Πριν μερικούς μήνες, βρισκόμουν ένα βράδυ στο σπίτι ενός πολύ καλού φίλου. Περικυκλωμένος από τις βιβλιοθήκες του και την εμφανή αγάπη του για το μαόνι, είχε ανάψει μια ηλεκτρική απομίμηση λάμπας θυέλλης, στο πικάπ έπαιζε το Songs for the Deaf των Queens of the Stone Age, και είχαμε ανοίξει ένα μπουκάλι μπέρμπον του συρμού. Η γεύση του ποτού, απολύτως επίπεδη και κατ’ επίφασιν γλυκερή, με έκανε να σκεφτώ πως είναι μια γεύση που σκοτώνει την συνείδηση και την ηθική και προσφέρει μόνο λήθη. Πως ίσως τελικά αυτή είναι η γεύση της σύγχρονης Αμερικής.
Λίγο καιρό αργότερα, άνοιξα ένα πρωί την τηλεόραση και βρέθηκα μπροστά στα νέα της δολοφονικής απόπειρας κατά του Ντόναλντ Τραμπ. Δεν με συγκλόνισε τόσο η ίδια η είδηση, όσο η πασίγνωστη πια φωτογραφία του πρώην προέδρου να ανεμίζει την γροθιά του, περικυκλωμένος από τους σωματοφύλακες του, με ματωμένο πρόσωπο, ακριβώς κάτω από την αστερόεσσα. Μια απομίμηση Αμερικανού χρυσοθήρα στην Καλιφόρνια του 19ου αιώνα, που μόλις ανακάλυψε ανάμεσα στις στρώσεις του χαλαζία φλέβα χρυσού και σπεύδει να πανηγυρίσει, προτού σημαδέψει την περιοχή για να γυρίσει την επόμενη μέρα και να αρχίσει την εξαγωγή του μεταλλεύματος. Αυτομάτως, η σκέψη μου πήγε στην ανάμνηση της γεύσης του μπέρμπον. Η φωτογραφία μου άφηνε την ίδια γεύση στο στόμα. Ποιο ήταν το tertium comparationis;
Υποψιάζομαι πως μια κάποια απάντηση βρίσκεται – όπως και τις περισσότερες φορές άλλωστε – στα μεγάλα λογοτεχνικά έργα του πολιτισμού που παρήγαγε και τα παραπάνω ερεθίσματα. Η ταύτιση της επίπεδης και κατ’ επίφασιν γλυκερής γεύσης του μπέρμπον με την, αποτυπωμένη σε ψηφιακή μορφή πια, αγιογραφία του πρώην προέδρου της Αμερικής, ίσως μπορεί να εξηγηθεί μέσω μιας καταβύθισης στις αρχέγονες δομές και στις συγκρούσεις των δυνάμεων που, κάτω από την επιφάνεια, καθόρισαν το λογοτεχνικό πεδίο της Αμερικής και προκάλεσαν τις εκρήξεις της πνευματικότητάς της. Η παρούσα μελέτη δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συνέχιση της σκέψης εκείνης της βραδιάς στο σπίτι του φίλου και εκείνου του πρωϊνού μπροστά στην τηλεόραση, όπως επίσης και μια προσπάθεια ικανοποίησης μιας απορίας, ασφαλώς όχι κάποια σοβαρή ακαδημαϊκή απόπειρα. Όμως, αυτές οι σκέψεις στο φως μιας λάμπας θυέλλης, ακόμη κι αν αυτή είναι πλέον ηλεκτρική, ίσως μερικές φορές είναι πολύ πιο ουσιαστικές από μια ακαδημαϊκή εργασία. Αφενός, διότι έτσι μπορεί κάποιος να αφήσει τον εαυτό του να χαθεί στους φιδίσιους δρόμους των εικασιών, της ονειροπόλησης και της αυθαίρετης γραφής και αφετέρου, διότι επιτρέπουν μια πιο άμεση προσέγγιση, γυρνώντας μας στις εποχές όπου ο Έμερσον όργωνε την αμερικανική γη για να δώσει τις διαλέξεις του κάθε βράδυ σε κτίρια απομακρυσμένων, μακριά από την ευγένεια και την βολή της Νέας Αγγλίας, κοινοτήτων.

