«Οι άνθρωποι βιάζονται να χορτάσουν ο ένας με τον άλλο, γιατί κοιτώντας τον άλλο βλέπουν μόνο τον εαυτό τους. Είναι μια αναμέτρηση δυνάμεων, μια κατακτητική επιδρομή με ημερομηνία λήξης. Η ένταση δεν αφορά τη λαχτάρα για ένωση αλλά τον περιορισμό του χώρου και του χρόνου που δίνεται. Έτσι, οι δύο ερώμενοι αποκλεισμένοι στις προσωπικές τους στενωπούς, με σαφή όρια συναισθηματικά και ψυχικά, μένουν στον προθάλαμο της αγάπης, εκεί δηλαδή που κατοικεί μόνο το παροδικό, ως πόθος και επιβεβαίωση μιας κάποιας σημαντικότητας. Το πεπερασμένο δεν θα αναχθεί ποτέ σε αιώνιο, ο έρωτας δεν θα γίνει αγάπη και ο χαμένος χρόνος θα μεταμορφωθεί σε τέλος οριστικό»
Η Ελένη Παπανδρέου είναι μια από τις πιο ξεχωριστές ποιήτριες που συνδυάζει τον λυρισμό και το φιλοσοφικό βάθος με την προσωπική και υπαρξιακή ανησυχία. Στη γραφή της, ο θάνατος, ο χρόνος, ο έρωτας και η ανθρώπινη ύπαρξη συμφύρονται με τρόπο που αναδεικνύει τις πιο βαθιές πτυχές της ψυχής. Μέσα από τις ποιητικές της συλλογές: «Ώρες» και «Επτά και μισή λύπη» ,που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ιωλκός, η Παπανδρέου μας καλεί να αναλογιστούμε τη φύση της ζωής και του θανάτου, την αλληλεπίδραση του ανθρώπου με τον κόσμο και τη διαρκή αναζήτηση του νοήματος, μέσα από μια συγκινητική και βαθιά συναισθηματική γραφή.
Mόνοι μας ερχόμαστε. Μόνοι μας φεύγουμε./ Κόσμος μπαίνει. Κόσμος βγαίνει. /Αδέρφια και μάνα και πατέρας/ και άντρας και παιδιά /και φίλοι καρδιακοί/ κι ο έρωτας/-πάντα ο έρωτας κρυμμένος στη γωνία./Δική μας μόνο η μοίρα./Κοιμάται στο μαξιλάρι μας,/τρώει απ’ τις σάρκες μας, ανασαίνει τις πνοές μας./ Με την πρώτη κραυγή φέρνει λύπες και χαρές/και ύστερα πάλι λύπες
![]()
– Η ποίησή σας χαρακτηρίζεται από έναν ιδιαίτερο λυρισμό, αλλά και από έναν φιλοσοφικό βάθος. Ποιες φιλοσοφικές επιρροές καθόρισαν τη σύνθεση των ποιημάτων σας στις «Ώρες»;
Οι «Ώρες» ξεκίνησαν ως ένα στοχαστικό ταξίδι επάνω στο θέμα του θανάτου με αφορμή την απώλεια του πατέρα μου το 2003. Πρόκειται για μία βιωματική κατάθεση, μια προσπάθεια εμβάθυνσης στα όρια της ύπαρξης. Επιστράτευσα τα πρόσωπα ενός πατέρα και μιας μητέρας σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, φιγούρες αλληγορικές κι όμως οικείες που στα φτερά τους συνάντησα τον αέναο χρόνο.
Όσον αφορά τις φιλοσοφικές επιρροές μου θα πρέπει να ομολογήσω πως πάντα στρέφω τη ματιά μου στην Ανατολή, εκεί που γεννήθηκαν οι μεγάλες θρησκείες και ταυτόχρονα τιμώ τον Πλάτωνα για την αέρινη διδασκαλία του. Οφείλω ευγνωμοσύνη στον Δάσκαλο μου Βάσο Βογιατζόγλου, δίπλα στον οποίο μαθήτευσα φιλοσοφικά και συγγραφικά.
-Παρατήρησα ότι τα περισσότερα ποιήματά δεν φέρουν τίτλο, εκτός από κάποια που τιτλοφορούνται «ΠΑΤΕΡΑΣ» και «ΜΗΤΕΡΑ» και φαίνεται να διαβάζονται ως μια ενιαία συνέχεια αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να διαβαστούν και ξεχωριστά. Μιλήστε μας για τη σύνδεση των ποιημάτων.
