Πρόλογος έκδοσης: Κώστας Μποσταντζόγλου, Θανάσης Παπαγεωργίου, Ιάσονας Χανδρινός/ Αποκατάσταση και σημειώματα έργων: Κωνσταντίνος Κυριακού
Περιέχει τα θεατρικά: «Όμορφη πόλη», «Φαύστα», το σκετς «Ένας ειλικρινής φορολογούμενος», το μικρό θεατρικό «Ο ήρωας της Κολομβίας» και το κύκνειο άσμα του «Ρωμαίος και Ιουλιέτα», όπως επίσης το άγνωστο έργο του «Ο κουτσός», που γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του ’60 και καυτηριάζει τα θεατρικά δρώμενα της εποχής του.
ΦΑΥΣΤΑ, απόσπασμα
ΓΙΑΝΝΗΣ:
Μα τούτο είναι άδικον, μονάκριβή μου κόρη,
κι αλλοίμονον οι πλούσιοι εάν δεν δίδουν φόροι.
ΡΙΤΣΑΚΙ:
Και όμως, σφάλλετε, μπαμπά. Μόνο πτωχός που δίνει
αισθάνεται μιαν άσβηστον χαράν διά να πλουτήνει.
Κι αυτή η τάσις προς τα μπρος, η τάσις της ανόδου
αποτελεί αλάνθαστον στοιχείον της προόδου.
Γνωρίζων πως ο πλούσιος αμέριμνος περνάει
θα κάνει παν το δυνατόν κι αυτός για να πλουτάει.
Κι έτσι, με πλούσιους πολλούς, πτωχούς δε ελαχίστους
περνούν οι άνθρωποι καλώς εις ώρας ευχαρίστους.
ΓΙΑΝΝΗΣ:
Κόρη μας, σφάλλεις. Οι πτωχοί πρέπει να δίνουν φόρους
μ’ ακόμη περισσότερους να βάζουν στους ευπόρους.
Μονάχα έτσι θα βρεθεί σωστή δικαιοσύνη
κι ο πλούσιος και ο πτωχός ανάλογα σαν δίνει.
ΡΙΤΣΑΚΙ:
Εάν αυτό εφαρμοσθεί, τα έθνη μαραζώνουν.
Σβήνουν από προσώπου γης και σαν κεράκια λυώνουν.
ΓΙΑΝΝΗΣ:
Γιατί;
ΡΙΤΣΑΚΙ:
Διότι διαιωνίζεται το Κράτος αδικίας
κι έχομεν πάλι πλούσιους και πτωχικάς οικίας.
Καθόσον κάθε πάμπτωχος ανόητος θα βρίσκει
να κάνει υπεράνθρωπους αγών διά να πλουτίσκει.
«Διατί να γίνω πλούσιος;», θα σκέπτεται καθένας,
«διά να πληρώνω εισφοράς εν γένει ηυξημένας;
Αντί να γίνω πλούσιος να δίνω περισσότερα,
χίλιες φορές θεόφτωχος, που δίνω και λιγώτερα».
Γι’ αυτό σας λέω, ο φτωχός τότε θα προοδεύει
αν βλέπει πως τον πλούσιον το Κράτος τον βραβεύει.
Η μόνη σίγουρη οδός παραγωγής ευπόρων
είν’ να τρελλάνουν τους φτωχούς με δυσβαστάκτων φόρων.
Διότι για νάβγει ο φτωχός απ’ τον κλοιόν ετούτον
θα προσπαθήσει σύντομα να αποκτήσει πλούτον.
*******************************************************************************************
Η Όμορφη πόλη, το πιο πολιτικοποιημένο έργο του Μποστ, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ίδιου, σηματοδοτεί την είσοδό του στον ελληνικό θεατρικό χώρο, καθώς είναι το πρώτο του έργο που παρουσιάζεται επί σκηνής. Συγκεκριμένα, το καλοκαίρι τού 1962 η επιθεώρηση με τον τίτλο Όμορφη πόλη ανεβαίνει στο Θέατρο ΠΑΡΚ της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, σε παραγωγή του Θεόδωρου Κρίτα και σε σκηνοθεσία του Μιχάλη Κακογιάννη. Αυτή η επιθεώρηση ήταν χωρισμένη σε δύο μέρη. Το Α Μέρος ήταν γραμμένο εξ ολοκλήρου από τον Μποστ, και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ένα αυτόνομο μονόπρακτο θεατρικό έργο, καθώς δεν ακολουθεί πιστά την παραδοσιακή μορφή της Επιθεώρησης με τα διαλογικά σκετς, τους μονολόγους και τα παρεμβαλλόμενα τραγούδια, έχει ενιαία θεματική, και οι αλληλοδιάδοχες σκηνές του είναι αλληλεξαρτώμενες και αλληλεπιδραστικές. Ενώ από την άλλη, το Β’ Μέρος, την τελική επιμέλεια του οποίου είχε ο Μίκης Θεοδωράκης, αποτελείτο από διάφορα σατιρικά σκετς εναλλασσόμενα με τραγούδια.
Το κείμενο του Μποστ που δημοσιεύεται για πρώτη φορά στην παρούσα έκδοση είναι το αποκατεστημένο κείμενο που προέκυψε ύστερα από αντιπαραβολή που έκανε ο γράφων ανάμεσα στο δακτυλογραφημένο κείμενο της Όμορφης πόλης που εντόπισε στο προσωπικό αρχείο τού Μποστ, και στο αντίστοιχο κείμενο που υπάρχει στη Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος “Λίλιαν Βουδούρη”, όπου και έχει παραχωρηθεί το αρχείο του Μίκη Θεοδωράκη. Και από τα δύο αυτά αρχειακά κείμενα έλειπαν -ευτυχώς- διαφορετικές σελίδες, γεγονός που επέτρεψε την πλήρη συμπλήρωση και αποκατάστασή του. […]
(Από το σημείωμα του Κωνσταντίνου Κυριακού)