Ο Ράλφ Ουάλντο Έμερσον (1803-1882), ο πρώτος ανοιξιάτικος ήλιος που φώτισε την ενδοχώρα της Αμερικής, προμηνύει το παρατεταμένο, τρελό καλοκαίρι της. Αντλώντας από τις ομιχλώδεις απόκρημνες πλαγιές του Σβέντενμπορκ, τις ηλιόλουστες φυλλωσιές του Ρουσσώ και τις μαρμάρινες αψίδες του Κάρλαϊλ τα σχήματα και τις ψυχικές κινήσεις, εφοδιάζει στα μέσα του 19ου αιώνα την Αμερική με την μυθολογία της. Γνωρίζει πως στην Αμερική το ευρωπαϊκό αφήγημα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει. Οφείλει να βρει μια πειστική πρόταση που θα απομακρύνει τον τόπο του από την θέση μιας άξεστης επαρχίας και παράλληλα θα του προσδώσει νόημα. Έτσι στην ευρωπαϊκή αιθέρια μεταφυσικότητα, την δοκιμασμένη επί χιλιετιών και εκλεπτυσμένη από τους διαδοχικούς χειρισμούς της από μεγάλα μυαλά, αντιπαραθέτει την χαρμόσυνη δύναμη του Γιάνκη, επιστρατεύοντας τις δυνάμεις ενός νεογέννητου έθνους προς μια αισιόδοξη κατανόηση του κόσμου. Παρουσιάζει μια χαρμόσυνη φαρμακεία εντός της πεποίθησης πως το τέλος βρίσκεται εδώ και όχι στον τελευταίο, άφατο ουρανό της Κωμωδίας.
Ο Έμερσον τοποθετεί την ολοκλήρωση του αμερικανικού επιχειρήματος στο κοσμικό εδώ και τώρα, το οποίο αποτελεί και το ενδιαίτημα του ανθρώπου. Η «φαντασιακή Καλιφόρνια», όπως εύγλωττα το τοποθετεί ο Τζόρτζ Στάινερ, βρίσκεται στο σημείο όπου οι συντεταγμένες του χάρτη και ο μόχθος του Αμερικανού συγκλίνουν στην ύπαρξη ενός επικερδούς, ασφαλούς και αυτάρκους σπιτικού, ή σύμφωνα με μια αγαπημένη έκφραση των Αμερικανών, στην ύπαρξη μιας προσωπικής περιουσίας. Με άλλα λόγια ο παράδεισος δεν είναι ψηλά στον ουρανό, αλλά στο λιβάδι που εκτείνεται πέρα από το παράθυρο του αμερικανικού υποστατικού, με μια μηλόπιτα να κρυώνει στο περβάζι. Είναι μια καταφανώς δυναμική αντίληψη του κόσμου, η οποία χρωστά την ύπαρξή της στην έμφυτη βουλησιαρχία του ιουδαϊκού και χριστιανικού σύμπαντος και ταυτόχρονα αποτελεί την έσχατη επικύρωσή της, ασκίαστη από τον πεσιμισμό της γνώσης και σφυρηλατημένη εντός ενός νεοσύστατου σιδηρουργείου, όπου ο σιδηρουργός δεν έχει δημιουργήσει τίποτε ακόμη αλλά γνωρίζει πως τον περιμένουν μεγάλα πράγματα, με τις μορφές να πλέουν ήδη στον αέρα περιμένοντας το επιτακτικό σπρώξιμο της causa efficiens. Το 1841 ο Έμερσον εκφωνεί το εξής επιχείρημα:
Ὄποιος νιώσει πώς ἡ δύναμη εἶναι «ἐνδογενής», καί πώς ἦταν ἀδύνατος γιατί τήν ἀναζητοῦσε σέ ξένες, ἔξω ἀπό τον ἐαυτό του, πηγές, κι ἀποφασίσει ἀδίσταχτα νὰ στηριχτεῖ μόνο σέ ὄ,τι κατέχει, αὐτὸς μπορεῖ ν᾽ ἀυτοκυβερνηθεῖ καί νά κατορθώσει θαύματα – ὅπως καί ἐκεῖνος πού στηρίζεται στά δικά του πόδια στέκεται καλύτερα ἀπ᾽ ἐκεῖνον πού στηρίζεται σἐ ξένα. Ἔτσι ν᾽αντιμετωπίζεις κι αὐτό πού λέγεται Μοίρα. Οἱ περισσότεροι νομίζουν πώς εἶναι ἕνα τυχερὸ παιχνίδι× ποντάρουν, κι εἴτε τά χάνουν ὅλα εἴτε τά κερδίζουν ὅλα – καταπῶς γυρίσει ὁ τροχός. Ἐσὺ ὅμως παραμέρισε αὐτά τά κέρδη σάν νά εἶναι ἄνομα, κι ἔχε πάντα ὑπόψη σου τὸ Αἴτιο καί τό Ἀποτέλεσμα, τούς δύο αὐτοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Θεοῦ. Πράττε καί κάτεχε μέ τήν θέληση, καί θ᾽ ἀλυσοδέσεις τὸν τροχό τῆς Τύχης, χωρὶς νά ἔχεις ἀπ᾽ ἔδω καί πέρα τό φόβο ἀπ᾽ τήν ἀστάθειά του. Μιά νίκη στήν πολιτικὴ, μιά αὔξηση τοῦ εἰσοδήματος ἥ κάποιο ἄλλο εὐνοϊκό γεγονὸς σέ κἀνουν νά ἐνθουσιάζεσαι καί νά βλέπεις ρόδινο το μέλλον. Μή γελιέσαι. Τήν εἰρήνη δε θα σοῦ τή δώσει παρά μονάχα ὁ ἐαυτός σου. Τήν εἰρήνη θά τή δώσει ὁ θρίαμβος τῶν ἀρχῶν πού πίστεψες.[1]
Το επιχείρημα απευθύνεται σε δύο άξονες: στον μεμονωμένο Αμερικανό ως άτομο και στο σύνολο της Αμερικής, η οποία αποτελεί και μια πολιτική αλληγορία έκφρασης αυτού του ατομισμού. Ο εαυτός είναι αυθύπαρκτος, πανίσχυρος και ερμηνευτής. Η φύση και η τύχη είναι έννοιες που μπορούν να αλυσοδεθούν κατά την βούληση του εαυτού. Οι φανερώσεις του θεού δεν είναι πια φυσικά φαινόμενα ή αθάνατοι απεσταλμένοι αλλά το αίτιο και το αποτέλεσμα. Αυτές οι διαπιστώσεις μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι, αν οι εκπρόσωποι του θεού είναι οι έννοιες του αιτίου και του αποτελέσματος, τότε και ο ίδιος ο θεός μπορεί να κατανοηθεί πλήρως μέσω της ανθρώπινης λογικής. Το σχήμα αυτό τοποθετεί τον άνθρωπο στην ανώτατη θέση της τροφικής αλυσίδας του σύμπαντος, μια θέση που του παρέχει η δυνατότητα ολοκληρωτικής ερμηνείας και η απουσία σκοτεινών περιοχών άφατων νοημάτων. Στο δοκίμιό του το τιτλοφορούμενο «Ο Ποιητής», ο Έμερσον αναφέρει τα εξής:
Τίποτα δέν περπατᾶ, τίποτα δέ σέρνεται, τίποτα δέ μεγαλώνει ἥ ὑπάρχει πού νά μήν ἔρχεται μέ τή σειρά του ἐνώπιον τοῦ ποιητῆ, προσκυνώντας τον ὡς έκφραστή τοῦ πραγματικοῦ του νοήματος. Ὅταν ὁ ποιητής κυριαρχήσει πάνω σ᾽ αὐτή τή δύναμη, τό πνεῦμα του δέν καταβάλλεται πιά μέ τίποτα! Ὅλα τά πλάσματα, εἴτε κατά ζεύγη εἴτε ὡς ὁλόκληρες φυλές, εἰσβάλλουν στό μυαλό του ὡσάν στήν κιβωτό τοῦ Νῶε, γιά να διασώσουν τό εἶδος καί, ξαναβγαίνοντας στή στεριά νά ἐποικίσουν τό νέο κόσμο.[2]
Η φύση και η τύχη αποκτούν τον ρόλο ενός πεδίου δράσης και όχι αυθύπαρκτων οντοτήτων που μπορούν να ορίσουν τον άνθρωπο. Εδώ έγκειται και ο πυρήνας του εμερσόνειου επιχειρήματος: η θέαση της φύσης ως εργαλείο και κτήμα. Ο Έμερσον παρατηρεί:
Ἡ Φύση, στίς ἐξυπηρετήσεις της πρός τόν ἄνθρωπο, δέν εἶναι μόνον ὅ,τι ὑλικὰ ἐπιφαίνεται, ἀλλά ταυτόχρονα καί ἡ διαδικασία καί τὸ ἀποτέλεσμα. Ὅλα τά στοιχεῖα λειτουργοῦν ἀδιαλείπτως καί συνεργάζονται γιά τό συμφέρον τοῦ ἀνθρώπου. […] μέ αὐτό τόν τρόπο ἡ ἀτέρμονη ἀνακύκλωση τῆς θείας προβλεπτικότητας παρέχει τά μέσα συντήρησης στούς ἀνθρώπους.[3]
Από αυτή την παρατήρηση γεννιέται ένας νέος τύπος ανθρώπου. Ο Αμερικανός, ο οποίος ξεβράστηκε πριν λίγο καιρό στις ακτές του Νέου Κόσμου αβοήθητος και τρομαγμένος μπροστά στην απεραντοσύνη των πεδιάδων και των σκοτεινών δασών, στην παρθένα σκληρή φύση, πληροφορείται ότι δεν πρέπει να αισθάνεται δέος απέναντι της, αλλά την ηρεμία της οικειότητας ενός σπιτικού. Όλος αυτός ο κόσμος του ανήκει και οφείλει να υποταχθεί στο θέλημά του, γιατί υπάρχει εκεί για να εξυπηρετεί τις ανάγκες του. Δεν θα δημιουργηθούν εδώ καθεδρικοί ναοί που υψώνουν τους πυργίσκους τους ικετευτικά και αναφωνούν de profundis clamavi, γιατί θυμούνται τους τρόμους του απέραντου δαιμονικού δρυμού. Ο αμερικανικός θεός δεν είναι ένας που απαιτεί φόρο αίματος και εξευμενισμούς και γιγάντια μνημεία για την μεγαλοσύνη του. Είναι ένας φιλικός γείτονας που ίσως μια μέρα καλέσει τον άνθρωπο για ένα παγωμένο ποτήρι τσάι.
Μερικές από τις συνέπειες αυτού του κοσμοειδώλου είναι η μεγαλειώδης βιομηχανική και οικονομική ανάπτυξη που γνώρισε η Αμερική μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, τα τεχνολογικά επιτεύγματά της, oι ελπιδοφόρες κοινωνικές αλλαγές στα ζητήματα της δουλείας και της γυναικείας χειραφέτησης, η καταστροφή του περιβάλλοντος και τα είκοσι χρόνια ορυμαγδού στην μέση ανατολή. Ο Έμερσον αποτέλεσε το κέντρο του πνευματικού κανόνα, εγκαθιδρύοντας μια γονιμοποιό ένταση εντός του αμερικανικού πολιτισμού, της οποίας οι αντιθετικές δυνάμεις δημιούργησαν σπουδαία πνευματικά μνημεία και αιματηρές συμπλοκές.
Η θέση του στο πνευματικό στερέωμα του Νέου Κόσμου είναι αυτή που κατέχει ο Όμηρος στον δυτικό πολιτισμό. Οι ιδέες και τα τραγούδια του δεν ήταν ποτέ πραγματικά δικά του, αλλά απέρρεαν από τα βάσανα και τις χαρές των ανθρώπων που βρέθηκαν σε εκείνη την ξένη γη× η Αμερική ήταν εμερσόνεια πριν τον Έμερσον, αναφέρει κάπου ο Χάρολντ Μπλουμ, όπως ακριβώς και η σκέψη του είναι νιτσεϊκή πριν τον Νίτσε. Όμως ο Έμερσον υπήρξε ο μέγας στοιχειοθέτης και παρατηρητής της νέας συνθήκης, αυτός που συστηματοποίησε τις αξίες και δημιούργησε την αμερικανική τάξη των πραγμάτων, συνθέτοντας και δικαιολογώντας αυτό που αργότερα θα ονομαζόταν American dream. Το ζητούμενο η αυτάρκεια και η αυτοδυναμία. Το μέσο η φύση. Ο εχθρός οι σειρήνες μερικών προφητών που στον μανδύα τους είχαν ακόμη λίγη σκόνη από τα μάρμαρα της Εφέσου, της Αθήνας και της Ρώμης.