Η ποιητική συλλογή αρχικά δομήθηκε με τη μορφή εναλλασσόμενων μονολόγων ανάμεσα στον «ΠΑΤΕΡΑ» και τη «ΜΗΤΕΡΑ», αλλά αργότερα εξελίχθηκε σε μια πιο σφιχτή νοηματικά και εκφραστικά γραφή. Οι μονόλογοι μετατράπηκαν σε μεμονωμένα ποιήματα που διατηρούν την αυτονομία τους μέσα σε μια νοηματική συνέχεια. Ο «ΠΑΤΕΡΑΣ» είναι ένα πρόσωπο γήινο που ενσαρκώνει τη συντριβή, τον φόβο, τη λύπη, την αγωνία απέναντι στον θάνατο, ενώ η «ΜΗΤΕΡΑ» φιγούρα σχεδόν μεταφυσική, κινείται πέρα από τον χρόνο. Το ανθρώπινο και το υπερβατικό στοιχείο συνδιαλέγονται αποζητώντας φιλοσοφικά τη δικαίωση της ζωής. Σε μια πιο ελεύθερη ανάγνωση όλο το έργο είναι ένας εσωτερικός μονόλογος, ένας γρίφος που κλήθηκα να απαντήσω συνομιλώντας με τα πρόσωπα της ιστορίας μου.
-Στην ποίησή σας, ο χρόνος φαίνεται να αποτελεί κεντρικό θεματικό άξονα. Πώς ο χρόνος επηρεάζει την ποίηση σας;
Ο χρόνος είναι μια σύμβαση, μια παραδοχή για να μπορέσουμε να υπάρξουμε σε μία λογική συνεπαγωγή. Είναι η σκηνή επάνω στην οποία συντελείται το δράμα. Εμπεριέχει το πεπερασμένο αλλά ονειρεύεται το αιώνιο. Είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Είναι ένας κύκλος που οδηγεί στην αναγέννηση. Οι ήρωες μου πρέπει να πεθάνουν, για να κερδίσουν την αιώνια ζωή κι εγώ αφουγκράζομαι μέσω της γραφής τις συνθήκες μετουσίωσης τους. Στον «Μάταιο Αύγουστο» η αλλαγή των εποχών είναι ο ίδιος ο έρωτας που καθώς πεθαίνει «μας θυμίζει ν’ απλώσουμε τα χέρια/στο Ένα που γεννιέται/μέσα μας/και πάλι».
Στις «Ώρες» ο θάνατος διευρύνει τον χρόνο, για να χωρέσει τη ζωή, ομολογώντας «πως είμαστε φτιαγμένοι από τη σκόνη των άστρων/και λάμπουμε μες στο σκοτάδι της λήθης/ζητώντας να επιστρέψουμε στην ευτυχία που μας γέννησε». Στο «Επτά και μισή λύπη» η ροή της μέρας καθρεφτίζει τον εσωτερικό άνθρωπο που μας καλεί σε μια βόλτα «στη σιωπή των ψιθύρων/που γίνονται μία στιγμή/για δύο ψυχές/στην πόλη των πολλών». Σε κάθε περίπτωση παρακολουθώ τον χρόνο με το δέος ενός θεατή που προσπαθεί να μπει στο μυαλό του συγγραφέα.
-Η σχέση ανάμεσα στη Ζωή και το Θάνατο έχουν μια έντονη παρουσία στις «ΩΡΕΣ». Πώς βλέπετε την αλληλεπίδραση αυτών των δύο παραμέτρων στην ανθρώπινη εμπειρία;
Η ζωή δίνει νόημα στον θάνατο και το αντίστροφο. Ο θάνατος είναι ένας τεράστιος μεγεθυντικός φακός που εστιάζει σε ό,τι υπήρξε αληθινό στη ζωή. Μοναδικές αποσκευές μας είναι οι εικόνες από τα τοπία που χώρεσαν την ψυχή μας. Στο τέλος του χρόνου υπάρχει μια αίσθηση πύκνωσης. Όλα όσα ζήσαμε συρρικνώνονται σε ένα υπαρξιακό καταστάλαγμα. Γινόμαστε μόνο στιγμές και όλα τα πρόσωπα επιστρέφουν για να μας καλωσορίσουν σε μία άλλη μορφή συνειδητότητας. Ό,τι έζησε στο φως ανακουφίζει σαν νερό σε διψασμένα χείλη, ό,τι σύρθηκε στο σκοτάδι πληγώνει σαν μαχαίρι στο κόκκαλο. Με αυτή την έννοια ο θάνατος δικαιώνει τη ζωή και η ζωή δίνει ουσία στον θάνατο. Η κάθε μέρα είναι δυνητικά η τελευταία. Μόνο με αυτή την επίγνωση διεκδικούμε από τον ίδιο μας τον εαυτό τη ζωή που μας αξίζει.
