Αφότου οι εξάρσεις της εθνικής συλλογικής μνήμης για το θλιβερό 1922 είχαν κοπάσει, η νέα καλαίσθητη και εκδοτικά προσεγμένη ποιητική συλλογή του βραβευμένου Μεσσήνιου ποιητή Δημήτρη Κοσμόπουλου Έθνος εξαιρετικά, που άπτεται της επετείου, ήρθε στο φως της δημοσιότητας μέσα στο 2023 από τις εκδόσεις Περισπωμένη. Σκόπιμη ίσως η καθυστέρηση εκ μέρους του ποιητή, υποδηλώνει την προσπάθειά του να κρατηθεί μακριά από τις τυμπανοκρουσίες και να αναδείξει τη δική του οπτική, τη δική του ιδιαίτερη σχέση με την εθνική μνήμη.

Πρόκειται για ένα έργο της ποιητικής ωριμότητας του Δημήτρη Κοσμόπουλου, η δισημία ή και πολυσημία του οποίου διαφαίνεται από τον τίτλο. Σ’ αυτόν ο πιο ηλικιωμένος αναγνώστης θα αναγνωρίσει μια παλιά μάρκα τσιγάρων και δεν θα διαψευσθεί, μια και στο εσωτερικό του βιβλίου κατατίθεται και η φωτογραφία του πακέτου. Ωστόσο μια πιο προσεκτική ανάγνωση του τίτλου από τους παλαιότερους και ταυτόχρονα η αποκρυπτογράφησή του από τους νεότερους οδηγούν στην πρόθεση του ποιητικού υποκειμένου να μιλήσει για ένα έθνος εξαιρετικό, γιατί αυτό τα έχει καταφέρει στην ιστορική διαδρομή του εξαιρετικά. Η λανθάνουσα όμως ειρωνεία παραπέμπει σχεδόν αυτοστιγμεί στον συνειρμό για τα «εξαιρετικά» του ελληνικού έθνους ως εξαιρετικές στιγμές πόνου, οδύνης, αίματος και θανάτου, συνυφασμένες με τραγικά γεγονότα της Ιστορίας του. Η συνομιλία ποίησης και ζωγραφικής –μια διακαλλιτεχνική προσέγγιση– με τα σκίτσα του Σπύρου Παπαλουκά Στρατιώτες (1921-1922) στο εξώφυλλο και στον κολοφώνα του βιβλίου, καθώς και η προμετωπίδα με τους στίχους του Νίκου Εγγονόπουλου: «γιατί πρέπει να έχει και ο στρατιώτης/ τα τσιγάρα του» θα τον βοηθήσουν να σκεφθεί την παρηγορητική χρήση του τσιγάρου και τη σχέση του με τη δύσκολη συνθήκη του πολέμου. Μια ακόμη ερμηνεία, που θα του αποκαλυφθεί κατά την πορεία της ανάγνωσης, είναι η υποβοήθηση του καπνού στη λειτουργία της μνήμης.

Στο μεγάλο κάδρο του ποιητικού βιβλίου, το οποίο δεν φέρει περιεχόμενα, προκαλώντας τον αναγνώστη σε διαδικασία συνεχούς αναζήτησης της ροής του νοήματος, κυριαρχεί το’ 22, η μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη το ελληνικό έθνος μετά την Παλιγγενεσία. Σαράντα από τα ποιήματα αντί για τίτλο φέρουν λατινική αρίθμηση, ενώ η ενότητα των έξι τελευταίων εμπεριέχει δύο ακόμη με λατινικό αριθμό, σε μια προσπάθεια να διαχωριστεί το παρελθόν από το παρόν του τόπου αλλά και να φανεί η αναπόφευκτα μέσω της μνήμης στενή σχέση μεταξύ τους. Λίγα είναι τα ποιήματα που φέρουν μετά τον αριθμό τους υπότιτλο και μάλιστα κάθε υπάρχων τέτοιος βρίσκεται σε αγκύλη. Ο συνδυασμός αυτός προσφέρει στον αναγνώστη ή την αναίρεση της επιλογής του ποιητή ή τον βοηθάει να αντιληφθεί την πορεία της σκέψης του.