Ένα πρωί έφτασε η νικηφόρα προέλαση της αμερικανικής αυτοπεποίθησης. Το δειλινό εκείνης της μέρας έφτασε κρυφά στην πόλη σαν τον καταζητούμενο, η αμερικανική τραγωδία. Ήταν μια μορφή τραγωδίας πολύ διαφορετική από την αρχαιοελληνική ή την ρωμαϊκή, την ελισαβετιανή ή την γαλλική της εποχής του Λουδοβίκου ΙΔ΄. Κάποιοι θα έλεγαν πως δεν ήταν καν τραγωδία, διότι μέχρι τότε είχε χαθεί προ πολλού το απαραίτητο θεολογικό υπόβαθρο και οι οργανικές δοξασίες του κοινού που επέτρεπαν την ύπαρξή της. Όμως για τον νέο, αφελή Γιάνκη, που πίστεψε στον υπερβατισμό των δασκάλων του και στο προσωπικό δαιμόνιο που αυτοί τον διαβεβαίωσαν πως είχε, ήταν σίγουρα τραγωδία. Η φύση δεν νοιάστηκε για τα ανθρώπινα δόγματα και τις φιλοσοφικές ενατενίσεις. Στα απύθμενα βάθη του Ειρηνικού ωκεανού, στα ποτάμια της Νέας Αγγλίας, στις αιωνόβιες δρύες του Νότου, στα λειασμένα από τους ανέμους απόκρημνα βράχια της Δύσης και στην Κοιλάδα του Θανάτου, η ζοφερή και παράλογη καταστροφή του ανθρώπου ήταν γραμμένη πριν χιλιάδες χρόνια.
Αυτοί που ανέλαβαν να κοινωνήσουν αυτό το μήνυμα, ήταν μερικοί σπουδαίοι λογοτέχνες της Αμερικής. Τα γραπτά τους υπήρξαν προειδοποίηση και κραυγή αγωνίας προς την αυθαιρεσία της αμερικανικής βούλησης για δύναμη. Αυτοί αποτέλεσαν το αντίβαρο και την αντιθετική δύναμη απέναντι στην εμερσόνεια ορμή, και συνέθεσαν, από κοινού βεβαίως με τον Έμερσον, το πνευματικό περιβάλλον της Αμερικής που όπως κι όλα τα οικοσυστήματα είναι κι αυτό το ενδιαίτημα μιας αέναης αλλαγής μέσω συνεχών συγκρούσεων. Η περιοριστική φύση της παρούσας μελέτης, με αναγκάζει να αναφερθώ σχηματικά και αποσπασματικά σε αυτό το φαινόμενο, γράφοντας για ονόματα που σίγουρα ο αναγνώστης έχει ακούσει και διαβάσει. Οι προφήτες λοιπόν του δυσοίωνου μηνύματος, οι πλάστες της αμερικανικής τραγωδίας που θα δούμε εδώ, είναι οι Χέρμαν Μέλβιλ, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Χένρυ Τζέημς, Γουίλιαμ Φώκνερ, Τζον Γουίλιαμς και Κόρμακ ΜακΚάρθυ.[4]

*
Ο Χέρμαν Μέλβιλ (1819-1891), είναι σύγχρονος του Έμερσον. Το φυσιοδιφικό του ενδιαφέρον για τον κόσμο, η σχεδόν ηροδότεια θέαση των πραγμάτων, αποτελούν βασικά συστατικά της ποιητικής του και των επιχειρημάτων του. Ο Μέλβιλ βλέπει την φύση ως μια αρένα αέναων συγκρούσεων, όπου ο ορθολογισμός μπορεί να φτάσει κάποιον σε ένα απολύτως πεπερασμένο σημείο. Αυτή η εκ του σύνεγγυς παρατήρηση της φύσης, ειδικά κατά την διάρκεια των θαλάσσιων ταξιδιών του, οδηγεί τον συγγραφέα σε μια οπτική σχεδόν παγανιστική.