Σαν βήματα που μετρούν τη ζωή./Σαν βιαστικοί οργανοπαίχτες/που πότε κατεβαίνουν τις σκάλες/με το σκληρό ρυθμό της λύπης,/πότε κρυφακούν από τις χαραμάδες του δωματίου/τον τραχύ θόρυβο του φόβου να κυκλώνει μικρούς, καθημερινούς ήχους,/μια σελίδα που γυρνάει, η κουβέρτα που μαζεύτηκε,/η ζωή που αναπνέει.
-Πώς οι μικροί, καθημερινοί ήχοι —όπως η σελίδα που γυρνάει ή η κουβέρτα που μαζεύεται— συμφύρονται με τις μεγαλύτερες δυναμικές της ανθρώπινης ύπαρξης, όπως η λύπη και ο φόβος;
Η αναμέτρηση με τον αποχωρισμό ενός αγαπημένου προσώπου είναι ένας αγώνας δρόμου. Μας καλεί να γίνουμε ένα πρόσωπο ηρωικό που συνυπάρχει με τα ασήμαντα στοιχεία μιας καθημερινότητας, καθώς εκείνη διογκώνεται για να χωρέσει τη λύπη των στιγμών που μας προσπέρασαν. Τότε η παρατήρηση γίνεται αιχμηρή, σχεδόν κοφτερή, εμπεριέχοντας την αγωνία μιας διεξόδου. Η λαχτάρα να πιαστείς από κάτι, προσδίδει μια αλλόκοτη δύναμη στα συστατικά στοιχεία -αντικείμενα, άνθρωποι, κινήσεις- που μας περιβάλλουν. Πρόκειται για μια κατάσταση εσωτερική. Όλα παγώνουν, καθώς ο φόβος καταπίνει κάθε έγνοια κι εμείς, συρρικνωμένοι σε μια γωνία του αλλοτινού μας εαυτού, παρακολουθούμε το δράμα να εκτυλίσσεται στην τεράστια οθόνη του μυαλού, με φόντο μια αποστεωμένη ελπίδα.
-Στις «ΩΡΕΣ», ο χρόνος φαίνεται να αμφισβητείται και να παρουσιάζεται ως κάτι αόριστο και ρευστό. Πώς επηρεάζει αυτή η προσέγγιση τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε τις έννοιες της ζωής και της ύπαρξης;
Μέσα σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου, εκεί δηλαδή όπου η αδιάλειπτη συνέχεια της ζωής δοκιμάζεται, ο χρόνος μοιάζει να δανείζεται την εσωτερική του σημασία από όλα όσα εμπεριέχει ως παρόν, αλλά και ως παρελθόν. Το τέλος του χρόνου είναι ένα κάλεσμα της μνήμης που μετουσιώνει πρόσωπα, καταστάσεις, στιγμές, συναισθήματα σε κομμάτια ενός κύκλου, ο οποίος παραμένει σταθερός στην ουσία του που είναι αγάπη. Είμαστε και θα είμαστε ό,τι αγαπήσαμε, ό,τι μοιραστήκαμε, ό,τι ζήσαμε. Η απαρχή του χρόνου απλά ορίζει συμβατικά την αρχή σε κάτι που δεν μπορεί να πεθάνει.
-Επιπλέον ο θάνατος σαν θέμα είναι καθοριστικός στην ποιητική σας συλλογή:
Μικρή ζωή,/μικρός θάνατος./Μεγάλες μόνο οι ώρες/που παραμονεύουν στο προσκέφαλό μας.
-Τι σημαίνει για εσάς η αντίθεση μεταξύ της «μικρής ζωής» και του «μικρού θανάτου»; Πώς οι «μεγάλες ώρες» που παραμονεύουν στο προσκέφαλό μας αποκαλύπτουν την αίσθηση του περάσματος του χρόνου και της αβεβαιότητας;
Περνάμε όλη μας τη ζωή θεωρώντας τον εαυτό μας και όσους αγαπάμε ως το επίκεντρο του κόσμου. Ζούμε σε μια εύθραυστη ψευδαίσθηση σημαντικότητας, η οποία διαλύεται σε ευθεία αναμέτρηση με τον θάνατο. Αυτή η αίσθηση της ασημαντότητας επαυξάνει μέσα σε ένα νοσοκομείο. Εκεί η ζωή στοιβάζεται σε ψυχρά φορεία που μεταφέρουν τον θάνατο, καθώς αδιάφοροι γιατροί και βιαστικές νοσοκόμες μεταφράζουν την ανθρώπινη υπόσταση σε ιατρικό περιστατικό. Το άδειο πλήθος μοιάζει με καταπακτή κι ο χρόνος μια μπάλα που διαστέλλεται κάτω από το αδυσώπητο φως του διαδρόμου. Φεύγουμε πάντα γυμνοί από κάθε τι βέβαιο και οικείο. Σχεδόν αόρατοι από τους πολλούς.

-Στη συλλογή σας «Επτά και μισή λύπη», ο στίχος «ένα κορίτσι κρατά στα χέρια την τάξη του κόσμου» παρουσιάζει έναν μοναδικό συμβολισμό. Τι σημαίνει αυτό το «κορίτσι» για εσάς και ποια η σημασία της «τάξης του κόσμου» που αναφέρετε;
Το κορίτσι εκπροσωπεί την παιδικότητα ως έκφανση ενός χαμένου παραδείσου. Τα παιδιά είναι σοφά. Είναι φτιαγμένα να αγαπούν και να αγαπιούνται. Ζουν σε έναν κόσμο αλήθειας ως προς τη σχέση με τον εαυτό τους αλλά και τον κόσμο. Η τάξη του κόσμου αναφέρεται σε αυτές τις εγγενείς αρετές της παιδικής φύσης, οι οποίες σταδιακά ατονούν κάτω από την ασφυκτική επήρεια κανόνων και υποδείξεων.
-Η λυρική σας γραφή χαρακτηρίζεται από μία έντονη ρυθμικότητα και μουσικότητα. Πώς ενσωματώνετε τον ρυθμό και τη μελωδία στη γραφή σας;
Η ποίηση είναι ξεσηκωμός, αντάριασμα και ταίριασμα. Είναι σώμα ζωντανό, μεταβαλλόμενο αλλά πάνω απ’ όλα παλλόμενο. Ο ρυθμός προϋπάρχει του κειμένου. Κοιμάται μέσα σε λέξεις που ονειρεύονται μια συνύπαρξη σχεδόν μεταφυσική. Είναι μια κίνηση εσωτερική, ένα κάλεσμα για μεταμόρφωση που οδηγεί πρώτα τον συγγραφέα και μετά τους αναγνώστες στην κρυφή συγκίνηση των νοημάτων. Αποζητώ την αρμονία, την αποκάλυψη των λεπτών αποχρώσεων των λέξεων, την ισορροπία μεταξύ ήχων, εικόνων και σημαινομένων. Ξέρω πως έχω φτάσει στον τόπο της αλήθειας του ποιήματος, όταν πια τίποτα δεν μπορεί να αλλαχθεί, γιατί όλα έχουν ειπωθεί.
ΚΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ/Για σένα μόνο/γυρίζει μέσα μου η γη/κι ο ουρανός ξυπνάει δίπλα μου./Ανοίγω τα μάτια. /Ούτε πνοή. /Ούτε ζωή./ Άλλος ένας θάνατος/θα έδινε νόημα στη μέρα τους./ Κάτι να συζητήσουν στη δουλειά/Κάτι να μοιραστούν στο σπίτι
-Στο ποίημα «ΚΛΕΙΝΩ ΤΑ ΜΑΤΙΑ», η σιωπή και η αίσθηση του κενού δημιουργούν μια έντονη αντίθεση με την επιθυμία για ζωή και νόημα. Πείτε μας περισσότερα…
Είναι η αντίθεση ανάμεσα στον εσωτερικό και τον εξωτερικό κόσμο. Στον εσωτερικό κόσμο κατοικεί η αγάπη για εκείνη, ως ολότητα, ως γη και ουρανός, ως πνευματική προέκταση της ύλης. Ο εξωτερικός κόσμος στον οποίο ο ήρωάς μου επιστρέφει, ανοίγοντας τα μάτια του, είναι κενός γιατί υπολείπεται νοήματος. Αρνούμενος να υπάρξει, ταΐζει με τον δυνητικό του θάνατο το κενό που έχει καταπιεί τους συνεπιβάτες του, προσωρινά και τον ίδιο. Παραθέτοντας τη δική του θνητότητα τους καλεί να αποκτήσουν συνείδηση της ύπαρξής τους. Είναι μάταιο. Κοιμούνται μέσα σε μια καθημερινότητα που τους καταβροχθίζει.
