Το δέος του συγγραφέα  μπροστα στη λευκη κόλλα

 

 

Το καινούργιο βιβλίο, μικρο σε μέγεθος, της Ευσταθίας Δήμου, που κυκλοφόρησε αρχες αυτου του χρόνου (2024) απο τις εκδόσεις Ενύπνιο,τιτλοφορείται ΄΄Λευκο τοπίο΄΄και περιέχει 32 πολυ μικρα διηγήματα, όπως η ίδια τα χαρακτηρίζει. Με την φράση «λευκο τοπίο», βέβαια, η συγγραφέας υπονοει, όπως αντιλαμβάνομαι, το λευκο χαρτι, που υψώνεται, πολλες φορες, σαν ανερμήνευτη απειλη μπροστα στα μάτια των περισσότερων συγγραφέων, προκαλώντας-τους αμηχανία αλλα και ένα περίεργο φόβο. Γράφει:

 

Ένας μοναχικος περιηγητης, χαμένος σε λευκο τοπίο, ακολουθει τα μισοσβησμένα ίχνη κάποιου πάνω σε άγνωστο δρόμο. Δεν πρόκειται για πατημασιες, αλλα για εκείνα τα στίγματα που αφήνουν πέφτοντας οι μαύρες πέτρες της φυγης. Γνωστα και ως λέξεις.

σ. 36

 

Επομένως, με αυτο το μικρο βιβλίο-της, η Ε. Δήμου, ανάμεσα σε μία σειρα απο άλλα ενδιαφέροντα θέματα, καταπιάνεται και μ’ ένα απο τα βασικα προβλήματα που έχει ν’ αντιμετωπίσει ο συγγραφέας, όταν αυτος βρίσκεται μόνος-του, στο γραφείο ή το εργαστήριο-του, τη στιγμη που προετοιμάζεται για ν’ αρχίσει την παραγωγικη δουλεια-του, εννοω το γράψιμο, όπου προβληματίζεται σοβαρα για τον τύπο της γλώσσας που θα χρησιμοποιήσει ή για το πως θα μετουσιώσει καλύτερα την έμπνευσή-του σε λογοτεχνία αλλα και το πως θα μεταφέρει με σαφήνεια πάνω στο λευκο χαρτι τη σκέψη ή τον στοχασμο-του κ.α. Δηλαδη,προβληματισμος και προετοιμασία μέχρι ν’ αρχίσουν να παίρνουν, όλα όσα έχει στο μυαλο-του, σάρκα και οστα ή, πιο σωστα, οριστικη μορφη. Με άλλα λόγια, μέχρι να γίνουν ένα περίτεχνο έργο.

Για την ακρίβεια, η συγγραφέας, με αυτο το βιβλίο-της πρώτιστα εκφράζει και φέρνει στην επιφάνεια ένα συνειδησιακο πρόβλημα που παρουσιάζεται, τόσο στην ίδια,κατα τη διάρκεια της συγγραφικης δουλειας-της, όσο και σε άλλους, όπως γενικα ομολογείται απο παλαιότερους και νεότερους συγγραφεις. Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώνω, τη συνείδηση της Ε. Δήμου τη βασανίζει η τύχη και η κατάληξη όλου εκείνου του υλικου που παραμένει αχρησιμοποίητο στο εργαστήρι του συγγραφέα όπου, στο τέλος, αν δεν αποθηκευτει κάπου, αναγκάζεται, σαν «αδίστακτος εγκληματίας»,  να το καταστρέψει και να το πετάξει στον κάλαθο των αχρήστων. Ακριβως, όπως διατυπώνει, με διασκεδαστικη διάθεση,αυτο το πρόβλημα, στο ακόλουθο κείμενό-της:

 

Ένας ποιητης κοιτα το ποίημα που επιτέλους κατάφερε μετααπο μήνες να τελειώσει. Το κοιτα και το καμαρώνει. Αφήνει το βλέμμα-του να το διαβάζει ξανα και ξανα και είναι σίγουρος, το νιώθει, πως το καλύτερο είναι έργο της ζωης-του. Ξάφνου εκείνο αρχίζει να του μιλα με λόγια ξένα κι όχι μ’ αυτα που οι λέξεις-του δηλώνουν. Του θυμίζει όσα πέταξε δίχως να τα λυπηθει, όσα εύκολα απέρριψε στο δρόμο, όλες εκείνες τις λέξεις που δεν ταίριαξαν, τους στίχους που δεν βρήκαν τον ρυθμο-τους. Του λέει ακόμα πως είναι ένας αδίστακτος, ένας εγκληματίας που πάτησε επι πτωμάτων για να φτάσει στον σκοπο-του.

Κι όσο εκείνο του μιλα, αυτος το ξανασκέφτεται και πιάνει έναν έναν στίχο και τον τεμαχίζει, τις λέξεις τις χωρίζει, αλλάζει πτώσεις, καταλήξεις, αλλάζει το μέτρο τη σειρα, και δεν αισθάνεται, δε νιώθει πως είναι ολότελα δοσμένος μες στο έγκλημα.