Μπορούμε να υπενθυμίσουμε εδώ το περίφημο κήρυγμα του ιερέα της εκκλησίας του Ναντάκετ πριν το πλήρωμα του Πίκουοντ σαλπάρει στο Μόμπι Ντικ (1851). Ο εβραϊκός μύθος του Ιωνά, τον οποίο και ο ιερέας μεταχειρίζεται στον λόγο του, αποκτά μια σχεδόν ελληνική χροιά. Τονίζει το γεγονός πως ο ωκεανός δεν ανήκει σε κανέναν, ενώ στα βάθη του κρύβει ανείπωτες τραγωδίες, τις οποίες οι φαλαινοθήρες θα πρέπει να λάβουν υπόψη τους αν θέλουν να γυρίσουν και πάλι σώοι στην στεριά. Ο Αχαάβ δεν θα πάρει αυτό το μάθημα. Σαν γνήσιος μαθητής του Έμερσον, θα οργώσει τις θάλασσες με αλαζονεία, θα κυνηγήσει ανηλεώς τον λευκό του δαίμονα, δεν θα τηρήσει αυτό το απαραίτητο παγανιστικό σέβας απέναντι στα φυσικά φαινόμενα ή στην τύχη, και θα καταποντιστεί μαζί με το καράβι του στον πυθμένα που κείνται όλοι όσοι θέλησαν να αλλάξουν την δομή του σύμπαντος, πιστεύοντας πως είχαν το δικαίωμα να το κάνουν. Μέχρι κι ο Αχιλλέας δείλιασε όταν ο Σκάμανδρος αηδιασμένος από το αίμα που έχυσε ο ήρωας στα νερά του φούσκωσε οργισμένος. Ο Αχαάβ δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετική κατάληξη.
Πέρα από τον κεντρικό άξονα του έργου, ο οποίος είναι αμιγώς τραγικός, ο Μέλβιλ παρουσιάζει και ένα έντονο, σχεδόν εμμονικό ενδιαφέρον για τον κόσμο. Η εφεύρεση και η χρήση του κολομπιριού, η γεύση του κρέατος της φάλαινας, η διαδικασία εξαγωγής του πολύτιμου σπερματσέτου από το κήτος, η φύση του λευκού χρώματος και τα διάφορα πόστα των ναυτών σε ένα φαλαινοθηρικό, αποκτούν εντός της αφήγησης την ίδια ακριβώς βαρύτητα με την πλοκή του κυνηγιού της λευκής φάλαινας. Όλα παρουσιάζονται υπό το ίδιο φως, χωρίς ιδιαίτερες φωτοσκιάσεις σε επιλεγμένα γεγονότα, δευτερευούσης σημασίας πληροφορίες και εμφάσεις σε συγκεκριμένους χαρακτήρες. Ο Μέλβιλ, μέσω του πρωτοπρόσωπου αφηγητή Ισμαήλ, παρατηρεί με το ίδιο ενδιαφέρον τον Αχαάβ, τον Στάρμπακ ή τον Κουίκουεγκ. Ο Άουερμπαχ, αναλύοντας την Οδύσσεια στο Μίμησις, παρατηρεί αυτήν την τεχνική στον Όμηρο: η ιστορία της πληγής στο πόδι του Οδυσσέα που φανερώνει την ταυτότητα του στην παλιά του παραμάνα βρίσκεται σε απολύτως συνταγματική θέση και είναι ισότιμης σημασίας με το αιματοκύλισμα που θα λάβει χώρα αργότερα στο παλάτι, όπου και θα θανατωθούν οι μνηστήρες.
Το Μόμπι Ντικ προσφέρεται ως η πεμπτουσία αυτού που πιστεύω πως είναι το μελβιλικό επιχείρημα: καμία πίστη στον εαυτό, καμία θεωρητικά εκλεκτή θέση του ανθρώπου έναντι των άλλων υποδεέστερων ειδών και κανένα ανθρώπινο τέχνασμα δεν θα μπορέσουν να ακυρώσουν την απλή αλήθεια πως η τραγωδία είναι η πραγματική και κυρίαρχη συνθήκη της φύσης. Κι η φύση δεν ανήκει στον άνθρωπο αλλά ο άνθρωπος είναι ένα μέρος, ένα ακόμη είδος της φύσης.
