Η ΠΟΡΤΑ
Είν’ ένα διάφανο άνοιγμα σαν πόρτα, εκεί στα Τέμπη στην κοιλάδα που περνάει το τρένο της φυλής. Το σούρουπο παίρνει ένα χρώμα από χειμωνιάτικο λουλούδι. Μονάχα το φεγγάρι το διαβαίνει κάθε βράδυ. Από τους άλλους, όποιος το ‘κανε, πίσω δε γύρισε ποτέ να πει τι είδε. Γι’ αυτό και τη σφαλίζουνε την πόρτα οι κλειδούχοι, -μην τύχει και περάσει κάποιος από μέσα-είναι βεβήλωση για τη Σελήνη, το γνωρίζει πια καλά αυτό η φυλή.
*
Ήρθε όμως ένας παλαβός Φλεβάρης μ’ ένα μάτι γυάλινο, το κράταγε στο χέρι.
Ο Κρόνος ήταν τότε φύλαρχος και όρισε κλειδούχο έναν κουλό κι αφέθηκε η πόρτα ανοιχτή όλη τη νύχτα. Το τρένο όρμησε στο άνοιγμα σα λυσσασμένο και το φεγγάρι θύμωσε. Η πόρτα τότε έκλεισε και χάθηκαν τα πάντα. Όσοι την πέρασαν-από το τρένο-δε γύρισαν ποτέ να πουν τι είδαν.
Κάποιους τους έκανε μεμιάς δικούς της η κοιλάδα. Γίνανε κτήμα, αφομοίωμά της.
Όλοι τους όμως είναι ανάμεσα μας κάθε μέρα (γέμισε ο τόπος πεταλούδες).
Πετάνε γύρω μας σα θαλασσιές σκιές μέσα στο χρόνο.
Σαν κάτι να ζητάνε.
ΑΝΑΛΗΨΗ
Το τρένο ήταν κόκκινο και σφύριζε τρελά.
Τινάχτηκε απότομα, πετάχτηκε απ’ το παρμπρίζ με γδούπο.
“Χριστέ μου”, φώναξε.
Aνέβηκε ανάλαφρος σαν πούπουλο. Σε χώρο δίχως θόρυβο γλιστράει ασταμάτητα- μία πνοή μες στο κενό. Τόνε κρατάει με τη Γη, μια διάφανη κλωστή.
*
Το τρένο ήταν κόκκινο και σφύριζε τρελά κείνη την ώρα.
“Χριστέ μου”, κραύγασε.
Τινάχτηκε σαν κόκκος άμμου μέσα στο βοριά. Τόνε κρατούσε ενωμένο με τη Γη μια διάφανη κλωστή που γυάλιζε, ο κόσμος μίκραινε ολοένα.
*
Το τρένο ήταν κόκκινο και σφύριζε τρελά την ώρα της μετωπικής.
Κολύμπαγε με κρόουλ υπέροχο μέσ’ στον αέρα. Τα πράγματα από κάτω γίνανε χρωματιστές κουκκίδες.
“Χριστέ μου” ψιθυρίζει.
-“Έχει ήδη αναληφθεί” ακούστηκε απ’ τα σύννεφα.
Και σπάει τότε η γυαλιστερή κλωστή. Και πλήθος κομματάκια διάφανα αστράφτουνε στο χώρο.
ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Εκείνο τον Οκτώβρη καλέσανε τον Πόλεμο ξανά στην Παλαιστίνη.
Έφτασε σύσσωμος με μουγκρητό μυρίων σειρήνων.
Τα μάτια του δυο λίμνες αίμα.
Τρίζανε οι πατούσες του-θρυμματισμένα σπίτια και σχολεία.
Σειρήτια στα μανίκια του τα πτώματα, στο πρόσωπο χαλκομανίες από σκελετούς παιδιών.
“Πάλι τα ίδια;” ξεφυσούσε με θυμό.
“Κοντεύουνε σχεδόν ογδόντα χρόνια κι έχω βαρεθεί”
Φάνηκε η νύχτα κι ακουγότανε ακόμη να βρυχιέται:
“Χίλιες φορές τους ξέφυγα και μύριες με φωνάξαν.
Η Ιστορία κουράστηκε, εγώ είμαι απηυδησμένος. Του λόγου τους δεν έχουνε ακόμη κουραστεί;
Τελειώνετε λοιπόν!
Θέλω κι αλλού να πάω, τ’ ακούτε;”
ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Υπάρχουν ποιήματα που τρέμουνε χαράματα στ’ ωτομοτρίς για τη δουλειά.
-“Τις χτεσινές φακές τις φάγαμε ” σου λένε
” Τις σφαίρες τώρα ποιός τις τρώει;”
*
Το μεσημέρι όμως το ξεχνούν. Βουτούν στα κύματα και ταχταρίζονται στο άσπρο των αφρών.
Όταν σιμώνεις εκεί δα σου ψιθυρίζουν:
-“Άμα διψάς, πιες θάλασσα, πιες θάλασσα και πες: Μία η ζωή, μα μέσα της, πλήθος άλλες ζωές.”