σ. 9

 

Εδω, αν σωστα καταλαβαίνω, υποβόσκει απο μέρους της συγγραφέως μία δυσπιστία απέναντι στις δυνατότητες των πανούργων και δύστροπων λέξεων αλλα, παράλληλα, διαφαίνεται και η σταθερη πίστη-της στη δουλεια η, καλύτερα, στην αποστολη του ταγμένου και σωστου συγγραφέα.

Κατα βάθος, η Ε. Δήμουθεωρει τη γραφη, όπως αφήνει να εννοηθει, ένα ανελέητο μακελειο μέσα απο το οποίο επιζουν μόνο μερικα υλικα που χρησιμοποιει ο συγγραφέας για το κτίσιμο, όπως είπα, του λογοτεχνικου έργου που έχει σχεδιάσει καιτο οποίο βρίσκεται στα σκαρια για την υλοποίησή-του,ενω κάποια άλλα υλικα, που παραμένουν εκτος του πλάνου-του, σκουριάζουν σταδιακα, φθείρονται και χάνονται τελεσίδικα στη διάρκεια ολοκλήρωσης του έργου ή λίγο αργότερα, όπως είναι π.χ. λέξεις αναξιοποίητες, πλεονάζοντες στίχοι, αράδες,παράγραφοι, εικόνες ή, ακόμη, και ολόκληρες καταγραμμένες αφηγήσεις που δεν συγγενεύουν και δεν βρίσκονται σε αισθητικη εναρμόνιση με το υλικο τού υπο κατασκευη λογοτεχνικου έργου.

Για χάρη προβληματισμου όμως, θα διαφωνήσω, (και παρακαλω ας μου επιτραπει η διαφωνία), με τον χαρακτηρισμο «διηγήματα» που έδωσε η Ε. Δήμου σε αυτα τα 32 μικρα κείμενά-της, τα τόσο καλαμαστορεμένα, σφιχτοδεμένα και με άφθονη ενέργεια ενισχυμένα, γιατι διαπιστώνω πως μέσα σε αυτα περιέχονται, λίγο ή πολυ, στοιχεία απ’ όλα τα είδη του γραπτου λόγου. Εννοω, πως μέσα-τους μπορεις να διακρίνεις μεγάλες δόσεις ποίησης, πεζογραφίας, δοκίμιου, αλλα καιστοχασμους, αφηγήσεις, ακόμη και ιδέες κ.α. Για να γίνω πιο σαφης, θεωρω στενόχωρο τον χαραρακτηρισμο «διηγήματα», γιατι περιορίζει αισθητα, κατα την άποψή-μου, τη δυναμικη και την εμβέλεια του βιβλίου-της, εφόσον αποκλείονται αποαυτο, όπως ήδη έχω σημειώσει, άλλα ευδιάκριτα και σημαντικα στοιχεία που υπάρχουν εντος των κειμένων που το συγκροτουν.

Προσωπικα, θα προτιμούσα τον χαρακτηρισμο «πεζοτράγουδα» γιατι βρίσκω πως τα περισσότερα κείμενα του βιβλίου είναι πιο κοντα σε αυτο το λοτοτεχνικο είδος, που στις μέρες-μας είναι είδος κάπως παραμελημένο, για να μην πω περιφρονημένο. Θέλω να σημειώσω πως είναι μικρα, στέρεα, πλούσια και περίτεχνα πεζα κείμενα, όμως με αρκετη ποίησηεντος-τους, εντυπωσιακη διαύγεια αλλα και μ’ ένα συνθλιμμένο και καταποντισμένο, θα έλεγα,λυρισμο στο βάθος-τους.

Όμως, αυτηη προσωπικη άποψή-μου, ας μηνεκληφθει ως θέσφατο ή, ας μην θεωρηθει καταδικαστική της προσπάθειας ή της απόφασης, (σεβαστης κατα τ’ άλλα), που πήρε η συγγραφέας, όταν έδωσε τον χαρακταρισμο «διηγήματα»  στα κείμενά-της. Το τονίζω: Δεν είναι αυθαίρετος ο χαρακτηρισμος-της, γιατι τα κείμενά-της είναι πλουραλιστικα, δηλαδη καμωμένα αποπολλα στοιχεία, όπου στη ζυγαρια της κρίσης-της φαίνεται πως βάρεσε περισσότερο αυτο το λογοτεχνικο είδος.

