Άλλη (από εκείνη που ήθελα)
άρρωστη και κουρασμένη
ξυπνάω με τη λαχτάρα κάποιος
να ξαπλώσει δίπλα μου,
κάποιος που να μη θέλει να με γαμήσει
φίλοι και φίλες
που θέλω και χρειάζομαι
σκέφτομαι τη μαμά μου –
αν πάω κοντά της, ξαπλώσω στο πλάι της
θα την κάνω την πιο ευτυχισμένη
μαμά, αλλά δε μπορώ
όταν ως παιδί αρρώσταινα
εκείνη έλεγχε αν είχα πυρετό
και μου έδινε φάρμακα
αντί να ξαπλώνει δίπλα μου
τραγουδώντας και κλαίγοντας,
αντί να μου ψιθυρίζει
‘Συγχώρεσε με κορούλα μου,
κανείς δε με δίδαξε στοργή…’
**
Στο σώμα μου σιγή
Στο σώμα μου σιγή
ένα ξεχασμένο όνειρο
στριφογυρνά
το μήλο που έφαγα
οξειδώνεται,
αίμα αναβλύζει με χρυσάνθεμα,
μυς ξεφυσάνε, η φωνή
των κλειδώσεων σπάει
και ιδρώτας θρήνος
διατρυπά τους πόρους μου.
Μες στην πολυφωνία της μοίρας
μόνο τα δάκρυα, πιο σιγανά
απ’τη σιγή την ίδια,
ακούν την κώφωση μου…
**
Ραδιενέργεια
Αρθρώσεις ραγίζουν
όταν ανοίγω τα χέρια
να σε αφήσω να μπεις.
τα γόνατα μου είναι κουρασμένα –
δυσκολεύομαι να τρέξω
προς τα εκεί που πετάει η ελευθερία σου
μακριά
απ’την μολυσμένη μου ποίηση.
ακτινοβολώ αγάπη
εμπλουτισμένη με πλουτώνιο.
άφησε με στα καρκινώματα μου
και βρες μια μήτρα μη ραδιενεργή.
`
**
Κάλεσμα από μακρινούς τόπους
Το στόμα αυτής της πόλης
παραμένει στεγνό παρά τη βροχή.
Κρατάω τα κεφαλαία
για την τελευταία γουλιά.
Υγρά, εξωγήινα αλφάβητα
δελεάζουν τις γλώσσες
στις βίζες μας, αλλά
δε μπορούν να ξεδιψάσουν
τις απολιθωμένες μας φτερούγες,
αυτές που μας πήρε τόσο καιρό
να ξεδιπλώσουμε
για να μπορέσουμε να πετάξουμε,
αυτές που θυσιάσαμε
για να μην επιστρέψουμε ποτέ
**
Γυναικείες αλυσίδες συμπαράστασης
Δεν υπάρχουν λουλούδια
ούτε δάκρυα κατά μήκος του δρόμου
μόνο τα κορναρίσματα
απ’ τα διερχόμενα αυτοκίνητα
θέλω να γίνω το σώμα μου ξανά
όχι κόκκινο, ούτε ασπρο, ούτε μαύρο
όχι χέρια που υψώνουν κατηγορητήρια
αλλά πόδια γυμνά που περπατάνε
ξυπόλητα στο γρασίδι
φοράω δαχτυλήθρα
για να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
το κάνω αυτό στα δάχτυλά μου
φαντάσου στην καρδιά μου
μια γυναίκα ζωντανή
ούτε σημαία μάχης
ούτε μπουμπούκι ελπίδας
θέλω ν’ ακούσω τη φωνή μου
θέλω πίσω το σώμα μου
Μπορεί και να μην
το θέλησα
ποτέ
τόσο πολύ
**
Στο κελί μας
`
οι τέσσερις μας
μοιραζόμαστε τα πάντα:
υγρό άσπρο
και κολλώδες φως της ώχρας
ένα κρεβάτι που τρίζει
το κρύο που κουλουριάζεται
τον ήλιο πίσω από το παχύ παράθυρο
φρέσκο αέρα από τα κενά
ανάμεσα στα κουφώματα των παραθύρων
τρένα ελεύθερα που βρυχώνται
σιδερένιες πόρτες που κοπανάνε
το ελαφρύ χτύπημα στον τοίχο
‘να-ζή-σει-η-λευ-κο-ρω-σί-α’
ζεστό νερό στο ντους
αποσμητικό
σταυρόλεξα στην εφημερίδα
τη φωνή που διαβάζει δυνατά
χρόνο παχύρρευστο
ερωτήσεις
κατάρες
εφιάλτες
και τις λεξεις
‘όταν βγω απο’δω…’
**
Κάποτε
θα λέμε
για το πως επιβιώσαμε,
τι μας οδήγησε στους δρόμους,
τι μας έφερε πίσω στο σπίτι,
για εκείνους που ανάβαμε
ένα κερί κάθε βράδυ,
για τις ιστορίες της ζωής μας
στα γράμματα προς τους φυλακισμένους,
για το πως, περπατώντας, κοιτάζαμε ψηλά
στα παράθυρα ψάχνοντας τα σημάδια,
φοβούμενοι πως κάποια θα λείπουν,
για το ποιοι πραγματικά νίκησαν στα όνειρα μας,
και το που τριγυρίζαμε τη νύχτα,
αντί να κάνουμε έρωτα.
*******************************************************









