Η μπαλάντα της Ιφιγένειας
Με πήρες κάποτε απ’το χέρι και δε σε ρώτησα πού πάμε
σου είπα με σένα δε φοβάμαι μάνα καλή μάνα μου έρμη
εσύ τον άντρα σου είχες χάσει κι εγώ είχα χάσει το γονιό μου
και τότε μάνα καλέ μάνα τότε σε βάφτισα αρχηγό μου
Κλείδωσες δυο φορές το σπίτι μας πήρες κι ήρθαμε στην πόλη
σαν τα κοράκια πέσαν όλοι έτσι όπως σε είδαν φοβισμένη
κι ακόνιζα παιδάκι πράμα τα νύχια μου και το μυαλό μου
με μια τρεμούλα μ’ένα φόβο μη γκρεμιστεί ο αρχηγός μου
Κι άρχισαν να κυλούν τα χρόνια όπως το χρώμα στη βατίστα
στην οικοκυρική μοδίστρα κι ο αδερφός μου στα καράβια
η Ελλάδα πήγαινε κι ερχόταν κι έγινε ο τρόμος καθεστώς σου
φοβήθηκα μη σε τσακίσουν και τότε έγινα αρχηγός σου
Και πάνω που άρχιζα να ορίζω ήρθε η αγάπη να με ορίσει
και μπλέχτηκα στο αλισβερίσι οι αγάπες μ’έβαλαν στη μέση
εσύ νοιαζόσουν μη πονέσω μα αυτές δε’βλέπαν τον καημό σου
κι όλες στο μάτι είχαν βάλει να ρίξουνε τον αρχηγό σου
Κι όταν με πήρε το τραγούδι ήμουν το στόμα των απόρων
έγινα στόχος των εμπόρων και θύμα της πολυγνωσίας
πήγαν να τρίξουν τα θεμέλια δεν ήταν τ’αύριο πια δικό μου
τότε ξανάπλωσες το χέρι και σε ξανάκανα αρχηγό μου
Τώρα χαμένη εγώ στους ήχους και λυτρωμένη εσύ χορεύεις
η μόνη εσύ που με πιστεύεις σαν σου μιλώ μεσ’στα τραγούδια
τώρα αγαπώ μα δεν ορίζω τώρα δεν ψάχνω να’βρω δίκια
τώρα το δρόμο μου τον βρήκα γκρεμίστηκαν τ’αρχηγηλίκια
**
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Μου στέλνουν πάντα καρτ ποστάλ
Από νησιά, μαμά.
Κι είναι πολύ συχνά,
Μποέμ αρτίστες, μουσικοί
Αμήχανα παιδιά.
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Προσφέρουν δώματα με θέα
Σε βαθειά νερά.
Τους νιώθω μυστικά,
Να επιθυμούν ωκεανούς
Μα πάει η καρδιά ρηχά.
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Πώς θα `θελα να φέρω κάποιον
λίγο πιο κοντά.
Μ’ αυτοί περνούν, μαμά,
Κι αφήνουν ρέστα στην καρδιά.
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Αστέρια που αφήνουν ίχνη
οι νύχτες του έρωτα.
Με βία που ζητά,
Ενός αδέσποτου παιδιού
Να κλέψει την καρδιά.
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Πώς θα `θελα να φέρω κάποιον λίγο πιο κοντά.
Μ’ αυτοί περνούν, μαμά.
Κι αφήνουν ρέστα στην καρδιά.
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Μ’ ένα χαμόγελο που μοιάζει με γκριμάτσα πια.
Κι αφού χτυπούν, μαμά,
Μ’ αφήνουν με τα όνειρά μου,
Μόνη μου ξανά.
Οι άντρες περνούν, μαμά.
Τι θα κερδίσω αν φέρω κάποιον
Λίγο πιο κοντά.
Αφού περνούν, μαμά
Κι αφήνουν ρέστα στην καρδιά.
**
Πανσέληνος
Στην μέση ενός μικρού σπιτιού, που `χω νοικιάσει
το γέλιο ενός μωρού παιδιού με έχει αγκαλιάσει.
Τα ζήτησα όλα απ’ τη ζωή μου, τα πλήρωσα με την ψυχή μου
να έχει ένα τόπο η καρδιά πριν να γεράσει.
Μα έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
είναι αλλιώτικη η σιωπή χωρίς παρέα.
Δεν νιώθω θλίψη, μα μου’χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία.
Δεν νιώθω θλίψη, μα μου `χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου που τα `κανε όλα ωραία.
Είναι σκληρό για μια γυναίκα να `ναι μόνη
στο λέω τώρα που η αλήθεια δε θυμώνει.