Ο Κοσμόπουλος, μέσα από μια ποικιλία έκφρασης των φωνών της ποιητικής του αφήγησης, επιτυγχάνει την ανάπτυξη των νοημάτων της εν είδει φούγκας. Ως εκ τούτου το κομβικό ομότιτλο ποίημα της συλλογής ορίζει την κορύφωση του εθνικού δράματος με την καταστροφή του ‘22 στο κέντρο και περιφερικά την Αντίσταση, τον Εμφύλιο και την τουρκική εισβολή στην Κύπρο το ’74. Ταυτόχρονα το συνδέει με την εικόνα στην οποία μετεξελίσσεται «εξαιρετικά» το έθνος στις μέρες μας, αποτυπώνοντας φόβο και απογοήτευση γι’ αυτήν. Ο αναγνώστης θα αξιοποιήσει για την κατανόηση τόσο της δομής όσο και των νοημάτων όλους τους μουσικούς όρους των υπότιτλων. Περαιτέρω, με την ώσμωση μουσικών όρων, ποιητικών ρυθμών και μορφών αλλά και αφήγησης, θα σχηματίσει το παλίμψηστο της μνήμης των γεγονότων της σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας. Αυτό θα τον κινητοποιήσει συναισθηματικά και θα τον φέρει ακόμη πιο οδυνηρά αντιμέτωπο με το θλιβερό παρόν, όπως το ιστορεί η πένα του Κοσμόπουλου, λουσμένη με σαρκαστική θλίψη και απογοήτευση.

Στη σκιαγράφηση του πρόσφατου δραματικού ιστορικού παρελθόντος βρίσκεται άλλοτε ένας γέρος αφηγητής, σύμβολο της διαχρονικής πορείας του Ελληνισμού, άλλοτε ένας ανώνυμος στρατιώτης του ’22, ενώ συχνά ο ποιητής σχολιάζει. Με τη μεταπήδηση από ποίημα σε ποίημα παρουσιάζονται ανθρώπινες στιγμές και συνέπειες του πολέμου, στο ύφος των απλών ιστοριών που ακούμε από τους παλιότερους. Ο Δημήτρης Κοσμόπουλος με το ειδικό βάρος μιας δομικά σύνθετης στην κατάταξη ποιητικής αφήγησης πρωτοτυπεί, γιατί παραμερίζει εντελώς τα κεντρικά και γνωστά πρόσωπα που αναφέρονται σε όλες τις εκδηλώσεις της συλλογικής μνήμης, επιλέγοντας να φωτίσει τον ρόλο των αφανών, των ταπεινών και των ελασσόνων σε εθνικά τραύματα που επουλώθηκαν βίαια και σε ένα που παραμένει ανεπούλωτο. Ο ποιητής θυμίζει τον Θουκυδίδη, καθώς η φωνή του γέρου-αφηγητή στη θέση του Περικλή μας συνδέει με το μικρασιατικό μέτωπο, με την Κατοχή, την Αντίσταση και την Κύπρο.