Ο Μπάρτλμπυ (1853)– ίσως ο μοναδικός Αμερικάνος αναρχικός – με αυτό το επαναλαμβανόμενο, πυρετώδες “I’d prefer not to”, είναι η σκοτεινή κηλίδα στο καλειδοσκόπιο των ανθρώπινων νόμων και συμβάσεων, όσα δεν θα μπορέσουμε ποτέ να ελέγξουμε με τα πεπερασμένα μας συστήματα. Ο Μπενίτο Σερένο (1855) είναι η προσωποποίηση του αποτυχημένου ηγεμόνα, του ανατρεπόμενου από τις φυσικές διεργασίες της πείνας και της απελπισίας, που αμφότερες όταν αποκτούν στέρεο έδαφος στα στομάχια και στις ψυχές των ανθρώπων δεν διακρίνουν αξίωμα και ιεραρχία. Η γεμάτη ένταση και αγωνία ιστορία του Μπίλυ Μπάντ (1891) μας δείχνει την αποτυχημένη άσκηση της δικαιοσύνης, η οποία καταλήγει με την φρικτά υπολογιστική και ψυχρή λογική της να σκοτώνει την ομορφιά και το αγαθό, τις ίδιες αξίες που προσπαθεί να προασπιστεί. Ο Μέλβιλ μας παρουσιάζει κόσμους, τους οποίους με αριστοτεχνικούς αφηγηματικούς μηχανισμούς, υποδόριες ή και φανερές αναφορές στην παράδοση και άρτια δομημένες σχέσεις και αλληλεπιδράσεις μεταξύ των χαρακτήρων, τους τανύζει στα απώτατα όρια τους, οδηγώντας τους σε συντριπτικά διλήμματα. Την στιγμή που φαίνεται πως ο κόσμος θα αναφλεγεί από την τριβή των αντιθετικών του δυνάμεων, η φύση πάντα κερδίζει και αφήνει τον αναγνώστη μουδιασμένο, ανήμπορο και σοφότερο. Αυτή η θέση νομίζω εντυπώνεται πολύ αποτελεσματικά στο ακόλουθο απόσπασμα από το Ο Μεγάλος Απατεώνας (1857) :
«Ναι, κι οι ποιητές στέλνουν το άρρωστο πνεύμα στα πράσινα βοσκοτόπια, σαν τα άλογα όταν κουτσαίνουν, που τα αμολάνε απετάλωτα στην πρασινάδα για να θρέψουν πάλι οι οπλές τους. Ένα είδος βοτανοθεραπευτών με τον τρόπο τους, πιστεύουν κι οι ποιητές πως για τις πονεμένες καρδιές, όπως και για τους πονεμένους πνεύμονες, η φύση είναι το φάρμακο. Ποιος όμως πάγωσε μέχρι θανάτου τον καουμπόι μου πέρα στα λιβάδια; Και ποιος ανέθρεψε ως ηλίθιο τον Πίτερ, το Άγριο Αγόρι;»[5]
Το σημείο είναι εξαιρετικά ειρωνικό. Το Ο Μεγάλος Απατεώνας είναι μια Τσωσεριανής τεχνοτροπίας σάτιρα της τότε Αμερικής, όπου σε ένα ποταμόπλοιο ο Μέλβιλ μας παρουσιάζει τους διαφορετικούς τύπους των Αμερικανών να συνδιαλέγονται κατά την διάρκεια του ταξιδιού τους. Η παρουσία της παρομοίωσης του Νέου Κόσμου με πλοίο που αρμενίζει είναι πάντοτε κραταιά στο έργο του συγγραφέα. Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από τον πύρινο διάλογο μεταξύ ενός φαρμακοτρίφτη φυσιολάτρη, ο οποίος υποστηρίζει πως η φύση παρέχει τα μέσα για να γιατρευτεί το οτιδήποτε κι γι’ αυτό είναι εξολοκλήρου αγαθή, και ενός άξεστου, οπορτουνιστή γαιοκτήμονα που βλέπει στην φύση και στους ανθρώπους την κάλπικη ιδιότητα ενός κακού εργάτη που καταστρέφει με τις αδέξιες κινήσεις του την περιουσία του εργοδότη του. Ξέρουμε πως κανείς από τους δύο δεν είναι προσωπείο του Μέλβιλ και σίγουρα κανείς δεν απολαμβάνει την εύνοιά του. Όμως, σε αυτό το σημείο συμβαίνει κάτι ενδιαφέρον.