ΚΛΕΙΣΤΑ ΠΑΡΑΘΥΡΑ. Ο προθάλαμος μιας ευτυχίας βιαστικής./Αν ο έρωτας ήταν στιγμή/θα ξάπλωνε στο σημείο της προσμονής/λίγο πριν γίνει φιλί./Μα είναι κάτι λιγότερο./Είναι μια πιεσμένη ώρα/που ταξιδεύει ακυβέρνητη σε φλογισμένα μέλη/καθώς ανύποπτοι διαβάτες/ξεκινούν τη μέρα τους.
-Ο έρωτας, σύμφωνα με το ποίημα, είναι μια «πιεσμένη ώρα». Πώς συνδέεται αυτή η πίεση με την ένταση που προκαλεί ο έρωτας;
Ευτυχία είναι να αγαπάς και να αγαπιέσαι, να ενώνεσαι, να μεταμορφώνεσαι σε έναν καινούργιο εαυτό που, μέσα από το υπέροχο «εμείς», ανοίγεται στον κόσμο. Ο έρωτας, ως συνθήκη ύπαρξης, διεκδικεί, περισσότερο από κάθε τι άλλο, αυτή την ένωση. Υπάρχει πέρα από κάθε σύμβαση κοινωνική, συναισθηματική και χρονική, αφού οι ερωτευμένοι ζουν χωρίς συμβιβασμούς στο αιώνιο παρόν.
Υπάρχει όμως και η ναρκισσιστική εκδοχή του έρωτα. Οι άνθρωποι βιάζονται να χορτάσουν ο ένας με τον άλλο, γιατί κοιτώντας τον άλλο βλέπουν μόνο τον εαυτό τους. Είναι μια αναμέτρηση δυνάμεων, μια κατακτητική επιδρομή με ημερομηνία λήξης. Η ένταση δεν αφορά τη λαχτάρα για ένωση αλλά τον περιορισμό του χώρου και του χρόνου που δίνεται. Έτσι, οι δύο ερώμενοι αποκλεισμένοι στις προσωπικές τους στενωπούς, με σαφή όρια συναισθηματικά και ψυχικά, μένουν στον προθάλαμο της αγάπης, εκεί δηλαδή που κατοικεί μόνο το παροδικό, ως πόθος και επιβεβαίωση μιας κάποιας σημαντικότητας. Το πεπερασμένο δεν θα αναχθεί ποτέ σε αιώνιο, ο έρωτας δεν θα γίνει αγάπη και ο χαμένος χρόνος θα μεταμορφωθεί σε τέλος οριστικό.
-Αγαπητή κυριά Παπανδρέου η ποίηση σαν θεραπεία και παρηγοριά είναι μια θεματική που συναντάται συχνά στα έργα σας. Πιστεύετε ότι η ποίηση έχει θεραπευτική δύναμη για τον σύγχρονο άνθρωπο;
Η ποίηση είναι πράγμα ανάλαφρο, ιερό και φτερωτό, έλεγε ο Πλάτωνας. Η ψυχή θέλει να θυμηθεί την ουσία από την οποία είναι φτιαγμένη και δεν βρίσκει άλλο δρόμο από την αλήθεια και την ομορφιά. Η ποίηση, όπως και οι υπόλοιπες τέχνες, υπηρετώντας αυτές τις δύο αρετές, ουσιαστικά υπηρετεί την ψυχή, καθώς της ξυπνά μνήμες από τη δική της αλήθεια που διευρυμένη είναι η αλήθεια όλου του κόσμου.
****************************************************************************************************
Η Ελένη Παπανδρέου γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικές Επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς. Συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη Σκοτία και στην Ελλάδα. Το 2017 κυκλοφόρησε, από τις εκδόσεις Ιωλκός, η πρώτη της ποιητική συλλογή Μάταιος Αύγουστος (υποψήφια για το Βραβείο Ποίησης Αναγνωστών Public). Το 2019 ακολούθησε η δεύτερη, Ώρες (υποψήφια για το Βραβείο Ποίησης Αναγνωστών Public), η οποία μεταφράστηκε στα γαλλικά και το 2022 η τρίτη ποιητική συλλογή της Επτά και μισή λύπη. Φωτογραφίες, λογοτεχνικά και κριτικά κείμενά της έχουν δημοσιευθεί σ’ εφημερίδες και ηλεκτρονικά περιοδικά.