Ο ποιητικός λόγος του Κοσμόπουλου εκπληρώνει έτσι ένα οφειλόμενο χρέος της Ιστορίας προς εκείνους που δεν γράφει το μεγάλο βιβλίο της, ένα requiem ή μνημόσυνο σε όσους απλούς ανθρώπους αγωνίστηκαν για μια μεγαλύτερη πατρίδα, για ένα ανεκπλήρωτο όνειρο το ’22, για τις πανανθρώπινες αξίες, με την ελευθερία πρώτη στην αξιακή κατάταξή τους. Οι ιστορίες αυτών των αφανών ανθρώπων έρχονται μέσα από τον καπνό του τσιγάρου τους που λειτουργεί ως καπνός της μνήμης και την οδηγεί μέχρι τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Εξαιρετικό είναι το ζωντάνεμα της μνήμης στα τρία πρώτα ποιήματα της συλλογής∙ ειδικότερα καθώς οι ίσκιοι των νεκρών ανταποκρίνονται σ’ ένα ιδιάζον προσκλητήριο, ίδιο με θρόισμα φύλλου στο ποίημα [Χειμωνιάτικο]. Συχνά επανέρχεται σε αρκετά ποιήματα η χλαίνη, εξαιρετικό σύμβολο ηρωισμού, αίματος, θανάτου, ταύτισης με μια ολόκληρη εποχή, με μια δεκαετία πολέμου από το Μπιζάνι το ’13 ως το ’22 και μετά το 1940, «απ’ του θανάτου φέγγος κρυφά λαμπρυσμένη».

Ο ποιητής ακούει επίσης τον γέρο-αφηγητή να του μεταφέρει πληροφορίες από κατοπινές πικρές στιγμές της ελληνικής πραγματικότητας, όπως η μετανάστευση, η ξενιτιά, το μπάρκο στα καράβια, ενώ στο ποίημα «[δίκην προοιμίου]» μιλάει για τις ψεύτικες του έθνους προσδοκίες: «κοκκινίζουν μῆλα οἱ ἐλπίδες τῶν παιδιῶν καί τῶν χαμένων», γιατί «προλᾶβαν οἱ γεννήτορες πικρή μιά κλήρα». Ταυτόχρονα με τις αφηγήσεις και την πικρή αίσθηση που αφήνουν αυτές για όσα συνέβησαν στους άγνωστους στρατιώτες της Μικρασίας, υποβόσκει ο κίνδυνος για την απώλεια της πρόσφατης ιστορικής μνήμης (’22, ’40) από τους νεότερους Έλληνες. Μια τραγική διαπίστωση του ποιητή: «Πίνδος, Βελούχι, Ἄγραφα, Λιοπέτρι, Πέργαμος. / Τά ἐγγόνια σας θά λένε “οὔτε ξέρω, οὔτε τούς εἶδα πουθενά”», κι ας έχουν περάσει μέσα στη σιωπή νύχτες αγρύπνιας, σφαγές, ας έζησαν εξορίες, ας θρήνησαν μάνες που έχασαν παιδιά σε πολέμους, εξορίες, ακόμη και σε ναυάγια για τον επιούσιο, ας προδόθηκαν όνειρα.

Η φούγκα του Κοσμόπουλου συνεχίζει να κορυφώνεται απογοητευτικά και για το σύνολο του κόσμου: «ο κόσμος κολυμπάει στην γκριζάδα κρύου κρεματορίου». Τελικά ταυτόχρονα με το ιδιότυπο προσκλητήριο νεκρών, οι οποίοι μοιάζουν με Ακρίτες και Κλέφτες, και με τις δραματικές αφηγήσεις τους για την τύχη των δικών τους ανθρώπων, ο ποιητής εκφράζεται με δυσμένεια και θλίψη για την Ελλάδα του καιρού του και για την έκπτωση των αξιών, καθώς την αποτυπώνει στη συνομιλία μαζί τους. Η εν λόγω ποιητική συλλογή του Δ.Κ. περιέχει λυρικά, δραματικά και αφηγηματικά στοιχεία, με εναλλαγές ανάμεσα στην καθαυτό αφήγηση, τον μονόλογο, τον διάλογο, την εναλλαγή ανάμεσα σε σύντομους και πιο εκτεταμένους στίχους, τον ρυθμικό ομοιοκαταληκτικό ιαμβικό στίχο αλλά και τα πεζοποιήματα, τις ημερολογιακές καταγραφές και τα πειραγμένα σονέτα. Οι επιρροές από το δημοτικό τραγούδι είναι ορατές, ενώ κυριαρχεί η σολωμική ατμόσφαιρα, συχνά μάλιστα στα σημεία όπου ο ποιητής εκφράζεται με εκκλησιαστικές κυρίως και θρησκευτικές αναφορές, τις οποίες συνηθίζει στη συνολική ποίησή του και που αποτελούν χαρακτηριστικό της.