Σε αυτόν τον διάλογο απελευθερώνεται μια αλήθεια, ίσως άθελα του εκφραστή της, δηλαδή του γαιοκτήμονα. Είναι το μοναδικό σημείο του διαλόγου που είναι αγνό από ηθικό χρωματισμό, καθώς αποτελεί μια ατόφια παρατήρηση επί του πεδίου. Η φύση δεν είναι καλή, ούτε ευχάριστο ενδιαίτημα για τον άνθρωπο. Ο Μέλβιλ θα τραβήξει αργότερα το χαλί κάτω από τα πόδια του γαιοκτήμονα, παρουσιάζοντάς τον να λατρεύει την ουδέτερη κι αναίσθητη αποτελεσματικότητα των μηχανών, προτιμώντας την χρήση τους από τον μόχθο του ανθρώπινου δυναμικού. Η μελλοντική άκρατη βιομηχανοποίηση σε σπερματική μορφή, θα λέγαμε. Η φύση δεν είναι ούτε αμιγώς κακή βέβαια αν τιθασευτεί από τις απαθείς, επαναλαμβανόμενες κινήσεις του πιστού σιδερένιου υπηρέτη. Σε αυτό το πλέγμα νοηματοδότησης ο Μέλβιλ μας παρουσιάζει την πυρηνική του αντίληψη: η φύση δεν είναι ηθική η ανήθικη, αγαθή ή κακή, είναι απλά παντοδύναμη. Τόσο παντοδύναμη που μπορεί να αφήσει δύο ηλιθίους να τσακώνονται επ’ άπειρον γι’ αυτή, χωρίς ποτέ να φτάνουν σε ένα συμπέρασμα. Στην ακατέργαστη Καντερβουρία της Αμερικής ο Απρίλης είναι μακρύς και το προσκύνημα μία ακόμη παγίδα.
Συνεχίζεται…
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Το παραπάνω από απόσπασμα αποτελεί την καταληκτική παράγραφο του δοκιμίου «Αυτοπεποίθηση», ήτοι «Self-Reliance», του Έμερσον, το οποίο συνοψίζει περιεκτικά τις απόψεις που διατρέχουν το σύνολο του έργου του. Πρβλ. επίσης και τα δοκίμιά του «Ο Αμερικανός Πνευματικός Άνθρωπος», «Ο Ποιητής», «Εμπειρία», «Πολιτική», «Φύση», «Χρησιμότητες», «Πνεύμα». Τα δοκίμια στο Ralph Waldo Emerson, Δοκίμια, Β.Ι. Ζέρβος, Θ.Χ. Φλωράς (μτφ.), Λιάνα Σακελλαρίου-Schultz (εισαγ.), 2 τόμοι, Αθήνα: Gutenberg, 1994. To απόσπασμα στο Emerson, «Αυτοπεποίθηση», Δοκίμια, τ. 2: 206-207.
[2] Emerson, «Ο Ποιητής», Δοκίμια, , τ. 2 :335.
[3] Emerson, «Φύση», Δοκίμια, , τ. 2: 35.
[4] Η διάγνωση της επιρροής, της χρήσης και της αναφοράς της εμερσόνειας σκέψης στα έργα των περισσότερων από τους παραπάνω συγγραφείς δεν ανήκει σε μένα, αλλά στον σπουδαίο Χάρολντ Μπλουμ, του οποίου το πολύτιμο βιβλίο The Daemon Knows (= Harold Bloom, The Daemon Knows: Literary Greatness and the American Sublime, New York: Spiegel and Grau, 2015.) αποτελεί μια απείρως πιο ολοκληρωμένη και έγκυρη μελέτη από αυτήν εδώ. Το προτείνω δε ανεπιφύλακτα στον φιλοπερίεργο αναγνώστη που θα θελήσει να γνωρίσει την αμερικανική λογοτεχνία από έναν μάστορα της κριτικής. Το σχήμα αυτής της αντιθετικής έντασης μεταξύ των ιδεών του Έμερσον και των παραπάνω συγγραφέων, μαζί με την τοποθέτησή τους σε ένα άλλο κλίμα από αυτό του προαναφερθέντα θεωρητικού, είναι μια δική μου ιδέα, τουλάχιστον απ’ όσο γνωρίζω μέσα από μια έρευνα που υπήρξε κάθε άλλο παρά εξαντλητική.
[5] Χέρμαν Μέλβιλ, Ο μεγάλος απατεώνας, Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος (μτφ.), Ελένη Κεχαγιόγλου (επιμ.), Αθήνα: Εκδόσεις Πατάκη, 2021: 204-205.









