Για τη γενιά μου
Η γενιά μου γυρίζει στους δρόμους τα βράδια
και ψάχνει στους κάδους άλλων γενεών,
ξεψυχάει σε έδρανα σχολών, σε μαύρα μπαρ
στα Εξάρχεια, ζει ρετρό νύχτες με Sailor Jerry.
Μαδάει μαργαρίτες να δει αν την αγαπούν,
ερωτεύεται τον εαυτό της στον καθρέφτη,
είναι μια Ιφιγένεια ή μια Ηλέκτρα
ή ένας στίχος κάποιου ποιητή με έμπνευση.
Πίνει ροζ λεμονάδα στο περβάζι κάποιου καφέ
και δεν δίνει δεκάρα για τις τάξεις πραγμάτων,
ηθικές λοιπές ιδεολογίες και κηρύγματα.
Έχει κατάθλιψη, ανορεξία, νευρικότητα.
Τις μέρες αναλώνεται να είναι κάτι,
τα βράδια ξεχνιέται μπροστά σε ματς,
περπατάει ανισόρροπα και ακροβατεί
ανάμεσα σε τακούνια και sneakers,
ατενίζει το μέλλον μόνη της
και γερνά προώρως
η γενιά μου
***
Παράβαση
Και τώρα που όλα παραβιάστηκαν
τι θα παραβιάσουμε για να ζήσουμε;
Μήπως καμιά λευκή σημαία στα μπαλκόνια,
τη γλώσσα, τη σιωπή, τα όρια;
Το μάταιο που ’χει κορδέλα μπλε
κι ανεμίζει περήφανο;
Ή κάνα δυο τετράδια με στίχους
όλοι στην εντέλεια;
Πώς κάνετε έτσι για λίγη παραβίαση,
έχει μια γοητεία η ανυπαρξία,
είσαι και δεν είσαι κοιτώντας από το παράθυρο,
καπνίζοντας και νοσταλγώντας τις φωνές.
Πώς σας τα είπαν κάποτε,
ποιος έταξε κανονικότητα,
πείτε μου. Τι θα παραβιάσουμε τώρα.
Δώστε μου πίσω την ύπαρξη και ξαναπάρτε την.
****
Ακινησία
Τα ρούχα κρέμονται άδεια στο απέναντι μπαλκόνι.
Κάθε απόγευμα κάποιος αυτοκτονεί
ενώ μια νεραντζιά ανθίζει.
Δεν βλέπονται πια τα μάτια μου,
μόνο ακούνε τα βιολιά των άδειων δρόμων
και νοσταλγούν την εικόνα της φωτογραφίας
κάπου στ’ Αναφιώτικα·
λευκό φόρεμα μακρύ ως τον αστράγαλο,
βαλίτσες στα χέρια και ξυπόλυτη.
Τώρα στο μπαρ της γωνίας
έχει μείνει ένα ποτήρι και το τασάκι.
Έκανε το τσιγάρο του νωχελικά και μίλαγε για τέχνη.
Τίποτα δεν συμβαίνει πια,
δεν θέλω ιδανικά λοιπά ευφυολογήματα,
μόνο ένα κομμάτι θάλασσας
κι όποιος πεθαίνει να πεθαίνει.
Είναι σκληρός ο Απρίλης,
κάποιος το ’λεγε παλιά στα βιβλία,
τώρα τι θα ’λεγε; Σιωπή.
Όποιος πεθαίνει πεθαίνει.
Στη φωτογραφία χαμογελώ, κρατώ ένα γιασεμί
κι ένα μαλλί της γριάς
****
Αύγουστος
Όλα τα καλοκαίρια είχανε μια απαίτηση ευτυχίας.
Μύριζαν πορτοκάλι ανθός ή νεκταρίνι.
Τα οριοθετούσε ένας κήπος ή ένα μπαλκόνι,
μια θάλασσα μια ιδέα για τη θάλασσα.
Τα καλοκαίρια αναζητούσανε τον άνθρωπο,
ο άνθρωπος ξέφευγε από τα καλοκαίρια,
έψαχναν τις λέξεις, οι λέξεις δεν σήμαιναν
τα καλοκαίρια.
Ποτέ κανένας άνθρωπος δεν κατάλαβε
έναν άλλον άνθρωπο
κι αν αυτό συνέβη για μια στιγμή
ήταν ευτυχία
.
Έχω μυρίσει το βρεγμένο νυχτολούλουδο
σε κήπο νύχτα Αυγούστου.