Ο Κοσμόπουλος αξιοποιεί επίσης αφομοιωτικά την κληρονομιά της παλαιότερης ποίησης και με τα διακείμενά του -έστω και με λέξεις- αναφέρεται στον Αλεξάνδρου, τον Καββαδία, τον Αναγνωστάκη, τον Σεφέρη, τον Σινόπουλο, ενώ η ποίηση και η ποιητική του Ρίτσου και του Ελύτη είναι επίσης εμφανέστατες. Τα ποιήματα συχνά παρουσιάζουν μια θεατρικότητα οφειλόμενη στην εναλλαγή των προσώπων. Γενικότερα χρησιμοποιεί όλα τα πρόσωπα, από το α΄ ενικό, επιτυγχάνοντας την προσωπική εμπλοκή, μέχρι το α΄ πληθυντικό, με το οποίο συμπαρασύρει όλους στην άποψή του κινητοποιώντας τους συναισθηματικά. Αξίζει να σημειωθεί η απροκατάληπτη χρήση της γλώσσας στη διαχρονία της, με έμφαση σε τύπους που χρησιμοποιούνταν την εποχή των γεγονότων, ενώ δεν υπολείπονται οι εικόνες, οι συμβολισμοί, η μεταφορικότητα και τα παίγνια των παρηχήσεων.

Ο Κοσμόπουλος αν και επιχειρεί έναν θρήνο, έναν ύμνο και έπαινο για τους πρόσφατους αγώνες του έθνους φωτίζοντας το μικρό κάδρο της Ιστορίας, αποφεύγει τη λαγνεία του παρελθόντος. Προσανατολιζόμενος στο παρόν και στο μέλλον του τόπου, ανησυχεί για την ευτέλεια των αξιών, την παρακμιακή αισθητική στη διασκέδαση και την έκπτωση στις εκφράσεις της σύγχρονης ζωής.

Εν κατακλείδι, στο παρόν και πλέον ώριμο ποιητικό έργο του ο Δημήτρης Κοσμόπουλος, με την εύστοχη σύνδεση όλων των τραυματικών γεγονότων της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας, επιτυγχάνει να τονώσει με πρωτοτυπία τη συλλογική μνήμη αλλά και να δώσει εύστοχα και ποικίλα πολιτικά και κοινωνικά σχόλια, τόσο με έλλειψη μελοδραματισμού για το παρελθόν όσο και με δικαιολογημένο φόβο για το μέλλον.

 

 

 

 

*Η Αντωνία Παυλάκου γεννήθηκε και ζει στην Καλαμάτα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο ΕΚΠΑ και κατέχει τον μεταπτυχιακό τίτλο «Νεοελληνική Γλώσσα και Φιλολογία» από το Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Αφυπηρέτησε από τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση μετά από 32 χρόνια ως διευθύντρια του 1ου Γυμνασίου Καλαμάτας. Ασχολείται με τη συγγραφή, τη βιβλιοκριτική και την επιμέλεια κειμένων. Κριτικές, άρθρα, διηγήματά της και άλλα κειμενικά είδη έχουν φιλοξενηθεί σε μεσσηνιακές και αθηναϊκές εφημερίδες, σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, στις συλλογικές επετειακές εκδόσεις της Ε.Μ.Σ. για το ’21 και το 1922 και στις Μεσσηνιακές Δημιουργίες (τόμ. Ε’, ΣΤ’, Ζ’, Η’). Συμμετείχε με διηγήματά της στα συλλογικά έργα: 1821: Μέσα από τη ματιά σύγχρονων συγγραφέων (2021) και Λεοπαρδάλεις στον ναό (2021). Εξέδωσε το βιβλίο με διηγήματα Όρια και ρήξεις (2023).