Η ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ (I)
Απ’ τη χαρά της σφίχτηκε φουριόζικα το κόκκινο το σάλι έξω στο σαστισμένο σούρουπο.
Γεμίζει τα πνευμόνια της με Δεκεμβριάτικο αέρα και περπατάει γρήγορα και όλο και πιο γρήγορα.
Κι όσο γεμίζαν τα πνευμόνια της αέρα-απ’ τη χαρά της-τόσες ανάσες έπαιρνε γοργά.
Ένιωθε ελαφριά, και τόσο πιο ελαφριά και όλο και πιο γρήγορα περπάταγε, μέχρι που άπλωσε τα χέρια της και άρχισε να τρέχει.
Και τόσο φούσκωνε με αέρα-απ’ τη χαρά της-και φούσκωνε και φούσκωνε.
Κι ένιωθε πια τα πόδια της ανάλαφρα, να μην πατούν στη Γη, και ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει σταθερά-τα χέρια πάντα απλωμένα-και να τυλίγεται στο σάλι της όλο και πιο σφικτά, ωσότου άρχισε να στροβιλίζεται.
Μέχρι που έφτασε ψηλά , εκεί ο αέρας αραιός κι ήτανε τώρα στρογγυλή και κόκκινη μέσα στο σάλι.
Η ΗΤΤΑ ΤΗΣ ΒΑΡΥΤΗΤΑΣ (II)
Έξω μια μαύρη παγωνιά, που ασήμιζε απ’ τα φώτα. Εκείνος ήτανε φαρδύς πλατύς στην ξεχαρβαλωμένη πολυθρόνα- ύλη ρευστή και πλαδαρή. Το μόνο που σαλεύει πάνω του τα μάτια- μια κρέμα από ακτινίδιο, που έλεγες θα κύλαγε στο πρόσωπο του.
-Παππού! φωνάζει ο Τζίμης μασώντας τσίχλα Baboll.
Έφτιαξε με τη γλώσσα του μεγάλη φούσκα. Τη φούσκωνε, τη φούσκωνε για ώρα, μέχρι που γίνηκε τεράστια. Τη βγάζει απ’ το στόμα και την κολλά στο δείκτη του παππού
Αυτή συνέχισε να μεγαλώνει, τόσο πολύ που έγινε μια μπάλα ποδοσφαίρου. Ο παππούς μίκραινε και μίκραινε και ήταν ελαφρύς και όλο και πιο ελαφρύς. Στο τέλος έγινε σαν παιχνιδάκι κολλημένο στην τσιχλόφουσκα. Νίκησε τότε τη βαρύτητα κι άρχισε ν’ ανεβαίνει, ν’ ανεβαίνει συνεχώς, μέχρι που έφτασε ψηλά, ίσαμε τα χαμηλωμένα φώτα.
Ωσότου μ’ ένα “τσαφ”η φούσκα έσκασε. Κοίταξε τότε κάτω και κατάλαβε. Ήτανε μέρος μιας παράστασης. Είδε τον εαυτό του- ένας κόκκος σκόνης που πέταγε ανάμεσα σε θεατές και ηθοποιούς- (κι ο εγγονός μαζί τους)-με συντροφιά χιλιάδες άλλους τέτοιους κόκκους, όλοι τους χοροπήδαγαν στο πορτοκαλοκόκκινο σκοτάδι.
“Ποτέ δεν πίστευα πως θα ‘ταν τόσο ωραία”.
*
Τα φώτα όλα ανάψανε και γίνηκε μεμιάς αόρατος-αυτός κι οι άλλοι κόκκοι σκόνης.
Μύρια χειροκροτήματα πλημμύρισαν το χώρο.
ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΚΛΑΣΣΙΚΗΣ ΜΟΥΣΙΚΗΣ “ORCHESTRA DI SALON”
Είν’ το βουνό σιωπηλό
ο μόνος ψίθυρος – φτερούγισμα βεντάλιας,
η πόλκα τρέχει από ψηλά,
με μωβ ανθάκια στα μαλλιά κι άρωμα λόφου
στις φλέβες ένα αιθέριο έλαιο
με γεύση Strauss
ΕΡΑΣΤΕΣ
Αυτός πλατάνι σε μια ήπειρο
εκείνη, δέντρο σ’ άλλη γη και ιστορία
ανάμεσά τους-κόκκινες μηλιές
χιλιάδες ποιήματα
τη θέριεψαν:
φωτιά τρελή μεσ’ στο μυαλό
σα φρυκτωρία
ΓΕΘΣΗΜΑΝH
Ωραίος ο ελαιώνας.
Σήμερα.
Σαν όλα τα απριλιάτικα τα βράδια.
Μονάχα που απόψε οι ελιές ενώνουν τα κλαδιά τους.
Θαρρείς για να τυλίξουνε στεφάνι μαλακό. Για Κείνον, να μην υποφέρει.
Άνθρωπος είναι και φοβάται.
Πικρό ποτήρι ο φόβος.
Τι άραγε ο Κύριος φοβάται;
Μήτε κανείς τον ρώτησε ποτέ.
Πικρό ποτήρι ο Άνθρωπος.
Στο τέλος.
Δεν είναι η σταύρωση.