Όση και να `ναι η δύναμή μου, θέλω έναν άνθρωπο μαζί μου
Η μοναξιά στήνει παγίδες και πληγώνει.
Μα έχει πανσέληνο απόψε κι είναι ωραία
το σπίτι μου έρημο να κάνουμε παρέα.
Δεν νιώθω θλίψη, μα μου `χει λείψει
το κοριτσάκι αυτό που αγάπησες τυχαία.
Δεν νιώθω θλίψη, μα μου `χει λείψει
το λάγνο ψέμα σου που τα `κανε όλα ωραία.
**
Το τανγκό της Νεφέλης
Το χρυσό κουρέλι που στα μαλλιά της φόραγε η Νεφέλη
να ξεχωρίζει απ’ όλες μες στ’ αμπέλι
ήρθανε δυο μικροί μικροί αγγέλοι
και της το κλέψανε.
Δυο μικροί αγγέλοι
που στα ονειρά τους θέλαν την Νεφέλη
να την ταίζουνε ρόδι και μέλι
να μη θυμάται να ξεχνάει τι θέλει.
Την πλανέψανε.
Υάκινθοι και κρίνα
της κλέψαν τ’ άρωμα και το φοράνε
κι οι έρωτες πετώντας σαϊτιές, την περιγελούν.
Μα α καλός ο Διας
της παίρνει το νερό της εφηβείας
την κάνει σύννεφο και την σκορπά
για να μην τη βρουν.
Δυο μικροί αγγέλοι
που στα ονειρά τους θέλαν την Νεφέλη
να την ταίζουνε ρόδι και μέλι
να μη θυμάται να ξεχνάει τι θέλει.
Την πλανέψανε.
**
Μεγάλωσα
Μεγάλωσα
Στο τέρας της πόλης
Ήπια φόβο πολύ, ήπια μόλυνση, ήπια ψέμα
Κατάπια λόγια λιπαρά
Ξεγλίστρησα από τον πόθο μου να μάθω
Κορόιδεψα την δίψα μου να δω… γιατί είμαι εδώ
Γιατί είμαι εδώ;
Μεγάλωσα
Με αισθήματα χημείας, με στιλ δοσοληψίας
Με βλέμματα συμπάθειας
Και άσκοπης προσπάθειας να είμαστε καλοί
Εμείς;
Άλλο εμείς, άλλοι εμείς
Πάντα γι` άλλα μιλάμε. Πάντα γι` άλλους μιλάμε.
Πάντα γι` άλλους μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε.
Μεγάλωσα
Τέρας της οικογένειας
Ανούσιας ευγένειας με ψευτουποταγή
Ηθοποιος παιδί στο ρόλο του μεγάλου
Δε σου μιλώ για βία, μιλάω για βιασμό
Να ζεις την εφηβεία σημαίνει πόλεμο
Με μια εφηβεία λάσπη, στο σιχαμένο άστυ
Ενήλικας μετά νευρωτικός
Πάντα γι` άλλα μιλάμε.
Πάντα γι` άλλους μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε.
Μεγάλωσα
Σύνδεση otenet
Γλυκά απ’ το Pallete
Μετά στα Silhouette
Σκεπάζουμε τους πόνους με φαΐ
Τα όνειρα σε σύνθλιψη, αργότερα η κατάθλιψη
Φρικιό του Εγώ με τσαμπουκά ναυαγό
Πάμε γι` άλλα
Βάλτο στα πόδια πονάει πολύ
Σε φτύνω, σε φιλώ δε σε πάω μα σ` αγαπώ
Παράνοια διάνοια επιφάνεια
Στεριά Πιάσαμε στεριά
Δάκρυα… καυτά μου δάκρυα
Ο πόνος μαλακώνει
Δάκρυα… καλά μου δάκρυα
Βιολογικός καθαρισμός
Πάντα γι` άλλα μιλάμε. Πάντα γι` άλλους μιλάμε
Πάντα γι` άλλους μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε
Μεγάλωσα
Αγάπη πριν το Άλφα
Και κάτω απ` το μηδέν το υποσυνείδητό μου
Το χώμα του λασπώνει
Τους σάπιους μου καρπούς ανακυκλώνει
Μεγάλωσα
Μα το παιδάκι κλαίει
Δεν ξέρει γιατί φταίει. Δεν έχει πού να πάει.
