Λίβανος 2006

Δε γνωρίζω που θα βρω μια πεταλούδα
να ξαποστάσω πάνω στον άνεμό της.
Η πίκρα του παγωμένου βοριά
όπου και αν κοιτάξω.
Ορδές βάρβαρων ιδεών
σα να μας κοιτάει ο θάνατος με γλύκα.

Μόλις μια γιαγιά έτοιμη
να ξαποστάσει στο τέλος του Λιβάνου.
Και δακρύζει
στους κεραυνούς του πολέμου.
Λες η ιστορία των παιδιών
που δεν έζησαν να μη μας δίδαξε τίποτα.

Οι γενιές μετρούν με αγνωμοσύνη
την προίκα του μίσους που τους δόθηκε.
Για άλλη μια φορά
θα ματώσει η γη καρπούς.
Που δεν θα μπορέσουν
να αντικρύσουν τον ήλιο.
Ο Άνδρας και η Γυναίκα
θα αναμετρηθούν με την αγάπη τους.
Σπορά σε χέρσα γη.

Και εγώ εδώ με αυτές τις ευαισθησίες θανάτου
μετρώ την απουσία σου έρημος από παρόν και μέλλον.
Καπνίζοντας λέξεις για ελπίδα.

Και εσύ γλαυκό ξημέρωμα στέκεις όρθιο
μη λογίζοντας τον πόνο.
Όμοια νησί που στον αποχωρισμό
κουνάει τα αλμυρίκια του.
Και ο δρόμος μακρύς
η χαρά ιδωμένη με ιδρώτα, διψασμένο μεσημέρι καταμεσής του Αυγούστου.
Γιέ μου- δες πως ξημερώνει
ένας υάκινθος τον ήλιο.
Μη φοβάσαι η θάλασσα θα εκδικηθεί
για ότι της ανήκει.

Πλούτος

Άδεια παλάτια . . .
Με δυσκολία το φιλί ενός ήχου.
Θρονιασμένη η ματαιότητα σε ακίνητα τραπέζια.
Ο Απολυμαντής κυνηγάει την ελάχιστη ιδέα ζωής να σκοτώσει.

Κανένα θρόισμα ελπίδας
κάτι να συνδιαλλαγεί με το γίγνεσθαι.
Οι φωνές των παιδιών, ίσως,
κοντά στη θάλασσα.
Μπορείς να δεις την αγωνία του ήλιου
να χτυπάει το τζάμι.
Όλες οι εντροπίες είναι αγέννητες . . .
Ότι μεγαλύτερο, ότι λαμπρότερο είναι άδειο . . .

Μια Σχέση ή μερικές Ιδέες ,
από αυτό το λευκό που ντύνονται οι Κυκλάδες
ή τον τρόπο που κοιτούν τα σταφύλια τα μνημεία μας
είναι αρκετά για να σεβαστείς τον Τόπο σου.

Μπορείς να διαλέξεις,
την ανησυχία των λιμανιών ή το χειροκρότημα των τζιτζικιών.
Κανείς δε θα σε κρίνει για έλλειψη μουσικότητας,
απλόχερα το Αιγαίο δε σου ζητάει τίποτα ενώ εσύ το διασχίζεις.

Καταραμένοι και μόνοι
όλοι εμείς
που μάθαμε προπαίδεια μετρώντας ηλιαχτίδες.

Ωριμάζοντας

Κάθομαι,
πάνω σε μια ατέλεια
αναπολώντας,
τις μεγάλες διαδρομές του ήλιου.
Ήταν,
τα γενέθλια τότε
από αλάτι καμωμένα.

Έχει,
με λιγοστά σκισίματα στα γόνατα, τώρα,
κάθε τζίτζικας νόημα, παλαιότερα,
μόνο ήχο.

Ξέφυγε,
η ομορφιά από την αλμύρα, γλυκιά πληγή,
ξενυχτάει,
στα μεγάλα γεγονότα.

Άνδρα!
Φιλί στη γυναίκα να
ακουμπήσεις,
ώστε δύο μικρές πατούσες να
βραχούν,
από Αιγαίο…

Συνέχιζε,
ψυχή να
σκορπίζεις
συνθήματα, αδιάκοπα όλα,
γεννιούνται ,σβήνουν.

Προσμέτρα,
βότσαλα διαυγή κάθε Τρίτη του Ιουλίου, όσο,
γυρίζουν,
τα δένδρα ακόμη
προσκυνάτε.

Για τη δικαιοσύνη δε
γνωρίζω…