Δεν είναι ο πόνος.
Δεν είναι ο Γολγοθάς.
Είναι που θα σταθεί Μονάχος μπρος στην Πόρτα.
Έρημος.
Καρπός ελιάς που πέφτει απ’ το δέντρο-μόνος.
Η πτώση χώμα.
Ποτήρι.
ΠΑΡΕΛΘΕΤΩ ΑΠ’ ΕΜΟY
ΜΙΝΩΤΑΥΡΟΣ
Ι.
Σαλπάρει με βοή
το Blue Star Ferris για την Κρήτη
Στέκομαι στο κατάστρωμα
με ήλιο στα μάτια
Αίφνης το πλοίο είναι ξύλινο με πάμπολλα κουπιά
Αστράφτει του Μίνωα το ανάκτορο.
Γίγαντας λάμνει ο βασιλιάς
Περήφανες τοιχογραφίες σαν μπαίνω.
Γυαλίζουν όλα δύναμη.
Ντυμένη το φουστάνι τ’ ομορφότερο, περνώ στη σάλα με τα φώτα.
Μαζί μου άλλες έξι. Όλες παρθένες.
Έτοιμες για το δείπνο το στερνό.
Πριν μπούμε στον τρομακτικό Λαβύρινθο.
Βορά πριν γίνουμε στο τέρας.
ΙΙ.
Ούτε για μια στιγμή δεν είδα ουρανό, μονάχα από ρωγμές το φώς, οι μέρες έγιναν βροχές, αιώνες μέσ’ στη μυθική σπηλιά ποτέ μου δεν εξημερώθηκα, κλεισμένος μες’σ το χρόνο χωρίς έρωτα, μύριες εικόνες στο λαβύρινθο του νου, το γνώρισα καλά το έρεβος, βλέπεις με κυνηγά η παλιά κατάρα, κεφάλι ταύρου να φορώ-φυλακισμένο τέρας-μπαίνει άρωμα αγνών παρθένων κάθε τόσο,-Θεός το είπε-αν κάποια μ’ αγαπήσει θα γλιτώσω, θα γίνω πάλι άνθρωπος, κι ας εξαϋλωθώ μετά, θ’ αναπαυτώ τότε για πάντα, όλες τους όμως μοχθηρές-φοβούνται, καμιά τους δε με κοίταξε στα μάτια, ούτε μια πεταλούδα μες στους σκοτεινούς διαδρόμους τόσα χρόνια, σαλεύει ο φόβος στο σκοτάδι, ας τελειώνουμε μ’ αυτή την απουσία.
ΙΙΙ.
Χρόνια πολλά το τέρας φύλαγα
καλά κρυμμένο μέσα
Κι ούτε που ‘θελα να το δω,
μήτε και να το ξέρω:
-“Δεν είμαι εγώ, δεν το γνωρίζω”
Μέχρι στο δρόμο μου που βρήκα αυτήν
Καθρέφτες είν’ τα μάτια της
Εκείνον βλέπω μέσα.
Το Μινώταυρο.
Επάνω της καλπάζει
(καπνοί απ’ τα ρουθούνια)
Το αίμα οσμίζεται
Χτυπά τα πόδια του με λύσσα
θυμός
μάχη
“Εσύ, εσύ!”-της λέω- “είσαι το τέρας”
Αμέσως τη σκοτώνω
Κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή.
Κάθε που στρέφομαι
καθρέφτες είν’ τα μάτια της
και μέσα ο Μινώταυρος.
Ευθύς, Θησέας γίνομαι
και τόνε μαχαιρώνω.
“Εσύ, εσύ “-της λέω-“είσαι το τέρας.”
Κι ύστερα πάλι απ’ την αρχή.
ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ
Μέρες και νύχτες πέρασαν σε δροσερούς λειμώνες
και καλοκαίρια θάλασσες και σύννεφα χειμώνες
μα ένα πράγμα καρτερώ με πάθος κάθε Απρίλη
τα χρώματα στο πέλαγος σαν έρχεται το δείλι
ΨΥΧΗ
Μια πεταλούδα χρώματα
μια θάλασσα θεός
άδειο κουκούλι άφησε
και πέταξε στο φως
ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ
Μητέρα είσαι ουρανός
το πιο ωραίο γάλα
το πιο ωραίο βλέμμα,
ήλιος στις μαργαρίτες
ΔΥΣΗ
Χρυσό μπαλόνι ο καιρός
ο ουρανός οθόνη
η ωραία Ελένη γέρασε
η κάμερα θολώνει
***************************
Η Σοφία Ελευθερίου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1968. Έχει πάρει πτυχίο και διδακτορικό δίπλωμα από το τμήμα Χημείας του Πανεπιστημίου Πατρών. Από το 2000 εργάζεται ως Χημικός σε φαρμακευτική εταιρεία στην Πάτρα. Γράφει ποιήματα και διηγήματα που κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά και σε συλλογικές εκδόσεις βιβλίων. Το 2023 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο με τίτλο: ΤΟ ΜΑΤΙ ΤΗΣ ΒΕΛΟΝΑΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Είναι μέλος του PEN GREECE.