Τα νύχια του μασάει και βρέχει τα σεντόνια
Αποσυρμένο χρόνια στης φάτνης του τα βάθη
”Kαλά να πάθει Καλά να πάθει Καλά να πάθει”
Η μάνα του φωνάζει
Του δίνει γάλα, το μαλώνει
Έτσι πια θα το μεγαλώνει
Πάντα γι` άλλους μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε
Μεγάλωσα θα πει να κάνεις το παπί
Να ζεις την απουσία
Να γίνεις εξουσία
Να μάθεις να γελάς
Και να παραφυλάς
Να παίρνεις αποφάσεις
Να απαγορεύεται να χάσεις
Μεγάλωσα σημαίνει
Να ζεις με αυτό που σ` αρρωσταίνει
Να χτίζεις κι άλλα κεραμίδια
Να βγάζεις τόνους τα σκουπίδια
Να ρίχνεις σ` άλλους τ` άδικα
Να βλέπεις πρωινάδικα
Να ακούς πιστά τις αναλύσεις
Να αιμοδιψάς για τις ειδήσεις
Να λες και yes να λες και no
Να συνηθίζεις τα πορνό
Να πολεμάς στον καναπέ
Να μην μπορείς χωρίς φραπέ
Πάντα γι` άλλους μιλάμε
Μεγάλωσα θα πει
Να` ρχεται η ανατροπή
Οι καιροί να στη φέρνουν
Τα μυαλά σου να γδέρνουν
Να ζητάς να κουρνιάσεις
Και να βρίσκεις οάσεις
Στις ψυχώσεις των άλλων
Που έχουνε για περιβάλλον
Ίδιες φάτσες με σένα
Γόνατα λυγισμένα
Όνειρα ξεχασμένα
**
Ο άνθρωπος του κάβου
Πάνω σ’ ένα μαύρο κάβο είν’ το σπίτι του
μοναχός συντροφεμένος απ’ τη λύπη του
Ήταν νέος, ήταν γέρος δε θυμάμαι πια
μα θυμάμαι πως μιλούσε μόνο στα πουλιά
Και κανένας δεν τον είχε κάνει φίλο του
πάντα μοναχός γυρνούσε με το σκύλο του
Κι όπως μάζευα κοχύλια κι άσπρα βότσαλα
ήρθαν κι έκατσαν κοντά μου δυο γλαρόπουλα
Μου `παν να τον πλησιάσω που `μαι μοναχή
να του φτιάξω μιαν αγάπη να μιλάει γι’ αυτή
Μα η δικιά μου η αγάπη είναι η θάλασσα
για μοναδική μου φίλη την εκράτησα
Να μου τραγουδήσει πάλι την παρακαλώ
μήπως την ακούσει κι έρθει μέχρι το γιαλό.
Η μανούλα μου η γοργόνα η Μαγδαληνή
να της πω να του χαρίσει πάλι τη φωνή
Να μου πει τα μυστικά του και τα λάθη του
που τον κρύψαν απ’ τους φίλους κι απ’ τα πάθη του
Κι ύστερα να πλύνω τ’ άστρα να του φέξουνε
νά `ρθει πριν φανούν οι γλάροι κι με κλέψουνε.
Πάνω σ’ ένα μαύρο κάβο όλη μου η ζωή
να μετράω τους πειρατές της κάθε χαραυγή
Και η μάνα μου δε βγαίνει κι ούτε φαίνεται
το τραγούδι μου στο κύμα μέσα πνίγεται
Την αγάπη να διαλέξω ή τη θάλασσα
απ’ τις δύο ποια με πονάει δε λογάριασα
Κι έτσι ανάμεσα στις δύο τώρα αφήνομαι
μα καμιά δεν είναι δικιά μου και μαραίνομαι
Πάνω σ’ ένα μαύρο κάβο όλη μου η ζωή
να μετράω τα όνειρα της κάθε χαραυγή
**
Αντίστροφη μέτρηση
Τη μοναξιά σου είδα και φοβήθηκα
στο βλέμμα σου το σκοτεινό θυμήθηκα
την περασμένη μου ζωή
πόσο με τρόμαξες
Κι ένα πρωί το άγγιγμα σου
ήρθε σαν ξύπνημα
μα μέχρι να νυχτώσει
είχε γίνει δίλημμα
της μετρημένης μου ζωής
Πόσο με τρόμαξες
Μες του κορμιού μου
την τρελή την εγκατάλειψη
είδα το έργο της ζωής μου
σ’επανάληψη
Κι είπα να τρέξω να κρυφτώ
και τώρα που αρχίζει
η αντίστροφη μέτρηση
αρχίζω να μετράω εγώ
και φύγε πρώτα εσύ
πάρε και τη φωτιά μαζί
Να μην θυμάμαι πια






