Η Λία Μεγάλου-Σεφεριάδη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1945. Το 1965 μετοίκησε στην Αθήνα. Το 1966 εμφανίστηκε στη λογοτεχνία με το διήγημα Έντεκα γράμματα κι ένα υστερόγραφο στο περιοδικό ΕΠΟΧΕΣ, με πρόλογο του Άγγελου Τερζάκη. Το 1972 εκδόθηκε το πρώτο της βιβλίο, μια ποιητική συλλογή με τίτλο Ο δραπέτης στο δέντρο. Από τότε μέχρι σήμερα έχει εκδώσει άλλα είκοσι βιβλία, τα περισσότερα από αυτά μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά της έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Επίσης έχει ασχοληθεί και η ίδια με μεταφράσεις βιβλίων. Το 2001 τιμήθηκε με το Βραβείο Ιπεκτσί (υπό την αιγίδα του ΟΗΕ) για το μυθιστόρημά της Σαν το μετάξι (Εκδόσεις Καστανιώτη, 1996). Βιβλία της βρίσκονται σε πολλές εθνικές και πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες ανά τον κόσμο. Είναι ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. 

 

Μιλάει στο Ποιείν για τη νέα της συλλογή με τίτλο «Ο χρόνος, ο αόρατος, ο ορατός» που περιλαμβάνει εβδομήντα ποιήματα κι ένα υστερόγραφο και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. Αναφέρεται στον ποιητή που έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ποίησή της ,στον ανεκτίμητο  χρόνο και στη σιωπή μέσα μας…

 

 

 

-Μιλήστε μας για τη νέα σας ποιητική συλλογή με τίτλο «Ο χρόνος , ο αόρατος, ο ορατός»

-Το πρώτο μου βιβλίο, το οποίο κυκλοφόρησε το 1972 από τον εκδοτικό οίκο Ερμής, ήταν η ποιητική συλλογή «Ο Δραπέτης στο Δέντρο». Μετά από αυτό η πλάστιγγα έγειρε με 19 βιβλία υπέρ της πεζογραφίας χωρίς ωστόσο να κόψω τους δεσμούς μου με την ποίηση. Έτσι, το 2000 κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Καστανιώτη η δεύτερη ποιητική μου συλλογή με τίτλο «Στις κρύπτες του χρόνου». Είκοσι τρία χρόνια αργότερα προέκυψε η τρίτη και προφανώς η τελευταία μου συλλογή «Ο χρόνος ο αόρατος, ο ορατός», από τις εκδόσεις Κέδρος. Το αξιοπερίεργο της συλλογής αυτής είναι ότι τα 8  από τα 71 ποιήματα γράφτηκαν μέσα σε οκτώ χρόνια, ενώ τα υπόλοιπα 63 σε διάστημα μόλις δύο ετών, από τα μέσα του 2021 έως τα μέσα του 2023.  Επρόκειτο για ένα ποιητικό τσουνάμι, που είχε κατακυριεύσει τις μέρες και τις νύχτες μου. Περιγράφω μάλιστα το φαινόμενο αυτό στο ποίημα της σελίδας 46 με τίτλο «Ποιήματα»! Κανένας ποιητής, κανένας γνήσιος δημιουργός δεν μπορεί να πει εκ προοιμίου τι , πώς και πότε θα γράψει ούτε ποιος απ’ όλους τους εαυτούς του  θα μιλήσει. Εκ των υστέρων  μπορώ να πω ότι το ποιητικό τσουνάμι ήρθε και με κατέκλυσε, γιατί έτσι έπρεπε να γίνει ώστε να διαχειριστώ με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον χρόνο μου που τελειώνει. Και χάρηκα όταν άκουσα φιλικό μου πρόσωπο να μου λέει ότι μπήκε στο νοσοκομείο με τα ποιήματά μου ανά χείρας και πρώτη φορά  ένιωθε τόση ηρεμία περιμένοντας το χειρουργείο.

 

-Στο ποίημα σας με τίτλο «Ο χρόνος, ο αόρατος, ο ορατός» μιλάτε για το χρόνο και τη σιωπή. Ο χρόνος είναι το ίδιο δημιουργικός συντελεστής όπως και η σιωπή στην ποίηση;

 Ο ΧΡΟΝΟΣ Ο ΑΟΡΑΤΟΣ, Ο ΟΡΑΤΟΣ

Πόσο επίβουλα

θρυμματίζεται ο χρόνος

μέσα στη σιωπή –

καταρράκτης υάλου λαμπυρίζει

πριν βυθιστεί σε σκοτεινή χοάνη.

