ΑΝΑΚΑΤΑΣΚΕΥΈΣ

Σε λίγο δεν θα λείπει τίποτα.
Ολόκληρες θα είναι οι σελίδες της άλλης εποχής
μόνα τους θα γράφονται τα ξεθωριασμένα λόγια
μόνα τους θα μεγαλώνουν τα κομμένα πόδια
πολέμους σέρνοντας
κι εσύ όνομα θα αλλάξεις
και σχήμα και μορφή
κι εγώ θα έχω ξεχάσει να συμπληρώνω
θα έχω προηγηθεί των καταλήψεων
ημέρα αργία
ώρα αυριανή.

Σε λίγο δεν θα λείπει κανείς.
Ολόκληρα θα είναι τα χρόνια της μετάβασης
σε άλλα μάτια, άλλα σώματα
κι εκεί
στο βάθος μιας μικρής νοσταλγίας
θα περνάνε λευκοφορεμένες
οι πρώτες μας συγγένειες.

**

ΕΤΕΡΟΧΡΟΝΙΣΜΟΊ

Και τώρα που ξεκουράζομαι
στη σκιά των πράσινων βράχων
τώρα που κανένας ήλιος
δεν απειλεί τους χειμώνες μου
τώρα που τα νερά στάζουν δίπλα μου
κι εγώ γελάω σωσμένη και στεγνή
τι μου κόβει την ησυχία,
καιρό έχω να μιλήσω
από πού έρχεται η φωνή μου ζωντανή
στα βράχια τη σκότωσα κάποτε περιμένοντας
τώρα από πού έρχεται.
Θα πληρώσουν οι συλλέκτες της αναγέννησης
τη βαθιά τους άγνοια
απρόσεκτα να ξεθάψουν τη φωνή μου
φονεύοντας τους ανέμους
που τη φυλάκισαν.

**
ΥΠΌ ΈΛΕΓΧΟ

Πέτρινες σκεπές κάτω από τα πόδια μου
ανυποψίαστη αφήνω πάλι ίχνη βάρους·
οι άγρυπνοι ακούνε
δειπνούν τα πρωινά
ξυπνάνε τα μεσάνυχτα
οι άγρυπνοι ζουν στα υπόγεια
κουμπώνουν στα σώματα τις σκιές τους
να κουβαλάνε τις νύχτες τους στο φως.
Άλλη μια μέρα συμπληρώνει
καθώς πρέπει τον χρόνο της.

 

**
ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΈΣ ΠΡΟΜΉΘΕΙΕΣ

Περνάω τακτικά από ανακαινίσεις.
Μαζεύω υπόγεια με λόγια θαμμένα
γκρεμισμένα μπαλκόνια
με φωλιές χελιδονιών
σκελετούς ονείρων ελευθερώνω
τιμές αποδίδω σε πνιγμένες ανάσες
στον κρυμμένο μου κήπο
τοποθετώ μνημεία στη σειρά.

Κάποιος είπε πως προηγήθηκα
κάποιος έμαθε πως θα ξανάρθω
κάποιος πέρασε από τον διαλυμένο μου χρόνο
και σκόρπισε στον άνεμο τα πρώτα λόγια
κάποιος έσκαψε βαθιά
και δυο χέρια χωμάτινα
μου κλείδωσαν το στόμα
.
Περνάω τακτικά από ανακαινισμένα λόγια
κρατάω το στόμα μου κλειστό
και ακέραιο τον σταυρό σου στον κήπο μου

**
– ΧΕΙΜΏΝΑΣ –

Με βρήκαν τα νέα σου
πάνω στις σκόνες των καλοκαιρινών σελίδων
έχει ψύχρα εδώ
έχει νύχτα από νωρίς
τα στίγματα στο τζάμι στεγνά απομεινάρια
από τις υγρές μέρες της δόξας.
Ήρθαν τα νέα σου
απόηχος παλιάς πανσελήνου τρίζει στα τζάμια
αρμύρα διαβρώνει τις αρθρώσεις
χάρτινες λέξεις με ημερομηνία αναθεώρησης
η αδιάβροχη συσκευασία εξατμίζεται
κάτω από το κίτρινο φως της άγονης γραμμής.
Στο βάθος διπλός αντικατοπτρισμός
περνάει το πλήρωμα στην τρίτη εποχή
με μένα εδώ
κι εσένα να στάζεις αναπάντητα
ανάμεσα στα παγωμένα μου δάχτυλα.

 

**
– ΑΝΥΠΌΓΡΑΦΑ –

Δεν γράφω για σένα.
Μετράω στα απέναντι σύρματα
μια σκληρή συνομωσία λέξεων
τόσα χαρτιά στη σειρά
κανένα δεν ταίριαξε στην έξοδο.
Δεν γράφω για σένα.
Για το μεγάλο μυστικό γράφω
την επιδημία που με πολιορκεί
όταν γύρω σου ακάλυπτη βρίσκομαι.
Δεν γράφω για σένα.
Γράφω για όλα εκείνα
που χωρίς εσένα
πανηγυρίζουν άγραφα
μια άγονη ελευθερία.