Ποιοι νεκροί
Ζάρωσες τα φρύδια.
Σε λίγο θ’ απεμπολήσεις μύδρους
κατά παντός υπευθύνου.
Μα στονάρεις πολύ.
Για πόσο να δέσω άγκυρα
το κηροπήγιο του γραφείου ·
ένα μαύρο σκυλί με χαρούμενο στόμα
από κοφτερούς κυνόδοντες.
Το κάνω εικόνα
πως κατά πάνω σου πέφτει
μασουλώντας το χρυσό σκουλαρίκι σου
για να το απολέσει στο πηγάδι
που τρώνε οι Κρηναίες.
Χοροπηδώντας φτάνουν όμοιοι σου.
Τόσα χρυσαφικά στον πάτο της αβύσσου!
Πλουτίσαμε
υπό τον ήχο
των δερμάτινων παπουτσιών τους ·
τρίξιμο δοντιών
σε εφιαλτικό παραλήρημα.
Μέσα σε μαρμαρένια υποκαταστήματα
ανεπίσημων κοιμητηρίων.
****
Ρευστότητα
Η θεώρηση της ώρας
σάλια μωρό μου.
Όσο παίζεται το έργο
ο ένοχος αποδρά
από την καταδίκη του.
Σε μουσκεύει η βροχή των ανθρώπων
κι ύστερα τη φτύνουν απροειδοποίητα
τα σκοτεινά παρακαλετά
της μέρας σμέρνας.
Έφυγε αυτός.
Μείνε τώρα εσύ αλμπίνο
σε γη του καυτού ήλιου.
Δεν ήταν πρόβα το νησάκι του πόνου.
Ήταν δωμάτιο ψυχρό
σ’ αγκαλιάσματα σωτηρίας
με ξένους Ισαΐες.
Μείναμε ψίθυρος πικρός
σε γωνίτσα εκκλησιάς.
Σαν στρίψεις φοβισμένος,
να μ’ αγκαλιάσεις,
θες δε θες.
Σαν σε βατήρα να γύρευες
το πρώτο σου άλμα,
που μόνο του θα χάραζε
τον ορισμό του πάντα
του ποτέ
του τίποτα και του όλου.
***
Σαμπάτ
Σκονισμένα τραπέζια
και σπασμένα γυαλιά
ψόφησαν στις γωνιές.
Ένα φως σύρθηκε
κι οι μουσελίνες έτρεμαν·
νύφες του αίματος.
Τσιριχτά γέλια σκούζουν
σαν μαστίγια.
Θάβουν την προσευχή.
Ματιές στο χώρο
ενωμένες σαν καύτρες
χαράζουν την ημικρανία μου.
Τσαλακωμένα τα βουνά
κι οι σκλήθρες των ουρανών
στο ποτήρι.
Αθώο παιδί στα σκοτεινά
μην κλάψω.
Θα δείξω πυγμή και ανδρεία.
Γουλιά και θάρρος.
Γουλιά και σύνεση.
Τόσοι εαυτοί
ανεβοκατεβαίνουν μια σκάλα μπροστά μου.
Ένας τρελός ζητάει τσιγάρο
του δίνω
το πετάει.
Καμία σοδειά κι απόψε αγάπης.
Πού είσαι κι εσύ τώρα να ‘ρθεις;
***
Αθώος
Μερικές φορές πλαντάζω
με το πόσο ρητά με αγγίζεις.
Θύσανος νιώθω
κι εσύ μου θυμίζεις
τη σάρκα
που σάρκα δεν είμαι.
Δε φταις κι εσύ
που ονειρεύτηκες
έναν άνθρωπο.
***
Προσοχή στις Ιθάκες
Ρεσάλτο ξεκίνησες
με φλάμπουρα στο κατάρτι σου,
βαμμένα μάτια ερπετού.
Με βροντερή φωνή προστάζεις ·
τα χθεσινά,
τα τρέχοντα, το μέλλον,
όλα δικά σου για να ‘ρθούν.
Ψύχος στη ράχη μου
δαγκώνει την καρδιά μου
κι ο φόβος ενσαρκώνεται
σε δίπολο γινάτι.
Ένα γιατί αξιώνεσαι
Ιθάκες
κι ένα γιατί μου στέρησες
το ιδανικό
για έναν ήρωα κραταιό,
μα αθώο.
Πόσα ζητάς να σου χαρίσουν
και ας μην κόπιασες ποτέ
στις άκριες των γκρεμών
να τα γλιτώσεις · Όλα
όσα δεν πιάνονται.
Τα σμήνη των ουρανών μου
σε ξορκίζουν
σε γάστρα κοσμική να ξαναγεννηθείς,
πρώτα που σπέρνει το νερό
και ύστερα τη γη,
το διάνυσμα μας
χαράζοντας.









