Oλομόναχος
τίποτα δεν είχε μείνει
μόνο νεκρά πουλιά
και λίγα σύννεφα
φεύγουμε αναμάρτητοι —
δεν πατούν τα πέλματα
στο έδαφος
καραδοκεί το σκοτάδι
στο βάθος λιγοστό φως
σκαλίζω τη στάχτη
ανάμεσά σας
ολομόναχος
*
Κανείς να με λυπηθεί
όταν κρυώνω
ο χρόνος λιγοστεύει
τα άκρα μου
δέντρα φυλλοβόλα
οι ρίζες
απλώνουν στο άγνωστο
παραμελημένος από θεούς
κι ανθρώπους
κανείς να με λυπηθεί
ακόμα και οι αγάπες μου
ανάλγητες
δίχως οίκτο
όταν κρυώνω
παύουν οι χυμοί
στα σπλάχνα μου
αναζητώ θερμότερα κλίματα
μήπως ανανήψω
ποιος μπόρεσε
να γεννηθεί
μες στον χειμώνα;
Αφήστε ένα σχόλιο









