Liberté


Ανυπόδητη στους δρόμους της Τεχεράνης
συμμετέχω στο πλήθος των γυναικών
που γεμίζουν την πλατεία.
Στα ρουθούνια μου η οσμή των δακρυγόνων
και ζωγραφίζω στο πρόσωπό μου
με χρώμα, κόκκινες γραμμές
κάτω απ’ τα δακρυσμένα μάτια.
Με δύναμη βάζω τον αντίχειρα
τον δείκτη και το μεσαίο δάχτυλο
ανάμεσα στις θηλιές του ψαλιδιού·
κόβω τα μακριά μαύρα μαλλιά.
Αναρριγώ απ’ τις ριπές των πολυβόλων.
Δεν υποχωρώ.
Ρίχνω τη μαντίλα στις φωτιές
και τις προσπερνώ
δίχως να καίγομαι.

*

Ατσάλινη χορδή

Ανάμεσα στο σαγόνι και στον ώμο το βιολί
γυαλίζει η κοίλη επιφάνειά του
κι όταν το δοξάρι ακουμπά τις χορδές
τα χέρια και το σώμα
του νεαρού πλανόδιου μουσικού
κινούνται εκστασιασμένα απ’ τον ήχο.
Υποκλίνεται σε κάθε περαστικό.
Μου χαμογελά και δακρύζω.
Γεμάτη κέρματα η δερμάτινη θήκη του οργάνου
στο πεζοδρόμιο ακουμπισμένη.
Ξεσφίγγω το μάλλινο κασκόλ μου απ’ το λαιμό
και, πριν σπάσουν οι ατσάλινες χορδές μας
φεύγω.

**

Έρως

Όσοι τον αρνήθηκαν τους εκδικήθηκε
σε υπεροψία ατομικότητας.
Προκλητικά δυσοίωνο το μέλλον
όταν ο χρόνος τον ταπεινώνει
προσπαθώντας να τον κρατήσει δέσμιο
σε ψεύτικους εναγκαλισμούς.
Υπερβατικός και ακατάληπτος.
Εάν τον αποδεχθείς κυριεύει τη σκέψη
οδηγεί σε αυθυπέρβαση του εγώ.
Ανυπότακτος στη λογική
και άνομος στην ηθική.
Εμμονικός στις λεπτομέρειες των αισθήσεων
προκαλεί αναπόφευκτες συγκρουσιακές ενώσεις
αφήνοντας στην απομάκρυνσή του
αμοίραστη ερημιά.

 

**

Απρόσμενη αποχώρηση

Είναι εκείνη η φυγή
που μου κρατά το χέρι
άλλοτε μου το σφίγγει να την ακολουθήσω
κι άλλοτε μ’ αφήνει μόνη μου στο κενό.
Είναι τα λόγια που είπες
κι αρνήθηκα να κάνω ό,τι θέλησες.
Είναι τα εκβιασμένα χαμόγελα
που προσπάθησες να επιβάλεις
και αρνήθηκα.
Δεν θέλω να απαντώ στις ερωτήσεις σου
δεν περιμένεις ποτέ τις απαντήσεις.
Ένα τριαντάφυλλο ξεραμένο
πάνω στο τραπέζι της κουζίνας.
Μαύρισαν τα πέταλα
κοκάλωσε ο μίσχος.
Ένα άγγιγμα είναι αρκετό
για να σπάσει.

 

**

Σκιώδης γιορτή

Το σιδερένιο μάνταλο της πόρτας
κρέμεται ξεχαρβαλωμένο στη μία άκρη.
Βαδίζω στην αυλή
και αντικρίζω τα πρόσωπά τους
να κάθονται γύρω απ’ το οικογενειακό τραπέζι.
Πλησιάζω με πόδια τρεμάμενα
και τους αγκαλιάζω έναν ένα ξεχωριστά.
Ύστερα δάκρυα κυλούν πάνω στο χαρτί
κι όλοι οι στίχοι αποσυντίθενται
καθώς αρχίζουν να σχηματίζονται
οι μορφές τους απόμακρες
μα τόσο αληθινές.