίνεται τάχα, κύ­ριοι, πως τώρα σα να μετανιώνω για κάτι μπροστά σας, πως σα να σας παρακαλώ για κάτι, να με συχωρέσετε;… Είμαι βέβαιος, πως αυτό σας φαίνεται… Μα, άλλωστε, σας βεβαιώνω, πως εμένα το ίδιο μου κάνει κι αν το φαντάζεστε αυτό…

Οχι μονάχα κακός δεν ήμουν, μα μήτε τίποτε δεν μπόρεσα ποτέ να γίνω, μήτε κακός, μήτε αγαθός, μήτε παλιάνθρωπος, μήτε τίμιος, μήτε ήρωας, μήτε έντομο. Και τώρα αποτελειώνω τη ζωή μου στη γωνιά μου, ερεθίζοντας τον εαυτό μου με την παρηγοριά, που δε χρησιμεύει σε τίποτε, πως ένας άνθρωπος με μυαλό δεν μπορεί στ’ αλήθεια να γίνει κάτι και πως μονάχα ο βλάκας κάτι γίνεται. Μάλιστα. Ο άνθρωπος του δέκατου ένατου αιώνα πρέπει να έχει κι έχει ηθική υποχρέωση, να είναι πλάσμα πιο πολύ χωρίς χαρακτήρα. Ο άνθρωπος που έχει χαρακτήρα, που είναι της δράσης, δεν μπορεί παρά να είναι πλάσμα εντελώς περιορισμένο. Αυτή είναι η σαραντάχρονη πεποίθησή μου. Είμαι τώρα σαράντα χρονώ, μα βλέπετε, τα σαράντα χρόνια είναι όλη η ζωή. Είναι τα πιο βαθιά γηρατειά. Να ζει κανείς πέρα από τα σαράντα χρόνια είναι ξετσιπωσιά, αθλιότητα, ανηθικότητα! Ποιος ζει πέρα από τα σαράντα; Αποκριθείτε ειλικρινά, τίμια. Θα σας το πω εγώ, ποιος ζει: οι βλάκες κι οι παλιανθρώποι ζουν. Θα το πω κατάμουτρα σ’ όλους τους γέρους, σ’ όλους αυτούς τους σεβά­σμιους γέρους, σ’ όλους αυτούς τους αργυρομάλληδες και μυρόπνοους γέρους! Σ’ όλο τον κόσμο κατάμουτρα θα το πω! Εχω το δικαίωμα να μιλώ έτσι, γιατί εγώ ο ίδιος θα ζήσω ίσαμε τα εξήντα. Ισαμε τα εβδομήντα! Ισαμε τα ογδόντα! Σταθείτε! Αφήστε με να πάρω ανάσα…

 

**********************************************************

ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗΣ

 

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ

Παίζουν (αλφαβητικά): Κώστας Βασαρδάνης, Χρήστος Δεστούνης, Ηλέκτρα Θεολόγη, Βασιλική Κούλη, Κατερίνα Μίχου, Γιώργος Μπανταδάκης, Βαγγέλης Σαλευρής, Νάσος Φρίγγης

 

Κείμενο: Φιόντορ Μ. Ντοστογιέφσκι

Διασκευή: Ηλέκτρα Θεολόγη

Σκηνοθεσία: Λίλλυ Μελεμέ

Κίνηση-Χορογραφίες: Χριστίνα Βασιλοπούλου

Μουσική-Τραγούδια: Ηλέκτρα Θεολόγη, Andrea Libero Cito

Σκηνογραφία: Εμμανουήλ Νικόλαος Συμιακάκης

Ενδυματολογία: Πελαγία Βουτζουλίδου

Σχεδιασμός Φωτισμού: Βαγγέλης Κάνδιας

Βοηθός Σκηνοθέτη: Λίνα Οικονόμου

Β’ Βοηθός Σκηνοθέτη: Μαρία Δράκου

Βοηθοί Σκηνογράφου: Ματίνα Κωστιάνη, Νεκτάριος Ράμιας

Κατασκευή Σκηνικού: Βασίλης Δαβίλλας

Βοηθός Ενδυματολόγου: Βάνια Αλεξάντροβνα

Κατασκευή Κοστουμιών: Έλενα Κορτσάγκινα, Βάνια Αλεξάντροβνα

Φωτογραφίες: Λίνα Οικονόμου

Γραφιστική Επιμέλεια: Μανώλης Γραμματικάκης

Έπαιξαν οι μουσικοί: Βιολί-Andrea Libero Cito, Πιάνο – Ιγνάτιος Δεδεμάδης, Τσέλο-Felipe Cervilla, Φλάουτο-Ηλέκτρα Γκίκα

 

Υπεύθυνοι Επικοινωνίας: Μαριάννα Παπάκη, Νώντας Δουζίνας

Παραγωγή: B.A.N.K. AΜKE