Όμως, κατέθεσα, επαναλαμβάνω, αυτη την άποψή-μου απλως και μόνο για προβληματισμο και συζήτηση. Τροφη για σκέψη. Γιατι, ας μην ξεχνά, (και εδω είναι που θέλω να επικεντρωθω) πως τα όρια ή τα σύνορα μεταξυ των λογοτεχνικωνειδων άρχισαν πλέον να γίνονται δυσδιάκριτα. Δηλαδη, σήμερα δεν υπάρχει (ή τείνει να μην υπάρχει) ξεκάθαρος διαχωρισμος ανάμεσα στα διάφορα λογοτεχνικα είδη. Εννοω, πως τα όρια ή τα σύνορά-τους άρχισε να τα σκεπάζει μία λεπτη στρώση κίτρινης«ομίχλης» με αποτέλεσμα, μερικες φορες, να μην μπορεις να διακρίνεις που αρχίζει και που τελειώνει η επικράτεια του κάθε είδος. Έτσι, το ένα είδος διαπιστώνουμε πως εισχωρει μέσα στο άλλο, άλλοτε κερδίζοντας και άλλοτε χάνοντας λογοτεχνικο έδαφος. Δηλαδη, συναντούμε το φαινόμενο η ποίηση να εισχωρει δυναμικα στην πεζογραφία ή το αντίθετο, η πεζογραφία να εισχωρει στην ποίηση. Ακόμη βλέπουμε αδρα χαρακτηριστικα του δοκιμίου να μεταφέρονται μέσα σε κείμενα ποίησης ή πεζογραφίας. Άρα, σήμερα, δεν είναι ασυνήθιστο φαινόμενο να διαβάζουμε και δοκίμια απαλλαγμένα απο την αυστηρη φόρμα-τους, γραμμένα δηλαδη με μία λειασμένη, βατη και ποιητικη γλώσσα, επομένως και με περισσότερη ευκολία στην πρόσληψή-τους.

Κατα βάθος και κατ’ ουσία, τα περισσότερα αποαυτα τα 32μικρης φόρμας διηγήματα, που ανακαλουν στη σκέψη-μας μεγάλους και διάσημους τεχνίτες του είδους, ντόπιους και ξένους, όπως Θ. Βαλτινο, ΈρνεστΧέμινγουέη, κ.ά, βρίσκω πως είναι ολοκληρωμένες, ευσύνοπτες όμως,  πραγματείες που καταπιάνονται με διάφορα σοβαραθέματα,απλα ή πολύπλοκα,όπως ο έρωτας, τα γηρατεια, η μοναξια, η φθορα του ανθρωπίνου σώματος, η ματαιότητα της ύπαρξης, η στέρηση της ατομικης ελευθερίας, η αλλοίωση του ανθρώπινου χαρακτήρα, οι αρνητικε συνέπειες απο την επέλαση του πανδαμάτορα χρόνου, η πληκτικη καθημερινότητα, οι ευεργετικες ιδιότητες της μουσικης, η καταστροφη του φυσικου τοπίουκ.α.

Είναι θέματα, βέβαια,που απασχολουν, εκτος απο τους συγγραφεις, και πολλους άλλους συνανθρώπους-μας για τα οποία ζητουν ευθέως ή εναγωνίως, να έχουν κάποια λογικη απάντηση ή εξήγηση ή ερμηνεία, γεγονος το οποίο φέρνειτώρα σε πέραςη Ε. Δήμου με τις δικες-της απαντήσεις, απόψεις ή θέσεις που καταθέτει σε αυτο το μικρο και κομψο βιβλιαράκι-της, όπου στη γραφη-της συμπλέκει, κατα τρόπο αξιοθαύμαστο, την αντικειμενικη με την ονειρικη πραγματικότητα. Τη λογικη με την φαντασία. Και αυτο, νομίζω, είναι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικο του βιβλίου μέσα απο το οποίο αναδεικνύεται, ταυτόχρονα, η ευφυΐα, η μαστορια και γενικα το άφθονο ταλέντο της συγγραφέως.  Ένα τέτοιο κείμενο, αντικειμενικης και ονειρικης πραγματικότητας, είναι το μικροδιήγημα που ακολουθει:

 

Αύριο κλείνει τριάντα χρόνια πεθαμένος. Είναι στην ακμη του θανάτου-του. Σε λίγο μεσήλικας και, μετα, γέρος. Αγωνια για αυτο που θα ακολουθήσει. Ακούει διάφορα να λέγονται για το περίφημο μετα. Εκείνο όμως που περισσότερο τον κάνει να ριγει και να φοβάται είναι μήπως γυρίσει στην κόλαση της προηγούμενης ζωης-του.

σ. 18

 

Γιατι, όντως, η Ε. Δήμου, έχει αποδείξει,απο τη μέχρι τώρα συγγραφικη πορεία-της, πως είναι μία χαρισματικη δημιουργος, πολυτάλαντη και πολύπλευρη, με αναλυτικη σκέψη και συνθετικη ικανότητα (εδω αναφέρομαι περισσότερο στη μελέτη-της για τον Α. Κάλβο), με σοβαρη ενασχόληση, τριβη και άσκηση πάνω σε πολλα είδη του γραπτου λόγου, που αρχίζουν απο την ποίηση, την πεζογραφία και τη μεταγραφη αρχαίων κειμένων στη νεοελληνικη γλώσσα και φθάνουν μέχρι την φιλολογικη μελέτη, το δοκίμιο και τη λογοτεχνικηκριτικη, όπου όλα αυτα αποτελουν το στέρεο μέταλλο με το οποίο έχει φτιάξει την ανθεκτικη πανοπλία-της, η οποία τώρα της επιτρέπει  να παραβγαίνει δυναμικα και με αξιώσεις στο ευρύτερο λογοτεχνικο πεδίο του τόπου-μας.

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος