ΜΗΝ ΑΝΗΣΥΧΕΙΣ

Μην ανησυχείς.
Θα σου δώσω σήμερα
ένα τόσο τρυφερό μήνυμα
που τα δάκρυα όλου του κόσμου θα στερέψουνε.

Μην ανησυχείς.
Αύριο όλα θα πάνε καλύτερα.
Θα σ’ αγαπάω ακόμα πιο πολύ και θα σε νοιάζομαι.

Μόνο να μην ανησυχείς.
Τα δάκρυα της χτεσινής σου θλίψης θα βρούνε διέξοδο
στο τρυφερό μου χάδι.
Θα γίνουν αστεράκια λαμπυρίζοντα στα μάγουλά σου.

Μην ανησυχείς.
Θα σου φέρω ολόλευκα τριαντάφυλλα,
από τον κήπο της καρδιάς μου,
που θα κρατούν ακόμα το αρχέγονο άρωμά τους.

Μην ανησυχείς.
Σου υπόσχομαι μέρες φωτός
μέσα από νύχτες που μας ζώνουν ψυχοφθόρες.

Γι’ αυτό να μην ανησυχείς
κι ούτε να ξανακλάψεις πια για τίποτα και για κανέναν.

Μην ανησυχείς.
Στον κόσμο των εκπλήξεων θα ταξιδέψουμε παρέα.
Κράτα το χέρι μου, και μην ανησυχείς.
Θα είμαι πλάι σου να σε προσέχω
μέχρι να δυναμώσουν τα φτερά σου…

Σου λέω να μην ανησυχείς καρδιά μου.
Είσαι ένας άγγελος κι εσύ, μα δεν το ξέρεις!

Γι’ αυτό να μην ανησυχείς.
Εντάξει;

Ω ΜΥΡΣΙΝΗ

Ω Μυρσίνη
μορφή ακαθόριστη
πάνω στο βράχο που παλεύει με το κύμα,
πιασμένη στα δίχτυα του απομεσήμερου!
Ω, Μυρσίνη
χαμένη στο τραγούδι του τζίτζικα,
να μου γνέφεις ξεδιάντροπα
σαν γοργόνα ανέραστη
καβάλα στου Αιγαίου τα κύματα,
με τα μαλλιά σου στολισμένα
με φύκια, κοράλλια κι αστερίες.
Ω, Μυρσίνη
με τα βαθυγάλαζα μάτια
και τις Κυκλάδες κρεμασμένες στα αυτιά σου,
πού χάθηκες
τη στιγμή που πηρά την απόφαση
να έρθω να σε βρω;
Ω, Μυρσίνη
του αρχιπελάγους αμέριμνη θεότητα
με τις κατάλευκες φτερούγες
και την εύνοα των άστρων
στο κατώφλι σου,
πού είσαι, πες μου, πού γυρνάς;
Ω, Μυρσίνη
με το πλούσιο στήθος
και τα ξέπλεκα μαλλιά,
ικέτης και ανήμπορος στο διάβα σου,
ο πόθος μου!
Δε μπορώ ν’ αρθρώσω ούτε μια λέξη
που να μην έχει ειπωθεί…
Ω, Μυρσίνη
στο τέθριππο του Ήλιου ανεβασμένη
φεγγοβολάς σαν έρωτας
που νίκησε για πάντα το θάνατο!
Ω, Μυρσίνη
της χαραυγής και της χίμαιρας,
με τη κορδέλα στα μαλλιά σου,
ζωοδότρια εσύ, εκπάγλου καλλονής,
λικνίζεσαι μετέωρη
μεταξύ παραμυθιού και ποίησης,
όπως η δροσοσταλιά στο πορφυρό ροδοπέταλο!
Ω, Μυρσίνη
αρχέγονο θαύμα – αρχέγονο τραύμα,
προκλητική κι ακριβοθώρητη
ποιό προπατορικό αμάρτημα
μας χώρισε και ποιό κύκνειο άσμα;
Ω, Μυρσίνη
κρυμμένη στο θρόισμα των φύλλων
που ριγούν στο χάδι του ανέμου.
Τα χελιδόνια έφεραν δεκάδες καλοκαίρια
για να τα ζήσουμε παρέα!
Πού είσαι; Μίλα μου… Πού είσαι; Πες μου!
Ω, Μυρσίνη
των εφηβικών μου ερώτων,
με τα φιλήδονα χείλη, που καίγανε τα χείλη μου
και την παλλόμενη, κάτω απ’ το χάδι μου, σάρκα,
ποιό μυστικό σε πήρε μαζί του στο απόγειο της αγάπης μας;
Ω, Μυρσίνη
ουρλιάζω στο σύθαμπο
κι επιστρέφει ξανά η φωνή μου σαν Ερινύα…
Έφυγες και πήρες τις ζεστές μου εικόνες
και τα καλοκαίρια γίνανε χειμώνες
που δεν συγχώρεσαν ποτέ την απουσία σου!
Ποτέ μ’ ακούς; Ποτέ αγάπη μου. Ποτέ.
Ω, Μυρσίνη
των Αυγουστιάτικων μελτεμιών,
μικρή μου ηλιογέννητη,
θέλω ξανά να σε δω
να τρέχεις γυμνούλα και ξυπόλητη.
Ν’ ανεμίζεις γελώντας το μεσοφόρι σου
σαν παντιέρα του έρωτα,
καταμεσήμερο, μες στο λιοπύρι,
κι εγώ να τρέχω και πάλι ξοπίσω σου
να μαζέψω τις γόβες σου
πριν τις πάρει το κύμα…
Ω, Μυρσίνη
της έκπληξης και του απροσδόκητου!
Ω, Μυρσίνη,
του Αιγαίου χρώμα κι αλμύρα
είναι τα δώρα που σου πήρα,
όμως της απουσίας σου η εικόνα
σκύβει και με φιλάει το στόμα.
Ω, Μυρσίνη…

ΞΗΜΕΡΩΜΑ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑΣ

Ξημέρωμα πρωτομαγιάς
κι εγώ περιχαρής και φωτοφόρος
κατακρήμνιζα τα σκοτάδια
και τους φόβους των ανθρώπων, πολεμώντας το άδικο.
‘‘Δείξε μας τα χαρτιά σου’’ μου είπαν.
‘‘Κύριοι, είμαι περαστικός απ’ αυτόν τον πλανήτη’’ απάντησα δείχνοντας τους τα άδεια μου χέρια!
‘‘Δεν έχω ταυτότητα, ούτε ιδιοκτησία, ούτε εισοδήματα.
Έφυγα πλήρης ημερών, πριν από χρόνια’’.
‘‘Απόδειξέ το’’. μου αντιγύρισαν οι ασφαλίτες.
Ενεμφανίσθη τότε ο Αρχάγγελος Μιχαήλ,
με τη ληξιαρχική του θανάτου μου πράξη
και με στεντόρεια φωνή είπε σ’ αυτούς:
‘‘Δεν έχετε εξουσία επ’ αυτού, διότι ανήκει εις το Φως!’’
Κι αυτοί με σκυμμένα κεφάλια αποχώρησαν περίλυποι,
διότι για άλλη μία φορά τους είχα ξεφύγει!

ΜΕΓΑΛΩΝΩ

Μεγαλώνω με τοίχους μουχλιασμένους,
γύρω από την ψυχή μου.
Μεγαλώνω, σ’ ένα κόσμο που φθίνει σιγά – σιγά.
Δε ζητώ επιβεβαίωση πράξεων και γεγονότων.
Μόνο τη γαλήνη της καρδιάς ζητώ
και πρωινή στοργική παρουσία.

Μεγαλώνω
με συνοπτικές διαδικασίες, ελπίδες που τρίζουν,
ηλίθια δασκαλέματα, ανούσιες γνωριμίες
κι αδέσποτους σκύλους έξω απ’ τα παράθυρά μου.

Μεγαλώνω
ανάμεσα σε βιαστικές υπάρξεις,
κινδυνεύοντας στο χάος της κυκλοφορίας,
κάνοντας προσευχές για καλύτερες μέρες
και καλύτερους τόπους,
εκεί που όλοι θα ‘ναι ίσοι μεταξύ τους σε αγαθά,
αγάπη, Γνώση, καλοσύνη και ελπίδα.

Μεγαλώνω
με χρονοβόρα αισθηματικά αδιέξοδα,
ψυχοφθόρες χτεσινές αντεγκλήσεις
κι αξυρισιά εβδομάδων.
Ανακατεύω το άσπρο με το μαύρο
και βάφω γκρίζα όνειρα.
Πόθους κυοφορώ. Πόνους γεννάω.
Μικρούς καρκίνους σε μετάσταση γεννώ.
Αιμορραγώ σαν ύπαρξη, σαν πνεύμα.
Μου λείπει η δύναμη της αθωότητας
κι άλλες φορές η πίστη και το πάθος.

Μεγαλώνω
με ληστρικές κυβερνήσεις,
θρυμματισμένες ψηφοθηρικές υποσχέσεις,
παρακαταθήκες δακρύων και πόνου,
με ευκαιρίες που ποτέ δε μου δόθηκαν
και καρδιά πεταμένη στης ζωής τα αζήτητα.
Είμαι κραυγή που σκίζει το σκοτάδι.
Δημιουργώ γαλαξίες, νεφελώματα, ουράνια σώματα
και μικρούς αγγέλους από φυσητό γυαλί.

Μεγαλώνω
Σ’ ένα ψεύτικο κόσμο,
που αρνούμαι να δεχτώ και να κατανοήσω.
Διανύω μουσκεμένα χιλιόμετρα Γνώσης,
οργής, κινδύνου, φόβου, μοναξιάς, υπομονής
και ανάγκης.
Κοιτάζω στον καθρέφτη το είδωλό μου.
Δεν είμαι εγώ.
Ή μήπως είμαι;
Εγώ που διέγραψα τον παλιό μου εαυτό,
κάνω ύπνο βιαστικό,
επουλώνω πληγές παλαιοτέρων ενσαρκώσεων
κι όνειρα χτίζω δίχως στέγη.

Μεγαλώνω
σε κρύες αίθουσες αναμονής
των δήθεν φιλικών παραγωγών,
προσμένοντας το ρόλο της ζωής μου,
που ποτέ δε θα παίξω.

Μεγαλώνω
σε πολυτελή γραφεία διευθυντών
δισκογραφικών εταιριών
με στίχους που λεν πως είναι πολύ σκληροί,
για να γίνουνε τραγούδια…
Γιατί εγώ δεν είμαι σαν κι αυτούς
μα ούτε κι οι σκέψεις μου δεν είναι!

Μεγαλώνω
χωρίς δημόσιες σχέσεις,
συνειδητά μονάχος κι απροσάρμοστος,
ζητώντας πίσω όσα έδωσα,
διπλά να τα χαρίσω πάλι, σαν συγχώρεση…

Παρ’ όλα αυτά μεγαλώνω.
Των αδυνάτων είναι αδύνατον λοιπόν
τα Ψυχοσάββατα να λησμονήσω!

ΗΘΟΠΟΙΟΣ

Περιπλανώμενος στον κόσμο του φωτός,
σαν θεατρίνος κάποιου πλανόδιου θιάσου.
Να παίζω, να μονολογώ,
στης μοναξιάς μου το αρχαίο σκηνικό.
Με δανεικές ζωές να ζω
κι αυτό που θα ‘θελα να είμαι,
στη σκηνή να παρασταίνω!
Ν’ αλλάζω τραίνα και σταθμούς.
Ν’ αλλάζω τόπους, παραστάσεις και ανθρώπους,
μες στην υπέροχη κι αβάσταχτη ζωή μου, τη μικρή,
να προσπαθώ περήφανα να ζήσω,
χωρίς λεφτά για νοίκι και για φως…
Λιμάνια γνώρισα πολλά
στον κόσμο των θαυμάτων, μα τίποτα δεν είδα!
Γνώρισα χώρες και λαούς, χαρά και δυστυχία.
Κι ήπια και χόρεψα πολύ σε γλέντια με τραγούδια.
στις νύχτες των απλών ανθρώπων.
Μα ήμουν πάντα ντροπαλός,
διστακτικός κι αυθεντικός
και πάντα φωτοφόρος.
Κι άλλες φορές με τρόμαζε πολύ ο εαυτός μου…
Ήτανε ο άλλος μου εαυτός, της ευτυχίας κυνηγός,
που έψαχνε πάντοτε να βρει,
τη δόξα και το χρήμα.
Ταξίδεψα και πέρασα και γνώρισα και γέρασα
μα τίποτα δεν βρήκα!
Σαν θεατρίνος έζησα και γέλασα και έκλαψα
με δανεικές στιγμές και ξένα λόγια…
Ήταν μια υπέροχη ζωή, της μοναξιάς ανταμοιβή,
που πέθαινε κάθε πρωί, σαν σβήνανε τα φώτα.
Του θεατρίνου η μοναξιά είναι μια άλλη μοναξιά,
μες στο μεγάλο πλήθος…
Μετράει στιγμές μες στις σιωπές
κι έχει στα μάτια του βροχές
από παλιές διαδρομές κι από ταξίδια.
Κι είναι μια υπέροχη ζωή
κι είναι, νομίζω, τυχεροί όσοι τη ζουν και ζούνε…

Περιπλανώμενος, λοιπόν, ήμουνα πάντοτε παρών
στον κόσμο των τραυμάτων.
Το ήθος πάντα να ποιώ, να ταξιδεύω, να γυρνώ,
περιπλανώμενου θιάσου ηθοποιός.
Τα φώτα σβήσανε, λοιπόν
κι είμαι τώρα πια απών,
από την τέχνη των τεχνών.

Και είναι ετούτη η μοναξιά η πιο μεγάλη μοναξιά,
σ’ αυτού του κόσμου του σκληρού, τη ματαιότητα.

Του θεατρίνου η ζωή, μια σιωπηλή είναι κραυγή
που την καλύπτει ευγενικά το χειροκρότημα.

Μια υπαρκτή, μοναδική αναγκαιότητα…

ΕΝΥΠΝΙΟ

‘‘Μα, τι κάνεις εκεί ευλογημένε;’’
ρώτησε έκπληκτος ο παπά Ανέστης.
‘‘Τίποτε πάτερ’’. του απάντησα.
καθώς προσπαθούσα να κρύψω
τη φωτογραφία μου,
που είχα κρεμάσει στον θλιμμένο τοίχο
ανάμεσα στις εικόνες των αγίων!
‘‘Δεν είναι σωστό, παιδί μου’’. μου είπε.
‘‘Γιατί πάτερ μου;
Δικαιούμαι κι εγώ μια θέση στον αγιόκοσμο,
αφού όλα τα άλλα αυτός ο κόσμος μου τα πήρε’’.

ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ

Θέλω γι’ άλλη μια φορά
να ψηλαφίσω το μεταξένιο σώμα σου
και το ωραίο πρόσωπό σου να φιλήσω.

Θέλω γι’ άλλη μια φορά
να χάσω το δρόμο μου,
μες στων ματιών σου το υπέροχο βλέμμα.

Θέλω γι’ άλλη μια φορά
να ταπεινώσω τον αμείλικτο χρόνο
και να ξεγελάσω και πάλι το θάνατο,
πετώντας με τα φτερά της αγάπης
στη χώρα των θαυμάτων.

Θέλω γι’ άλλη μια φορά
να ανταμώσουνε τα ερωτευμένα χείλη μας
για ν’ ανθίσει και πάλι η άνοιξη
σ’ έναν κόσμο ψυχρό κι ανελέητο.

Θέλω γι’ άλλη μια φορά
να ταξιδέψω στην αγάπη, αγάπη μου
κι ας πολεμήσω δράκους του παραμυθιού και μάγισσες.

Θέλω γι’ άλλη μια φορά
να γείρω τρυφερά στο παλλόμενο στήθος σου
και ας μου πάρουν το μυαλό τα ξωτικά του δάσους.

Θέλω γι’ άλλη μια φορά
να μείνεις πλάι μου στον κόσμο των αισθήσεων
κι ας με φωνάζουνε αλαφροΐσκιωτο και νεραϊδοπαρμένο.

Θέλω γι’ άλλη μια φορά!
Θέλω για πάντα!

SLOW ROCK

Κονιάκ των πέντε αστέρων
και δυο χέρια απλωμένα
μπρος στα μάτια μου.
Ακούγοντας τους DOORS,
αλλάζαμε τον κόσμο και το όνειρο.

Γυμνό, πυρπολημένο,
ορειχάλκινο άγαλμα της ξεγνοιασιάς
πώς θρυμματίστηκες αργά κι οδυνηρά
κάποτε στα Εξάρχεια
της νιότης μας…

Θυμάσαι;