Ποιος τον εγέννησε;

Ποιος τον καθοδηγεί;

Ποια η κατεύθυνση;

Ποιος ο προορισμός του;

Τον τέμνουμε

τον κατατέμνουμε

τον ανατέμνουμε

και εντέλει

στις όχθες του αναμένουμε

άναυδοι, ανίδεοι, ανήμποροι.

Ο χρόνος  είναι ανεκτίμητος με τη διπλή έννοια, είναι δηλαδή και πολύτιμος, αλλά και αδύνατον να μετρηθεί διότι ποτέ δεν γνωρίζεις πότε και πώς ξεκίνησε να σχηματίζεται μέσα σου ένα ποίημα ώσπου να αναβλύσει και να συναρμολογηθεί σε λέξεις, σε στίχους, σε ρυθμό.

Όσον αφορά τη σιωπή, τα κοινωνικοπολιτικά τεκταινόμενα με όλη τους τη βοή δεν αφήνουν ανεπηρέαστη την ποίησή μου. Από την άλλη όμως η έξω χλαλοή  μας εμποδίζει να αφουγκραστούμε τόσο τους ψίθυρους και τις φωνές του εσωτερικού μας κόσμου όσο και τα μηνύματα του απέραντου απέραντου, που μας περιβάλλει.

-Στο ποίημα σας «Το μόνον της ζωής το ταξείδιον» δανείζεστε τον τίτλο από το διήγημα του Βυζυηνού. Τι συμβολίζει ο τίτλος και πώς συνδέεται με το περιεχόμενο του ποιήματος;

 

«Το μόνον της ζωής το ταξείδιον» 

Κάθε δειλινό 

Ξεμπαρκάρει απ’ το κρεβάτι 

Ντύνεται πάνω απ’ τις πιτζάμες 

Και κατεβαίνει στην πλατεία  

Μ΄ένα σακούλι αραποσίτι. 

Μόλις τον βλέπουν 

Τα περιστέρια μαζεύονται γύρω του. 

Εκείνος μένει μαζί τους 

Ώσπου να φαγωθεί  

Και το τελευταίο σπυρί. 

Μόνον τότε 

Επιστρέφει στο σπίτι. 

Βγάζει τα ρούχα  

Μένει με τις πιτζάμες. 

Μ’ αυτές σαλπάρει 

Για το υπόλοιπο της ζωής του.

Πράγματι, γράφοντας το ποίημα ήρθε στο νου μου ο Βιζυηνός και το διήγημά του. Είναι η ματαίωση των ταξιδιών και των ονείρων μας. Είναι η συρρίκνωση της ζωής, που ωστόσο μας επιτρέπει ακόμη την επαφή με άλλα πλάσματα, τη χαρά της προσφοράς, τη χειμωνιάτικη λιακάδα στο παγκάκι της πλατείας.

-Απεικονίζεται όμορφα τους πόθους που σβήνουν με την πάροδο του χρόνου στο ποίημα σας «Πόθοι Σποράδες».

ΠΟΘΟΙ ΣΠΟΡΑΔΕΣ

Της νιότης οι ορμές

-κονκισταδόρες, πειρατές-

τρικύμιζαν τις θάλασσες

κλονίζανε τ’ αστέρια

τα στάχυα σπαρταρούσαν.

Τώρα

πόθοι σποράδες.

Κύμα βουβό.

Αύριο χωρίς.

Μεθαύριο δίχως.

 

Πώς της νιότης οι ορμές σωπαίνουν;

Η φθορά που βιώνουμε σταδιακά ως πλάσματα του έμβιου, και όχι μόνον,  κόσμου, είναι μια σοφή διαδικασία, που διευκολύνει την έξοδό μας από τη ζωή, εφόσον η έξοδος αυτή έρθει με το πλήρωμα του χρόνου.

 

 -Πόσο δύσκολη είναι τελικά η σύλληψη ενός ποιήματος; Χρειάζεται ένα δυνατό συναίσθημα ή ακόμη και μια τραυματική εμπειρία για να γραφτεί ένα ποίημα;

Η ποίηση, η πεζογραφία, η καλλιτεχνική εν γένει δημιουργία, που είναι αυθεντική και όχι κατασκευή, κρατάει κλειδωμένα τα μυστικά της ακόμη κι από τον ίδιο τον δημιουργό. Ώσπου να αποκτήσει σάρκα και οστά ένα έργο ακολουθεί δρόμους υπόγειους και δαιδαλώδεις, που τουλάχιστον σε μένα παραμένουν άγνωστοι. Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι ότι όχι, μια τραυματική εμπειρία δεν αποτελεί προϋπόθεση για να γραφτεί ένα ποίημα.

 

-Αγαπημένο σας ποίημα από τη συλλογή;

Πολλά είναι αγαπημένα, αλλά ίσως περισσότερο το ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ. Το  έγραψα για την καλύτερή μου φίλη, που έφυγε από τη ζωή ενάμιση χρόνο πριν.

 

 -Τι σημαίνει η ποίηση για εσάς; 

Ποίηση σημαίνει απόσταγμα ευαισθησίας.

 

-Ποιοι ήταν οι ποιητές που επηρέασαν τον ποιητικό σας λόγο;

Στα δεκαπέντε μου χρόνια γνώρισα τον Σεφέρη. Διαβάζοντας το «Ημερολόγιο Καταστρώματος»  συνάντησα ένα ποίημα που ένιωσα ότι απευθυνόταν σε μένα. Τα λόγια του ήταν ό,τι περίμενα ν’ ακούσω χωρίς να γνωρίζω τι ακριβώς περίμενα ν’ ακούσω. Υπήρξε δηλαδή μια αποκάλυψη για μένα. Πρόκειται για το ποίημα με τίτλο «Δε θέλω τίποτε άλλο…» Το αντέγραψα και το κόλλησα στον τοίχο του δωματίου μου, για να το βλέπω κάθε μέρα. Το ποίημα αυτό με συνοδεύει δια βίου και νιώθω την ανάγκη να σας το πω : «Δε θέλω τίποτε άλλο παρά να μιλήσω απλά/να μου δοθεί ετούτη η χάρη./Γιατί και το τραγούδι το φορτώσαμε με τόσες μουσικές/που σιγά-σιγά βουλιάζει./Και την τέχνη μας τη στολίσαμε τόσο πολύ,/που φαγώθηκε από τα μαλάματα το πρόσωπό της./ Κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια/γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά.»

Αλλά δεν είναι μόνο ο Σεφέρης και άλλοι μεγάλοι, στους οποίους επιστρέφω ξανά και ξανά. Υπάρχουν και λιγότερο γνωστοί, που έχουν και αυτοί τις κορυφαίες τους στιγμές. Ακόμη και οι άγνωστοι της δημοτικής μας ποίησης. «Είναι παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας» λέει ο Σεφέρης.

 

 -Ποιο πιστεύετε ότι είναι  το κριτήριο που ξεχωρίζει ένα καλό ποίημα;

 Η ουσία του και η ροή του.

 

-Είναι επιτακτική η ανάγκη να μιλήσει ο ποιητής για τη μοναξιά του;

 Δεν είμαι σε θέση να μιλήσω εξ ονόματος όλων. Η δικιά μου ανάγκη είναι να εκφράσω τα τραύματα και τα θαύματα  της ζωής. Να αποδεχτώ την κλεψύδρα που αδειάζει. Το τέλος που σιμώνει.

 

 –Είναι η ποίηση μια παρηγοριά ή είναι κάτι άλλο;

Κοιτάξτε, είμαστε ένα μάτσο κύτταρα, που παραδέρνουνε, ματώνουνε, ελπίζουνε και πεθαίνουνε.  Ωστόσο έρχεται ένα πρωί που ανοίγουμε τα παντζούρια κι αντικρίζουμε το χιόνι να πέφτει. Και τότε αυθόρμητα, εντελώς αυθόρμητα, χαμογελάμε. Αυτό είναι η ποίηση : κάποιες νιφάδες ομορφιάς, κάποιες  νιφάδες συγκίνησης, κάποιες νιφάδες παρηγοριάς.

 

 -Τελικά είναι μοναχικός ο δρόμος ενός  ποιητή;

Τυχεροί οι άνθρωποι της δράσης! Μόνον αυτοί ξεχνούν πόσο μελαγχολική είναι η ζωή.

 

 

 

*Η Γεωργία Χάρδα είναι βιβλιόφιλη δημοσιογράφος